Μανόλης Παντελιδάκης, ο αρχιτέκτονας της ελληνικής show biz

Μανόλης Παντελιδάκης, ο αρχιτέκτονας της ελληνικής show biz

Aπό την Επίδαυρο και τις μεγάλες θεατρικές σκηνές μέχρι τα θρυλικά μουσικά σόου, ο κορυφαίος σκηνογράφος θυμάται τα πρόσωπα και τα θεάματα που σημάδεψαν την πορεία του ενώ εκείνος μεταμόρφωνε κάθε χώρο σε συναίσθημα.

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Μανόλης Παντελιδάκης, ο αρχιτέκτονας της ελληνικής show biz
Ο Μανόλης Παντελιδάκης παραμένει ένας αθεράπευτος δημιουργός που αρνείται να τυποποιηθεί αποδεικνύοντας ότι η μαγεία δεν βρίσκεται στο φαίνεσθαι, αλλά στην ψυχή που εμφυσά ο καλλιτέχνης στα άψυχα υλικά.

Συναντηθήκαμε στο σπίτι του με αφορμή το μιούζικαλ «Αστόρια», που παίζεται στο Θέατρο Παλλάς έως τις 17 Μαΐου -με τον ίδιο να υπογράφει τα σκηνικά-, και μιλήσαμε για τους σπουδαιότερους σταθμούς της συναρπαστικής του διαδρομής.

Μανόλης Παντελιδάκης, ο αρχιτέκτονας της ελληνικής show biz


Μεγαλώνοντας στα Εξάρχεια: «Γεννήθηκα στην οδό Μπουμπουλίνας. Ως παιδί ήμουν ανεξάρτητος και πολύ ζωηρός. Μια φορά, θυμάμαι, είχα περάσει το κεφάλι μου στα κάγκελα του προαυλίου στο σχολείο. Επειδή τ’ αφτιά μου ήταν πάντοτε μεγάλα, κόλλησα. Eπρεπε να ανοίξουν τα κάγκελα για να απεγκλωβιστώ. Τα Εξάρχεια ήταν το κέντρο της ζωής μου. Στην εξέγερση του Πολυτεχνείου μέναμε στην Αλεξάνδρας, απέναντι από το Πεδίον του Αρεως. Θυμάμαι τα τανκς να κατεβαίνουν στον δρόμο. Πήγα στο Πολυτεχνείο μαζί με συμμαθητές μου. Η αδελφή μου ήταν έξι χρόνια μεγαλύτερή μου. Εχουμε βαθιά και ουσιαστική αγάπη μεταξύ μας. Εκανε σχέδιο για τη Σχολή Καλών Τεχνών. Τα έργα της με εντυπωσίαζαν πάντα. Ερωτεύτηκε όμως και τα άφησε όλα για να παντρευτεί. Από μικρός ήθελα να πηγαίνω στα πάρτυ της. Στις καλοκαιρινές διακοπές μας στο Μάτι την υποχρέωνα να με παίρνει μαζί της στις εξόδους της. Θυμάμαι πως έβαζε όλους τους συνοδούς της να με κερνάνε. Εχω φάει άπειρους ξηρούς καρπούς για να μη μαρτυρήσω ότι φιλιόταν. Μία από τις φίλες της ήταν η Πετρούλα, μια πολύ όμορφη ψηλή κοπέλα. Με το που την είδα, την ερωτεύτηκα. Η εντυπωσιακή παρουσία της, ο φιλελευθερισμός της με γοήτευσαν ολοκληρωτικά. Αλλά ο έρωτας έμεινε πλατωνικός. Η Πετρούλα ήταν σε μια οργάνωση της Αριστεράς και θεώρησα, μαθητής ακόμη, ότι πρέπει να γραφτώ κι εγώ. Τότε αναζητούσαμε την καθαρότητα στα πράγματα. Αυτή την αγάπη μου για την καθαρότητα την έχω κρατήσει ζωντανή».

Το Πάντειο, ο Κραουνάκης & η Νικολακοπούλου: «Το ’76 μπήκα στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ηταν μια εποχή πολλών πολιτιστικών και πολιτικών ζυμώσεων. Στο Α’ έτος γνωριστήκαμε με τον Σταμάτη Κραουνάκη, τη Λίνα Νικολακοπούλου, τον Γιώργο Παυριανό, την Κατερίνα Πετούση. Γίναμε αμέσως κολλητοί. Εξω από τη Γραμματεία υπήρχαν φοιτητές που υποδέχονταν πολιτικά τους πρωτοετείς. Ο Παυριανός, εκείνη την πρώτη μέρα της σχολής, με ρώτησε αν θέλω να γραφώ στο Πολιτιστικό. Εκεί γνώρισα τον Σταμάτη, έναν κατσαρομάλλη νεαρό με στρογγυλά γυαλιά, που έπαιζε πολύ δυναμικά πιάνο και μελοποιούσε Ελληνες ποιητές. Με τη Λίνα πήγαμε στη Σχολή Θεάτρου του Μπέλλου στην Πλάκα, εκείνη για σκηνοθέτις κι εγώ για σκηνογράφος. Στο Θεατρικό της Παντείου έκανα το πρώτο μου σκηνικό σε ένα έργο του Δημήτρη Κεχαΐδη και μετά ο Δημήτρης Παπαδημητρίου με κάλεσε να κάνω τα σκηνικά για το εμβληματικό έργο του Τζον Μπ. Πρίσλεϊ “Εμείς και ο χρόνος”, στο οποίο έγραψε τη μουσική και πρωταγωνιστούσε η Αργυρώ Μποζώνη».

Μανόλης Παντελιδάκης, ο αρχιτέκτονας της ελληνικής show biz

Ο δάσκαλος Τσαρούχης: «Ο Γιάννης Τσαρούχης ήταν οικογενειακός φίλος του πιο αγαπημένου προσώπου μου, του εξαίρετου αρχιτέκτονα και ανθρώπου της διανόησης, Γιώργου Ζαφειρίου. “Ο φίλος μου ο Μανόλης θέλει να γίνει σκηνογράφος”, του είπε και ο Τσαρούχης με δέχτηκε ως μαθητή του. Ημουν καθημερινά στο εργαστήριό του, το καθάριζα, έπλενα τα πινέλα, τον παρακολουθούσα την ώρα που μίλαγε, που δούλευε. Ηταν μεγάλος δάσκαλος. Ηταν και χορτοφάγος, στο σπίτι του στο Μαρούσι μύριζε πάντα κάποια σούπα. Μου έδωσε μια συστατική επιστολή που, φαντάζομαι, μέτρησε πολύ στο να πάρω την υποτροφία του Ωνάσειου για την École des Arts Décoratifs. Είχα τελειώσει βέβαια με πολύ καλό βαθμό τη Βακαλό. Στο Παρίσι, μαζί με τη Λιλή Κεντάκα, ήμασταν οι δύο μαθητές του που τον περιποιούμασταν. Πηγαίναμε κυρίως σε ιταλικά εστιατόρια, ενώ επίσης λάτρευε τα γλυκά, παρότι ήταν απαγορευμένα, γιατί είχε ζάχαρο. Θυμάμαι και τα καρότα που μας έφερνε από το σπίτι του σε ένα χωριό έξω από το Παρίσι. Οταν έκανα τα σκηνικά για το “Εμείς και ο χρόνος”, νόμιζα ότι θα με φάει το μαύρο σκοτάδι από την αγωνία μου - θα έβλεπε πρώτη φορά τη δουλειά μου! Στο τέλος μού είπε: “Αν ήξερες τι αγώνα έχουμε δώσει για να κάνετε αυτές τις μοντερνιές τόσο εύκολα, δεν θα τολμούσες να τις κάνεις”».

Ο Ζαρίφης, ο Κουν & ο Βουτσινάς: «Το 1986 επιστρέφω στην Ελλάδα. Ερχόμουν και τα καλοκαίρια εντωμεταξύ και είχα κάνει κάποια πράγματα με τον δάσκαλό μου Δαμιανό Ζαρίφη. Με είχε ως βοηθό του στο Θέατρο Τέχνης. Εκεί γνώρισα τον Κουν. Πολύ μυστήριο άτομο. Φαντάζομαι ότι ήταν πολύ πιο ανοιχτός και χαρούμενος με τους φίλους του. Εγώ τον πρόλαβα μόνο σε πρόβες, ζωγράφιζα τις μάσκες. Θυμάμαι, είχε κίτρινα χέρια επειδή κάπνιζε συνεχώς και φορούσε γυαλιά. Στο Παρίσι είχα γνωρίσει και τον Ανδρέα Βουτσινά μέσω του Ανδρέα Μανωλικάκη, που ήταν φίλος του. Δεν υπήρχε πιο εκρηκτική προσωπικότητα από τον Βουτσινά! Ερχόμενος στην Αθήνα θεωρούσα ότι η πρώτη μου παράσταση θα είναι στην Επίδαυρο. Τελικά η πρώτη μου επίσημη σκηνογραφία ήταν για την επιθεώρηση “Τι είδε ο Γιαπωνέζος”, σε μουσική Σταμάτη Κραουνάκη, με τους Λαζόπουλο, Παναγιωτοπούλου και πολλούς ακόμη στο Θέατρο Αθήναιον, μία από τις μεγαλύτερες σκηνές της εποχής. Οι περισσότεροι ηθοποιοί έρχονταν από τη “Λυσιστράτη” του Λαζόπουλου και για κάποιον λόγο είχαν σκοτωθεί μεταξύ τους. Τους παρουσίασα ένα πολύ ευρηματικό σκηνικό και θυμάμαι πως δεν ήξεραν αν τους αρέσει ή όχι. Τότε φώναξαν τον Διονύση Φωτόπουλο, ο οποίος έδωσε την έγκρισή του λέγοντας: “Δεν είναι αυτό που ξέρετε, αλλά είναι καλό”. Με την Παναγιωτοπούλου είχαμε διαφορετική ιδιοσυγκρασία, γι’ αυτό και δεν συνεργαστήκαμε ποτέ ξανά. Με τον Λάκη μείναμε λίγο περισσότερα χρόνια μαζί».

Μανόλης Παντελιδάκης, ο αρχιτέκτονας της ελληνικής show biz

Η «Λεωφόρος»: «Το ’87 με τον Βουτσινά, τη Λίνα, τον Σταμάτη, την Πρωτοψάλτη, την Αρβανιτάκη και τον Στέργιογλου δουλέψαμε στη “Λεωφόρο”, όπου έκανα τη σκηνογραφία. Ηταν κάτι εντελώς καινούριο. Την Ελευθερία την ήξερα από την Οπισθοδρομική Κομπανία και την “Ταβέρνα της Ξανθής” στα Εξάρχεια. Ο τρόπος που ακουμπούσε τη μουσική η Αλκηστις ήταν μοναδικός. Ηταν ροκ αυτό που έκανε. Οπως και ο Σταμάτης και η Λίνα, που εξέφρασαν τη γενιά μας και τις επόμενες. Αυτό που δημιουργήσαμε τότε ήταν αμιγώς θέατρο. Αυτά τα μουσικά θεάματα ήταν το τότε ελληνικό μιούζικαλ. Την ίδια εποχή δουλεύουμε με τον Γιάννη Κακλέα τα “Κόμικ” στον “Τεχνοχώρο” (πρώην “Παγοποιείο του Φιξ”) στην Πατησίων. Πάντοτε είχα στη δουλειά ένα πολύ ισχυρό αντίβαρο. Γι’ αυτό και δεν νιώθω ότι ανήκω σε κανένα είδος. Μόνο σε μένα και στη σκηνογραφία μου».

Ο υπέροχος Μαρίνος: «Στην πρώτη μας συνεργασία με είχε προτείνει ο Κραουνάκης. Δουλέψαμε τελευταία φορά στο “Παρακαλώ... ας μείνει μεταξύ μας” (2008). Ο Μαρίνος ήταν υπέροχος. Ενας πάρα πολύ ευγενικός και τολμηρός ταυτόχρονα άνθρωπος. Ενας τζέντλεμαν, ένας Αμερικανός ηθοποιός. Είχε μια λάμψη και ταυτόχρονα μια οικονομία στην κίνηση, στο αστείο, που δεν τη βρίσκουμε πια. Ηταν της φιλοσοφίας του Ηλιόπουλου. Ηταν φίνοι όλοι αυτοί οι κωμικοί. Τώρα, αντί να είναι φίνοι, φθίνουν. Εκτοτε δεν συναντηθήκαμε. Ο Ανδρέας, ο ιδιοκτήτης ενός εστιατορίου όπου πήγαινα και πολύ καλός του φίλος, μου έλεγε τα νέα του. Γνώριζα ποιοι τον πρόσεχαν. Τα μάθαινα από ανθρώπους που τον αγαπούσαν σαν οικογένειά τους. Τους είχε παντρέψει, είχε βαφτίσει το παιδί τους. Αλλά, ξέρεις, ήταν στη σφαίρα του προσωπικού όλα αυτά».

Η Αλίκη και η Μιμή: «Το 1990 συνεργαζόμαστε με τη Βουγιουκλάκη στο “Γλυκό πουλί της νιότης” - το “γλυκό π*** του Κώστα”, που λέγαμε τότε κάνοντας χιούμορ. Η Αλίκη ήταν μύθος, ήταν η δική μας εθνική σταρ. Η ενέργειά της ήταν συνομήλικού μου. Θυμάμαι στην πρώτη μας συνάντηση να έρχεται τρέχοντας από την πόρτα ως τη σκηνή του θεάτρου γιατί είχε αργήσει δύο λεπτά. Εκείνη την περίοδο είχε δεχτεί μια πολύ μεγάλη επίθεση από τον Τύπο χωρίς λόγο, επειδή έπαιξε στην Επίδαυρο την Αντιγόνη. Στις πρόβες ένιωθα πόσο πληγωμένη ήταν. Την είχε πληγώσει και μια επίθεση που της είχε κάνει ο Λαζόπουλος, χωρίς λόγο επίσης. Με ποια λογική θα μπεις στην ίδια τάξη με τη Βουγιουκλάκη και θα τσακώνεσαι μαζί της; Μην τρελαθούμε κιόλας. Δεν νομίζω ότι τον συγχώρεσε ποτέ τον Λάκη. Τη βραδιά της πρεμιέρας γινόταν χαμός από κάτω. Το κοινό της ήταν μοναδικά φανατικό. Σε μια στιγμή λέει στον Σπυρόπουλο μια ατάκα του έργου: “Δηλαδή, δεν με ξέχασε κανείς;” και από κάτω, σαν να ήμασταν σε εξέδρα γηπέδου, ο κόσμος φώναζε: “Οχι! Δεν σε ξέχασε κανείς!”. Εκεί κατάλαβα ποιος είναι ο μύθος. Το 1994 μου τηλεφώνησε η Μιμή Ντενίση και μου είπε: “Θέλω να σκηνογραφήσεις την Αννα Καρένινα που κάνω στο Ακροπόλ”. Συναντηθήκαμε και δέσαμε αμέσως. Η Μιμή έχει κάτι μαγικό. Είναι μαγνητική προσωπικότητα. Είναι ατόφια ως χαρακτήρας και ένας βαθιά καλλιεργημένος άνθρωπος».

Η επιτυχία του «Αστόρια»: «Στο παρελθόν τα ελληνικά έργα αντιμετωπίζονταν ως ηθογραφίες. Αυτό που έγινε με το “Αστόρια” είναι μοναδικό. Ο Κωνσταντίνος Σαμαράς έγραψε ένα έργο με τόσο μεγάλη αγάπη και ο Βασίλης Μαυρογεωργίου το σκηνοθέτησε ως ένα μεγάλο μουσικό θέαμα με κοινωνικό χαρακτήρα. Πλέον τα περισσότερα μιούζικαλ στην Αμερική είναι κοινωνικά. Εγώ λατρεύω τον αμερικάνικο εξπρεσιονισμό, την ποπ αρτ, αλλά ταυτόχρονα αγαπώ και το “Καφενείον το Νέον” του Τσαρούχη - το βασικό σκηνικό στην παράσταση είναι ένα ελληνικό καφενείο, όπως ήταν στην αυθεντική φωτογραφία που ήρθε στα χέρια μου. Αυτό που με συγκίνησε στο “Αστόρια” ήταν το πώς εκείνη η γενιά Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική δημιούργησε μια Ελλάδα παράλληλη εκεί».

Κλείσιμο
ASTORIA | Η νέα παραγωγή του Θεάτρου Παλλάς | Από 19 Μαρτίου και κάθε Πέμπτη - Κυριακή

Το όραμα: «Δεν οραματίζομαι. Λίγο ως πολύ, στην καριέρα μας ακολουθούμε τους δρόμους που ανοίγονται. Δεν έχω υπάρξει ποτέ κρατικός καλλιτέχνης, συστημικός. Η ελεύθερη αγορά σε διαλέγει και τη διαλέγεις. Επίσης, τα “όχι” είναι πιο σημαντικά από τα “ναι” που λες».

Ο χρόνος: «Είμαι πολύ συμβιβασμένος με τον χρόνο. Αλλωστε πλέον δεν τρέχω αγώνα ταχύτητος, αλλά αντοχής. Δεν φαντάζομαι τον εαυτό μου μετά από δέκα χρόνια, αλλά σήμερα. Θέλω να περνάω καλά και επιθυμώ ό,τι δημιουργώ να είναι πιο δυνατό από το προηγούμενό μου. Αυτός είναι ο στόχος μου» ◆
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης