Το δικό μου αντικαταθλιπτικό φάρμακο είχε ονοματεπώνυμο, εντυπωσίασε χορεύοντας à la manière de Τζάστιν Τίμπερλεϊκ στο DWTS και ετοιμάζεται να ροκάρει με την ψυχή του, παρέα με τον Παναγιώτη Μάργαρη, στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Ο Θοδωρής Μαραντίνης όταν τον παίρνεις τηλέφωνο λέει: «Ρώτα με ό,τι θέλεις». Ειπώθηκαν τα πάντα…
Αφορμή για την κουβέντα μας είναι η επερχόμενη εμφάνισή του στο Μέγαρο Μουσικής της Θεσσαλονίκης παρέα με τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, την Ελένη Πέτα, τον Μίλτο Πασχαλίδη, Μιρέλλα Πάχου και τη Δήμητρα Παπίου. Είναι καλεσμένοι του Παναγιώτη Μάργαρη, του κορυφαίου κιθαρίστα που διοργάνωσε δύο βραδιές αφιερωμένες στο «Ροκ της ψυχής μας». Τι θα τραγουδήσει ο Θοδωρής; «Με τον Παναγιώτη κάνουμε συνεχώς πρόβες και είμαστε στο ψάξιμο, αλλά σίγουρα θα παίξουμε τους αγαπημένους Beatles και μάλλον θα πω κάτι από Simon & Garfunkel», απαντά μειλίχια. Αν όμως του κάνω δύσκολες και προβοκατόρικες ερωτήσεις, θα διατηρήσει τη γλυκύτητα αυτή;
Αποδέχεται τον αναγκαίο/αδιάφορο/λανθασμένο διαχωρισμό των καλλιτεχνών σε έντεχνους και εμπορικούς; «Υπάρχουν διάφορα είδη μουσικής, πολλά στυλ, επί παραδείγματι ροκ, ποπ, τζαζ, φανκ. Η λέξη “έντεχνο” έχει μια περίεργη ενέργεια - περίπου αφήνει να εννοηθεί ότι εσείς δεν μπορείτε να κάνετε αυτό, εμείς μπορούμε. Κατηγοριοποιεί με κάποιον τρόπο τους καλλιτέχνες.
Λοιπόν, εγώ είμαι εναντίον των διαχωρισμών, δεν κολλάω σε ταμπέλες. Θεωρώ ότι η λέξη “παίζω”, που χαρακτηρίζει τη δουλειά μας, σημαίνει το εξής: έχω ανοιχτό μυαλό, πειραματίζομαι. Αλλωστε, έχουμε συνεργαστεί από τον Σαββόπουλο μέχρι την Παπαρίζου. Δεν είναι κάτι εύκολο. Ισως κάποιες φορές έχει ρίσκο, αλλά προσπαθούμε να ενώνουμε τα είδη. Οι Onirama στο ξεκίνημα έπαιζαν άπειρα κομμάτια από τη λεγόμενη έντεχνη σκηνή. Ακόμη και σήμερα, στις ζωντανές εμφανίσεις μας στο “Cabaret” παίζουμε κομμάτια του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα. Εγώ προσωπικά έμαθα κιθάρα ακούγοντάς τον», λέει παραμένοντας ατάραχος.
Μια μέρα πριν από την κουβέντα μας συμμετείχε ως guest στο «Dancing with the stars». Πόσο εύκολο ήταν να χορέψει; «Πάντα μου ήταν εύκολο να χορεύω. Είμαι άνετος με τον χορό, αλλά ποτέ δεν είχα δοκιμάσει κάτι τόσο μετρημένο και δομημένο. Καταρχάς ο στόχος μου ήταν να νιώσω καλά και, δευτερευόντως, να αποδώσω το κομμάτι όσο καλύτερα μπορούσα». Τι θα απαντούσε σε μια πιθανή πρόταση; «Κάθε χρόνο, από την έναρξη του σόου, δέχομαι πρόταση. Οι υποχρεώσεις μου δεν μου άφηναν περιθώριο να την αποδεχτώ. Μάλλον δεν ήταν ποτέ οι συνθήκες κατάλληλες. Μεγάλες κουβέντες, όπως ποτέ, πάντα, αποφεύγω να λέω. Στο μέλλον, αν έχουν αλλάξει τα δεδομένα και έχω τη διάθεση, ίσως να το έκανα», απαντά.
Παραμένοντας στα τηλεοπτικά δρώμενα, τον ρωτώ τι πιστεύει για το «The Voice» κι αν είναι ποτέ δυνατόν να κάνεις μια επιτυχημένη καριέρα χωρίς να διαθέτεις το πακέτο «φωνή - εμφάνιση». «Εχω παρακολουθήσει μικρά αποσπάσματα στο Διαδίκτυο, όχι ολόκληρη την εκπομπή, οπότε δεν έχω και ολοκληρωμένη άποψη. Εχω δει το αντίστοιχο του εξωτερικού και ήταν πολύ ενδιαφέρον. Σχετικά με το “πακέτο”, πιστεύω ότι πλέον έχει γκρεμιστεί αυτό το πρότυπο. Το κοινό κουράστηκε και ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Adele. Η φωνή και το ταλέντο της ισοπεδώνουν το γεγονός ότι εμφανισιακά δεν πληροί τα καθιερωμένα πρότυπα ομορφιάς. Κι αυτό είναι κάτι ευχάριστο», σημειώνει.
Τι πιστεύει για τη μετακίνηση των μεγάλων ονομάτων από τις πίστες στις θεατρικές σκηνές; «Μου προκάλεσε μεγάλη εντύπωση. Ωστόσο, δεν είμαι τόσο σίγουρος ότι ο προηγούμενος τρόπος διασκέδασης ήταν ο ιδανικός. Τα προγράμματα κρατούσαν ως την επόμενη μέρα, οι τιμές ήταν ανεξέλεγκτες και το κοινό στοιβαζόταν ατάκτως. Ναι, είναι μια καλή κίνηση και μόνο θετικά το βλέπω. Μόνο σε καλό θα βγει. Και φυσικά υπάρχει ακόμη το σκληροπυρηνικό μπουζούκι και πάει καλά. Θέλοντας και μη, το κουβαλάμε μέσα μας οι Ελληνες το μπουζούκι. Είναι στην κουλτούρα μας, κομμάτι της διασκέδασης και της εκτόνωσής μας».
Ο Θοδωρής Μαραντίνης είναι ένας καλλιτέχνης που δραστηριοποιείται αρκετά μέσω των social media - εκεί όπου κατοικοεδρεύει η φυλή των τρολ, που ανώνυμα γράφουν κακοπροαίρετα αρνητικά σχόλια τα οποία δεν θα συναντήσεις σε περιοδικά. Πώς το διαχειρίζεται; «Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δίνουν το δικαίωμα στον καθένα να έχει άποψη. Αυτό δεν είναι κακό. Οταν ξεφεύγει κάποιος από τα όρια, όμως, γίνεται ουσιαστικά κακό. Πώς μπορείς να κρίνεις κάποιον όταν δεν γνωρίζεις τι γίνεται από πίσω, στο παρασκήνιο; Δεν θεωρώ πρέπον να γίνεσαι κακοπροαίρετος για να δημιουργείς εντυπώσεις». Τα παραδοσιακά μέσα έχουν ασχοληθεί κατά κόρον με την προσωπική ζωή του. Πότε ξεπέρασαν τα όρια; «Η φαντασία των ανθρώπων που γράφουν μυθεύματα ενίοτε με ξεπερνά. Δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις ή να οργιστείς. Δεν είναι ευχάριστο αυτό το κομμάτι της δουλειάς. Στην αρχή μάλιστα μου ήταν δύσκολο να το αποδεχτώ, τώρα απλώς έχω συνηθίσει και έχω συμβιβαστεί. Κάποιες φορές όμως έχουν ξεφύγει αρκετά και κινηθήκαμε νομικά. Στείλαμε εξώδικο σε περιοδικό. Είναι άκομψο τώρα που μεγάλωσε το παιδί μας και πηγαίνει στο νηπιαγωγείο να ακούει τυχαία ότι οι γονείς του χωρίζουν. Επίσης, εγώ και η σύζυγός μου αντιλαμβανόμαστε πώς λειτουργεί το σύστημα, όχι όμως οι δικοί μας άνθρωποι. Κάποτε είχε γραφτεί ότι έπαθα ατύχημα οδηγώντας μηχανή. Το ειρωνικό είναι ότι ουδέποτε οδήγησα μηχανή. Φαντάσου όμως να το διαβάσει αυτό η μητέρα σου, ποια θα είναι η πρώτη αντίδρασή της…» σχολιάζει.
Ο Θοδωρής Μαραντίνης και η σύζυγός του, Σίσσυ Χρηστίδου
Πόσο εύκολο είναι για τον Θοδωρή Μαραντίνη να φέρει επιτυχώς εις πέρας όλους τους ρόλους -του πατέρα, του συζύγου, του καλλιτέχνη- που του ανατέθηκαν; «Η δουλειά μας έχει σκληρό ωράριο. Ευτυχώς, όταν ήρθε το πρώτο παιδί μείναμε έναν χρόνο στη Θεσσαλονίκη. Τώρα που είμαστε μόνιμα στην Αθήνα, ζοριζόμαστε λίγο αλλά υπάρχει καλή διάθεση, οι γονείς μας είναι πάντοτε stand by και τα παιδιά μας ήσυχα. Πάντα υπάρχει στο πίσω μέρος του μυαλού μας να μετακομίσουμε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, αλλά όσο μεγαλώνουν τα παιδιά τόσο πιο δύσκολο γίνεται να αλλάξουν εντελώς σχολεία και φίλους. Προς το παρόν, η βάση μας είναι η Αθήνα.
Για να έχεις μια ισορροπία ανάμεσα στην επαγγελματική και την προσωπική ζωή σου πρέπει να διαλέγεις καλούς συνεργάτες και μια γυναίκα που αγαπάς και σε υποστηρίζει. Τα υπόλοιπα είναι εύκολα. Χαλάρωση και προσωπικός χρόνος; Ο ύπνος. Δεν είναι εύκολο να δουλεύεις τη νύχτα».
Εχω σχεδόν πειστεί ότι με τον Θοδωρή Μαραντίνη μπορεί κανείς να συζητά τα πάντα για ώρες.
Ωστόσο, κάπως πρέπει να κλείσουμε την κουβέντα. Τον ρωτώ λοιπόν πού θα ήταν σήμερα αν είχαν αποτύχει οι Onirama. «Δεν ήρθε δύσκολα η επιτυχία. Ευτυχώς το timing ήταν ιδανικό και θετικό για τον δικό μας ήχο. Είχε κάνει τον κύκλο του το λαϊκό πρόγραμμα. Βέβαια, ένα συγκρότημα δεν είναι εύκολο να υπάρχει για μεγάλο διάστημα στην Ελλάδα. Κυρίως για οικονομικούς και πρακτικούς λόγους. Εμείς μετράμε 13 χρόνια και συνεχίζουμε να υπηρετούμε με αξιοπρέπεια την ποπ. Εχουμε μια ενδιαφέρουσα πορεία και προχωράμε. Ξεκινήσαμε ως φίλοι και αυτό μέτρησε. Οταν ήρθαν δύσκολες στιγμές τις αντιμετωπίσαμε και μας βγήκαν σε καλό. Δεν σκέφτηκα ποτέ ότι δεν θα τα καταφέρουμε. Είχα πίστη σε μας. Δεν φανταζόμουν βέβαια ότι θα γνωρίσουμε τόση αναγνωρισιμότητα. Δεν ξέρω πώς θα διαχειριζόμουν μια αποτυχία. Ξέρω όμως ότι οι γονείς με έμαθαν να στέκομαι στα πόδια μου. Ισως να γινόμουν φωτογράφος. Κάτι θα έβρισκα», απαντά και κλείνουμε την κουβέντα με την αίσθηση ότι ο τραγουδιστής των Onirama έχει πραγματοποιήσει πολλά από τα όνειρά του...