Ένα υβριδικό έργο -δοκίμιο και λεξικό μαζί- που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Άγκυρα, αποδεικνύει ότι η γλώσσα δεν είναι σχολική αγγαρεία αλλά μια ζωντανή ιστορία μεταμορφώσεων που δεν εξαντλείται στην πρώτη ανάγνωση. Και αυτό γιατί οι μεταφορές αποτελούν ένα τεράστιο πεδίο της.
Ο Β. Μαλισιόβας, φιλόλογος, λαογράφος και θεολόγος, έχει μακρά θητεία ως επιμελητής εκδόσεων και μεταξύ άλλων έχει συνεργαστεί με το Κέντρο Λεξικολογίας και τα λεξικά του καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη). Διορθωτής, λεξικογράφος και συγγραφέας, έχει εργαστεί για κορυφαίες ελληνικές εφημερίδες, περιοδικά και sites, καθώς και εκδοτικούς οίκους και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα στη χώρα. Εδώ και τρεις δεκαετίες υπηρετεί την ελληνική γλώσσα, έχοντας το χάρισμα του να μπορεί να την κοιτάζει «και έτσι, κι αλλιώς», από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Αυτή τη φορά το πρίσμα του είναι ο μεταφορικός λόγος στην ελληνική γλώσσα: λέξεις που χρησιμοποιούνται κατά κόρον, με διαφορετική έννοια από την αρχική, αυτόνομες ή μέσα σε φράσεις που πετυχαίνουν «διάνα» ως προς τη σημασία και την αποτύπωση του νοήματος.
Ένα είδος δοκιμιακού λεξικού, που δεν πριμοδοτεί το ακαδημαϊκό βάρος αλλά τη χαρά της ανάγνωσης στους μοντέρνους καιρούς. Χωρισμένο σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες και είκοσι υποκατηγορίες, το βιβλίο διατρέχει μέσα σε 300 σελίδες τη φύση, τα έντομα, τα πτηνά, τα ψάρια και τα θαλασσινά, το έδαφος και το υπέδαφος, τα μαθηματικά, τη χημεία, τη μουσική, την κοπτορραπτική, την κομμωτική, τα Μέσα Ενημέρωσης, τα επαγγέλματα, τα μαγειρική και τη γαστρονομία -αντλώντας υλικό από πολλούς και διάφορους τομείς, τις μεταφορικές λέξεις των οποίων φωτίζει.
Έτσι, διαβάζουμε για παράδειγμα ότι ως «αλμπάνης» (ο κακός επαγγελματίας και ψευδοεπιστήμονας), αναφερόταν στο μακρινό παρελθόν ο πεταλωτής και πρακτικός κτηνίατρος αλόγων και γαϊδουριών. Ενώ ο «γλυκανάλατος» είναι ο επιτηδευμένα συναισθηματικός και ρομαντικός, και «πιπεράτο» το καυστικό ή και πονηρό σχόλιο. Επίσης «γλαρόσουπα» είναι το φαγητό που δεν τρώγεται, καθώς και συμβολικά οι αποτυχημένες μαγειρικές απόπειρες, αλλά και ότι «κεφτές», «χαλβάς» και «λαπάς», ο νωθρός και υπερβολικά χαλαρός άνθρωπος. Πολύ ενδιαφέρουσες και οι μειωτικές αναφοράς -ένα προνομιακό πεδίο για τις μεταφορές, που επιζούν σε πείσμα της πολιτικής ορθότητας, με λέξεις όπως «χαζοβιόλης», «βλήμα», «βλίτο», «χόρτο» «μπαγλαμάς», «μπουζούκι» και άλλες που περιέχονται στο βιβλίο και επεξηγούνται με χειρουργική ακρίβεια.
Μοντέρνο και ευκολοανάγνωστο, το «Μεταφορικά μιλώντας» δεν υποδύεται, δεν παριστάνει, δεν κάνει επίδειξη γνώσεων ούτε φλυαρεί. Γραμμένο κυρίως εκ πνευματικής περιουσίας του συγγραφέως και όχι ευθέως από πηγές ή άλλα λεξικά, καταφέρνει να γίνει από μόνο του μια σημαντική πηγή του είδους για ανάλογα μελλοντικά πονήματα, χωρίς να χάνει την επιστημοσύνη του. Ιδιαίτερα χρήσιμο για εκπαιδευτικούς και μαθητές, όπως επίσης και για δημοσιογράφους, επικοινωνιολόγους, επαγγελματίες του λόγου αλλά και γενικά για όποιον θέλει να ξαναδιαβάσει από μια άλλη οπτική τη γλώσσα που μιλάμε χωρίς να το ξέρουμε.
Τα παραδείγματα προφορικού λόγου από την καθημερινή επικοινωνία είναι ιδιαίτερα απολαυστικά, με το «βιτριολικό» (άλλη μια λέξη που παρατίθεται) χιούμορ σε ορισμένες περιπτώσεις να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο. Εκεί ξεχωρίζει η κοινωνική οξυδέρκεια του συγγραφέα -ο αναγνώστης συναντά την πεθερά που «έκανε πύραυλο το στιφάδο», τον προϊστάμενο που «δεν ξέρει πόσο κάνει ένα κι ένα», τον συνάδελφο που «καίει λάδια». Δεν είναι απλώς αστεία: είναι μικρές σκηνές από την ελληνική ζωή, όπου η γλώσσα αφτιασίδωτη αποκαλύπτει τα στερεότυπα, τις υποτιμήσεις, τις τρυφερότητες και τις ειρωνείες.
Ιδιαίτερη αξία έχει, ακόμη, η αναφορά σε τοπωνύμια και επώνυμα που προέρχονται από συγκεκριμένα πεδία μεταφορικών σημασιών, ενώ συναρπαστικό είναι το ταξίδι της μεταπήδησης από το ένα πεδίο στο άλλο.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί η σταθερή δομή του βιβλίου. Κάθε κεφάλαιο ανοίγει με μια αφορμή, συχνά βιωματική: ο παππούς που έλεγε για τον αργοκίνητο γείτονα ότι «πάει με τον αραμπά του», η γιαγιά που έριχνε αλεύρι «όσο έπαιρνε», ο φίλος που αγόρασε «γιαπωνέζικη καρμανιόλα» (και ήταν, τελικά, ένας κόφτης χαρτιού). Ακολουθεί μια σύντομη αναδρομή στο παρελθόν του πεδίου, έπειτα το κύριο σώμα με τα λήμματα, όπου ο συγγραφέας ιχνηλατεί την κυριολεκτική σημασία λέξεων που σήμερα ζουν κυρίως μεταφορικά, και, τέλος, ένας επίλογος με ποιητικό ή λογοτεχνικό παράθεμα: Έλιοτ, Σουρής, Δροσίνης, Ηρόδοτος, ή απλώς μια παροιμία, όπως «η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει». Το δίχως άλλο!
Βασίλης Μαλισιόβας, Μεταφορικά μιλώντας - Οι μεταμορφώσεις σημασιών στη γλώσσα μας
Πρόλογος: Ιωάννα Σπηλιοπούλου · Εκδόσεις Άγκυρα, Σεπτέμβριος 2026, 306 σελίδες
Με στρατηγικό όραμα και σταθερά ανοδική πορεία, ο Όμιλος Revoil κινείται ταυτόχρονα σε τρεις διαφορετικούς αλλά συμπληρωματικούς άξονες που έχουν ως κοινό σημείο αναφοράς την ενέργεια.
Η αυτοκίνηση αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Όμως η μεγαλύτερη επανάσταση δεν είναι ένα καλύτερο αυτοκίνητο αλλά ένας κόσμος που το χρειάζεται λιγότερο. Και εντελώς διαφορετικό.
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ηλικιωμένων, την 1 Οκτωβρίου, αξίζει να δώσουμε μεγαλύτερη προσοχή σε ένα πρόβλημα που συχνά περνά απαρατήρητο: τη δυσθρεψία και τα σημάδια που μπορεί να εμφανιστούν πριν ακόμη γίνει αντιληπτή.