Γιώργος Χριστοδούλου: Κοιτάω ποιος ρόλος με αφορά την περίοδο που διανύω ως άνθρωπος
Ηθοποιός, σκηνοθέτης, θεατρικός συγγραφέας, σύζυγος, πατέρας, φίλος. Ενας άνθρωπος, πολλές ιδιότητες και περίσσια αγάπη για όσα κάνει: όπως το «Τάμα», το τέταρτο έργο του που παίζεται τώρα στη σκηνή, και τον «Μάκβεθ», την παράσταση στην οποία πρωταγωνιστεί στον ομώνυμο ρόλο
Πουκάμισο Polo Ralph Lauren, attica, The Department Store
Η προτελευταία εβδομάδα του Απριλίου ήταν κουραστική, αλλά άκρως δημιουργική για τον Γιώργο Χριστοδούλου. Τη Δευτέρα είχε πρεμιέρα το στο Σύγχρονο Θέατρο, το τέταρτο θεατρικό έργο του που ανεβαίνει στη σκηνή, σε δική του σκηνοθεσία. Hμουν εκεί, το είδα, ενθουσιάστηκα, του το είπα. Την Τρίτη έκανε τη φωτογράφηση για το «Gala» σε ένα διάλειμμα από τις εντατικές πρόβες του.
Την Πέμπτη είχε πρεμιέρα το «Μάκβεθ» στο Από Μηχανής Θέατρο, την παράσταση στην οποία ερμηνεύει τον διάσημο σαιξπηρικό ήρωα, μεταξύ άλλων ρόλων. Την Παρασκευή συναντήθηκε μαζί μου - ξενυχτισμένος και κουρασμένος μεν, χωρίς να του φαίνεται δε. Αλλο ένα σπουδαίο ταλέντο που αξίζει να του αναγνωρίσει κανείς.
Τζάκετ, T-shirt και τζιν παντελόνι Polo Ralph Lauren, attica, The Department Store. Αρβυλάκια, Dr. Martens
GALA: Πώς ξεκίνησες να γράφεις; ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ: Από το σχολείο έγραφα ιστορίες με διαλόγους, δεν είχα όμως την αυτοπεποίθηση ότι θα ανεβάσω δικό μου έργο. Με έπεισε να το κάνω η Μαρία Προϊστάκη [σ.σ.: ηθοποιός και σύζυγός του]. Το ξεκίνησα με τη λογική του ηθοποιού: ήθελα να γράψω ιστορίες, ρόλους και δεδομένες συνθήκες που να έχουν ενδιαφέρον για μένα αν έπαιζα. Τελικά δεν έχω παίξει ποτέ σε δικό μου έργο, μια φορά έχω κάνει αντικατάσταση και δεινοπάθησα. Μου φαινόταν περίεργο το ότι πρέπει να πω το κείμενο που έχω γράψει εγώ, με δυσκόλεψε η εμπειρία. Δεν ξέρω αν θα το ξαναδοκίμαζα.
G.: Οταν γράφεις ένα έργο, το φαντάζεσαι και πώς θα μπορούσε να ανέβει στη σκηνή; Γ.ΧΡ.: Πάντα το φαντάζομαι αυτό όταν γράφω ένα έργο και ποτέ, ακόμα και σε εκείνα που έχω σκηνοθετήσει, δεν ανεβαίνει όπως το φαντάστηκα. Κι αυτό είναι το πολύ ωραίο, γιατί σε κάθε έργο μου συνομιλώ με τους ανθρώπους που το κάνουμε μαζί και καταλήγουμε στο τελικό συμπέρασμα. Είχε πάρα πολύ ενδιαφέρον όταν είδα το πρώτο έργο που έγραψα και δεν σκηνοθέτησα, τον «Σταθμό Ω» στο Εθνικό - ήταν μαγικό το ότι κάποιος άλλος φώτισε διαφορετικά πράγματα. Ο Δημήτρης Τσικούρας -τον λέμε Τσικ-, που το σκηνοθέτησε, μέσα από το ίδιο το έργο, χωρίς να αλλάξει τίποτα, είπε κάτι καινούριο.
Σακάκι, T-shirt και παντελόνι Polo Ralph Lauren, pochette Etro, όλα attica, The Department Store. Αρβυλάκια, Dr. Martens
G.: Στο «Τάμα» τι ήταν αυτό που σε ενέπνευσε; Το θρησκευτικό αίσθημα ή η ανάγκη του ανθρώπου να αποταθεί σε μια ανώτερη δύναμη; Γ.ΧΡ.: Είναι πολύ αυτό που λες. Εμένα η σχέση μου με τη θρησκεία είναι καθαρά τυπική, μια ανάμνηση των παιδικών μου χρόνων. Οταν είδα αυτά τα αντικείμενα, τα τάματα, φαντάστηκα το χέρι που τα κρατάει, ποια είναι η ιστορία του. Και μέσα από τις ιστορίες από τις οποίες πήρα υλικό και με το μυθοπλαστικό στοιχείο που έβαλα, προσπάθησα να μιλήσω καθαρά για τον άνθρωπο, του οποίου η σχέση με τη θρησκεία και την πίστη διερευνάται τη στιγμή που γίνεται το τάμα και μέσω αυτής της πράξης. Ο άλλος προσπαθεί να απαντήσει αν υπάρχει κάποια ανώτερη δύναμη που τον ακούει και μπορεί να τον προστατεύσει. Δεν το θεώρησα δεδομένο, δεν ήταν και στις προθέσεις μου να μιλήσω για τη δύναμη της πίστης. Περισσότερο για την ανθρώπινη ευαλωτότητα προσπάθησα να μιλήσω. Η παράστασή μας, λοιπόν, είναι ανθρώπινη, λαϊκή, έχει φως, έχει χιούμορ, έχει προβληματισμό. Αυτό που ελπίζω, και σε αυτό το έργο και στα άλλα μου, είναι ότι ο θεατής θα φύγει μετατοπισμένος, ότι θα έχει μια ψυχική εμπειρία με όσο δυνατόν μεγαλύτερο πλούτο.
Πουκάμισο Polo Ralph Lauren, attica, The Department Store
G.: Εχεις κάνει ποτέ τάμα; Γ.ΧΡ.: Ναι, έχω κάνει. Οταν γεννήθηκαν τα παιδιά μου, είχα μια τεράστια ανησυχία για την υγεία τους. Ειδικά με τον πρώτο μου γιο, που όταν ήταν μικρός η γιατρός μάς έλεγε ότι θα πρέπει να προσέξουμε να μην αρρωστήσει. Οπότε ήμουν σε ένα μόνιμο άγχος να είναι καλά. Κι όταν τελικά αρρώστησε για πρώτη φορά, πολύ μικρούλης ακόμα, εγώ αμέσως είπα: «Θεέ μου, Παναγία μου, Αγιε Στυλιανέ, να γίνει το παιδί καλά κι εγώ θα έρθω να ανάψω ένα κερί». Κάτι τέτοιο. Είχα τόση ανάγκη να υπάρχει μια δύναμη η οποία θα τον προστατεύσει...
G.: Το τάμα, όμως, έπιασε. Γ.ΧΡ.: Ναι. (γέλια) Αυτό το τάμα έπιασε.
Πουκάμισο, T-shirt και παντελόνι Polo Ralph Lauren, attica, The Department Store. Αρβυλάκια, Dr. Martens
G.: Αυτή την περίοδο υποδύεσαι τον Μάκβεθ στο ομώνυμο έργο του Σαίξπηρ. Είναι κλασικό ανέβασμα ή ελαφρώς πειραγμένο; Γ.ΧΡ.: Είναι ένα πείραμα πάνω στον «Μάκβεθ». Κρατώντας τον πυρήνα του και την ουσία του, είναι σαν ένα παιχνίδι αντρικής μύησης με ολέθρια αποτελέσματα. Είμαστε τέσσερις άντρες που μοιραζόμαστε όλους τους ρόλους, βρισκόμαστε συνεχώς επί σκηνής, το σκηνικό είναι μια παιδική χαρά. Η οπτική του Παναγιώτη Εξαρχέα που το σκηνοθέτησε έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον και, όπως μας σχολίασαν και στην πρεμιέρα, λέει κάτι καινούριο γι’ αυτό το έργο. Αυτό είναι το πιο σημαντικό.
G.: Πώς είναι για τον ηθοποιό να εναλλάσσει ρόλους πάνω στη σκηνή; Γ.ΧΡ.: Είναι δύσκολο, αλλά και πολύ ωραία πρόκληση. Τέτοιου είδους projects πάντα με ενδιαφέρουν, γιατί μπορείς να δείξεις την τεχνική σου, τη δεξιοτεχνία σου. Παλιότερα, όταν ξεκίνησα 22-23 χρόνων, έλεγα ότι θέλω να παίξω όλους τους μεγάλους ρόλους. Τώρα κοιτάω ποιος ρόλος με αφορά την περίοδο που διανύω ως άνθρωπος, τι καινούριο έχει να μου δώσει ως ηθοποιός και, προπάντων, να ξέρω τον τρόπο που δουλεύει ο σκηνοθέτης και όχι μόνο το αποτέλεσμά του.
G.: Εσύ πώς είσαι ως σκηνοθέτης απέναντι στους ηθοποιούς σου και πώς ως ηθοποιός απέναντι στον σκηνοθέτη σου; Γ.ΧΡ.: Ως σκηνοθέτης το βλέπω από τη μεριά του ηθοποιού - προσπαθώ να καταργήσω την ιεραρχία, να είμαστε όλοι ισότιμοι για να βγει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα από κοινού. Ως ηθοποιός ακολουθώ πάντα αυτό που έχω διδαχθεί από τη σχολή και από όλα αυτά τα χρόνια που ασχολούμαι με την υποκριτική: να υπακούω τον σκηνοθέτη. Είμαι έτοιμος να δεχτώ ό,τι μου επιβάλλει, ακόμα κι αν εμένα δεν μου αρέσει ή δεν το θεωρώ σωστό, γιατί καλώς ή κακώς η φύση της δουλειάς μας εξακολουθεί να είναι και έτσι και επειδή από τα προσωπικά μου βιώματα θέλω ο σκηνοθέτης να είναι ικανοποιημένος από εμένα. Αν δεν είναι υπερβολή να το πω, στον πρώτο που θέλω να αρέσω και κυρίως είναι ο σκηνοθέτης.
G.: Θέλεις όμως γενικά να αρέσεις; Γ.ΧΡ.: Για να μη σου πω μπούρδες, ναι, θέλω να αρέσω στον κόσμο και εννοώ με τον βαθύτερο τρόπο. Με αυτό το όνειρο ξεκίνησα. Δεν με ενδιέφερε ποτέ να με θεωρούν όμορφο ή ωραίο. Αυτό που θέλω να λένε για εμένα, απόλυτα και μόνο, είναι ότι είμαι καλός ηθοποιός.
G.: Το έχεις εισπράξει όμως αυτό... Γ.ΧΡ.: Ναι, και από το κοινό και από τον χώρο και είναι ευλογία για τον ηθοποιό αυτό. Γιατί αν κάτι με χαροποιεί ιδιαίτερα, αυτό είναι ότι ο χώρος με εκτιμά.
G.: Εχεις μείνει ποτέ χωρίς δουλειά; Γ.ΧΡ.: Οχι, ήμουν τυχερός. Φέτος, όμως, κινδύνεψα να μείνω, γιατί ήμουν υπέρ το δέον εκλεκτικός και είπα πολλά «όχι». Τώρα που μιλάμε, ακόμα δεν έχω κλείσει δουλειά για τον χειμώνα.
G.: Για το καλοκαίρι έχεις κλείσει; Γ.ΧΡ.: Ναι, θα είμαι στην παράσταση «Τρωάδες» της Ελένης Ευθυμίου στην Επίδαυρο, που θα είναι και η Εν Δυνάμει σε αυτό.
G.: Εχεις ξαναπάει στην Επίδαυρο; Γ.ΧΡ.: Οχι, ποτέ. Μου είχαν κάνει προτάσεις παλιότερα, αλλά είτε είχα κανονίσει ήδη κάτι άλλο, είτε μου πρότειναν τον Χορό. Και θα είμαι ειλικρινής μαζί σου, εγώ ήθελα να πάω στην Επίδαυρο με ρόλο. Το είχα πάρει μάλιστα απόφαση ότι μπορεί να μην πάω και ποτέ. Αλλά τελικά συνέβη και χαίρομαι που θα συνεργαστώ και με την Ελένη Ευθυμίου. Εχει πολύ ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο δουλεύει και βλέπει τα πράγματα. Ηθελα πολύ αυτή την εμπειρία.
G.: Εχεις συνεργαστεί πολλές φορές με τη Μαρία Προϊστάκη, η οποία παίζει τώρα και στο «Τάμα». Είναι εύκολο ή δύσκολο να συνεργάζεσαι με τη σύντροφό σου; Γ.ΧΡ.: Είναι φοβερά απαιτητικό κι αν δεν είναι καθαροί οι όροι με τους οποίους γίνεται αυτό, μπορείς να γίνεις με τον άλλον μαλλιά κουβάρια. Εμείς, μετά την πρώτη μας συνεργασία, αποφασίσαμε πρώτα απ’ όλα ότι δεν θα μιλάμε στο σπίτι για τη δουλειά και το έχουμε τηρήσει.
G.: Θαυμάζει ο ένας τον άλλον; Γ.ΧΡ.: Η Μαρία είναι η μούσα μου. Εκτός του ότι είμαστε ομάδα και νιώθω πως ο ένας κάπως συμπληρώνει τον άλλον, ειλικρινά αντλώ υλικό από εκείνη. Η αφορμή μου για να γράψω ένα έργο είναι ότι φαντάζομαι εκείνη σε έναν ρόλο. Είναι κομμάτι της έμπνευσής μου.