Την έκθεση των Γλυπτών του Παρθενώνατόσο στο Λονδίνο όσο και στην Αθήνα προβλέπει η νέα διευθέτηση στην οποία εργάζεται η βρετανική πλευρά, σύμφωνα με δηλώσεις του προέδρου του Βρετανικού Μουσείου Τζορτζ Όσμπορν.
Ο Όσμπορν, όπως μεταδίδει το Reuters, θεωρεί ότι η λύση αυτή θα ωφελήσει και τις δύο πλευρές. Όπως επανέλαβε, το μουσείο είχε εποικοδομητικές συνομιλίες με την ελληνική κυβέρνηση για τα Μάρμαρα που αποτελούν πηγή διαφωνιών μεταξύ των δύο ευρωπαϊκών χωρών για αιώνες.
«Είναι ένα πρόβλημα που είναι δύσκολο να λυθεί», είπε στο BBC Radio. «Αλλά νομίζω ότι υπάρχει δρόμος προς τα εμπρός όπου αυτά τα γλυπτά, τα Ελγίνεια Μάρμαρα, τα Γλυπτά του Παρθενώνα, θα μπορούσαν να εκτίθενται τόσο στο Λονδίνο όσο και στην Αθήνα, και αυτό θα είναι win-win για την Ελλάδα και για εμάς», προσέθεσε.
Όταν ρωτήθηκε αν αυτό σημαίνει δανεισμό, ο πρόεδρος του Βρετανικού Μουσείου είπε: «Συζητάμε με την ελληνική κυβέρνηση γι' αυτό, για μια νέα ρύθμιση και αυτό που δεν ήθελα να κάνω είναι να αναγκάσω τους Έλληνες να δεχτούν πράγματα που θεωρούν αδύνατα, ενώ παρόμοια, δεν μπορούν να μας επιβάλλουν πράγματα που θα θεωρούσαμε αδύνατα».
«Όχι» σε οριστική παράδοση στην Ελλάδα
Το δημοσίευμα αναφέρει η ελληνική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι βρισκόταν σε συνομιλίεςγια τον επαναπατρισμό των Γλυπτών, τα οποία αφαιρέθηκαν από τον Βρετανό διπλωμάτη Λόρδο Έλγιν από τον επιβλητικό ναό του Παρθενώνα στην Αθήνα στις αρχές του 19ου αιώνα. Ωστόσο, ο Οσμπορν απέκλεισε ένα σενάριο όπου τα Γλυπτά θα μπορούσαν να παραδοθούν οριστικά, λέγοντας ότι θα χρειαζόταν αλλαγή της βρετανικής νομοθεσίας.
«Αν θέλαμε να στείλουμε όλα τα Ελγίνεια Μάρμαρα πίσω, τότε αυτό θα απαιτούσε μια νομοθετική πράξη και αυτό θα ήταν πέρα από τις αρμοδιότητές μου», είπε. «Αλλά αυτό που μπορεί να κάνει το μουσείο είναι να προσπαθήσει να δημιουργήσει μια νέα σχέση με την Ελλάδα».
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Γης, οι δενδροφυτεύσεις σε Χίο και Βόρεια Εύβοια, που υλοποιούνται σε συνεργασία με τον περιβαλλοντικό οργανισμό we4all, αναδεικνύουν μια στρατηγική με συνέπεια και μετρήσιμα αποτελέσματα.
Καθώς τα εργαλεία πολλαπλασιάζονται και η τεχνολογία διεισδύει σε κάθε επιχειρησιακή λειτουργία, η ανάγκη για ξεκάθαρη κατεύθυνση γίνεται πιο επιτακτική από ποτέ. Το ερώτημα όμως παραμένει ουσιαστικό: Ποιος μπορεί να συνδέσει το business με την Τεχνολογία στο επίπεδο των αποφάσεων;