Πλαστογραφίες έργων τέχνης που έγραψαν ιστορία, πώς είχαν αντιδράσει Τσαρούχης, Μόραλης και Βασιλείου
Η υπόθεση του γκαλερίστα Γιώργου Τσαγκαράκη έφερε στο φως μία ολόκληρη βιομηχανία πώλησης φθηνών απομιμήσεων - Εκατοντάδες τα ψεύτικα έργα που έχουν κατασχεθεί τα τελευταία χρόνια
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Οσοι σοκαρίστηκαν με την υπόθεση του γκαλερίστα Γιώργου Τσαγκαράκη, στην κατοχή του οποίου βρέθηκαν εκατοντάδες πλαστά έργα τέχνης, μάλλον κατοικούσαν στα σύννεφα. Και έπεσαν από αυτά με βοερό κρότο, ανάμεικτο με λυγμό, καταγγελίες και αναθέματα, για να προσκρούσουν στον καθρέφτη μιας αγοράς με εύθραυστη μνήμη, η οποία ζητούσε υπογραφές. Οχι αυθεντικότητα. Ο «φιλότεχνος» πελάτης παραμέριζε την άγνοια και την αφέλειά του. Ψώνιζε την απομίμηση, το ψευδεπίγραφο, το πλαστό, το κίβδηλο, το ψεύτικο, τη «μαϊμού», ικανοποιώντας την ανάγκη του να πιστέψει στο τεφαρίκι. Για να διακοσμήσει τον τοίχο του σαλονιού του με ένα ανέλπιστο καλλιτεχνικό θησαυρό. Ο οποίος ήταν από κατασκευής για τα σκουπίδια.
Μην πάμε μακριά. Αν μόλις πρόσφατα εντοπίστηκαν στο Ελληνικό, σε αποθήκη του γνωστού και ως τηλεοπτικού δημοπράτη, 321 έργα τέχνης, από τα οποία μόνο επτά ήταν γνήσια, τα αμέσως προηγούμενα χρόνια η ίδια εξαπάτηση έκανε ασύδοτο πάρτυ. Αγνωστο πόσες από αυτές τις κομπίνες παρέμειναν ανεξιχνίαστες.
Εργα που βρέθηκαν στις αποθήκες της γκαλερί Τσαγκαράκη και κατασχέθηκαν
Κατασχέσεις
Τον Νοέμβριο του 2025, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 480 πλαστά έργα τέχνης μετά από έφοδο της ΕΛ.ΑΣ. σε σπίτια και καβάτζες στο Παγκράτι, στην Παιανία και σε καταυλισμό στο Μενίδι. Τον Δεκέμβριο του 2024, κατασχέθηκαν 930 καταφανώς πλαστοί πίνακες σε «γκαλερί» επί της οδού Αλεξάνδρου Σβώλου, καθώς και σε κοντινούς αποθηκευτικούς χώρους στη Θεσσαλονίκη. Το κύκλωμα που τους διακινούσε ετοιμαζόταν την επόμενη μέρα να τους δημοπρατήσει διαδικτυακά υπό τον τίτλο «39η Ελλήνων Τέχνη». Ο κατάλογος περιείχε απομιμήσεις έργων των Ακριθάκη, Μπουζιάνη, Θεόφιλου, Γαΐτη, Εγγονόπουλου, Μυταρά, Φασιανού, Τσαρούχη κ.λπ. Ολα μούφα και όλα κοψοχρονιά: πάνω-κάτω, χιλιάρικο το κομμάτι. Ενα χρόνο πριν, τον Νοέμβριο του 2023, συνελήφθησαν πέντε άτομα για κατάρτιση, διακίνηση και πώληση 10 πλαστών έργων υψηλής ζωγραφικής τέχνης.
Οι αθεόφοβοι αετονύχηδες δράστες είχαν πλαστογραφήσει, μεταξύ άλλων, μέχρι και έργο του Αμερικανού ζωγράφου Τζάκσον Πόλοκ, τον οποίο αποπειράθηκαν να πουλήσουν στη Σόφια της Βουλγαρίας. Χώρια οι τέσσερις κακοποιημένοι αισθητικά πίνακες, δήθεν φιλοτεχνημένοι από τον Πικάσο, καθώς και οι άθλιες απομιμήσεις πρωτότυπων έργων του Μαγκρίτ και του Ματίς. Η σπείρα ήταν εφοδιασμένη με πλαστά πιστοποιητικά γνησιότητας και έγγραφα προέλευσης, εκμεταλλευόμενη τις ευκολίες που παρέχει η σύγχρονη τεχνολογία και για την ανατύπωση μεταγενέστερων υπογραφών στον καμβά.
Κλείσιμο
Αναπόδραστα, η κλίκα των παραχαρακτών περίμενε υπομονετικά τους αδαείς «συλλέκτες», προκειμένου να κερδοσκοπήσει με νόθα καλλιτεχνήματα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που εκατοντάδες χιλιάδες, ίσως και εκατομμύρια, ευρώ θα πετάγονταν στον κουβά. Το κακό ήταν ότι σε αυτή την κατά συρροή απώλεια χρημάτων οι έντιμοι γκαλερίστες διάθεσης αυθεντικών πινάκων σιωπούσαν για να μη δημιουργήσουν περαιτέρω αναστάτωση, αμφιβολίες και καχυποψία στην αγορά. Το χειρότερο, ότι οι νεόκοποι συλλέκτες που αναζητούσαν κοινωνική καταξίωση μέσω της ιδιοκτησίας παραποιημένων «αριστουργημάτων» δεν έβγαζαν τσιμουδιά.
«Σιωπή»
Συνέχιζαν με τα «μαϊμού» αποκτήματα να κάνουν το κομμάτι τους εκθέτοντάς τα περήφανοι στην κοινωνική ομήγυρή τους. Υπό τον φόβο μη τυχόν και αποκαλυφθεί ότι πιάστηκαν κορόιδα, δεν κοινοποιούσαν την απατεωνιά, ούτε ζητούσαν πίσω τα χρήματά τους. Για να μη γίνουν βούκινο. Σιγά τη δημόσια διαπόμπευση, εδώ που τα λέμε. Την ώρα που διεθνώς διακεκριμένοι συλλέκτες και διάσημα παγκοσμίως μουσεία έχουν πέσει θύματα ακριβοπληρωμένων επιτήδειων που χρησιμοποιούν τεχνικές οι οποίες προσεγγίζουν το ύφος και τη δεξιοτεχνία των επώνυμων αυθεντικών καλλιτεχνών.
Η ματαιοδοξία και τα ενθύμια της ανθρώπινης ευπιστίας δεν ασκούν γοητεία. Οι εξαπατημένοι ιδιοκτήτες απορριμμάτων, ωστόσο, που τα αγόρασαν ως εικαστικά μαργαριτάρια, αναζητούν μια παρηγορητική αναγνώριση της γκάφας τους. Το παιχνίδι της παραπλάνησής τους στη Ελλάδα ξεκίνησε στον απόηχο της διάθεσης εξόφθαλμα πλαστών πινάκων στην Ευρώπη. Στο επικερδές τέχνασμα μάσησαν πρώτοι οι απονήρευτοι Αμερικανοί μεγιστάνες που δημιούργησαν ατομικές συλλογές αντίστοιχες μεγάλων μουσείων. Με συνέπεια να σωρεύσουν αμέτρητους fake πίνακες.
Δείτε το ντοκιμαντέρ της Μέδουσας του protothema: Πλαστοί πίνακες με κέρδη εκατομμυρίων στην Ελλάδα - Το protothema στα άδυτα των κυκλωμάτων παραχάραξης
Εγχωρίως το τέχνασμα άρχισε να παίρνει συγκρατημένα κάποιες διαστάσεις στα ύστερα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Ενα αμαθές καλλιτεχνικά, αλλά πρόθυμο για πάσης φύσης επενδύσεις, αθώο κοινό που δεν ξεχώριζε μια πινακοθήκη από το κορνιζάδικο της γειτονιάς του μπήκε φουριόζο στο κόλπο. Λεφτά υπήρχαν και η νεοπλουτίστικη ξιπασιά περίσσευε. Διοργανώνονταν τότε δημοπρασίες έργων τέχνης με πίνακες Ελλήνων ζωγράφων του 19ου αιώνα, στη συντριπτική τους πλειονότητα πλαστοί. Η πληθώρα των αξιόλογων έργων τους προς διαπραγμάτευση δεν δικαιολογούνταν από την ισχνής παράγωγης ζωγραφική κληρονομιά του παρελθόντος στη χώρα. Κι όμως, αγοράζονταν αθρόα. Τι κι αν το ίδιο «μοναδικό» τους έργο έβγαινε κάθε τόσο πανομοιότυπα αντιγραμμένο σαν φωτοκόπια προς πώληση.
Δελεαστικό παραμύθι
Αρκούσε το δελεαστικό παραμύθι για την πειθώ των επίδοξων αγοραστών. Τη μία ήταν μια άκληρη γιαγιά που πριν αποδημήσει εις Κύριον δεν ήξερε τι πολύτιμο και σπάνιο «διαμάντι» κοσμούσε τον τοίχο της. Την άλλη ήταν ένας άγνωστος ανεκτίμητος θησαυρός που προερχόταν από την «πτώχευση» παλιού αρχοντικού. Την τρίτη, το έργο το διέθετε κάποιος επώνυμος συλλέκτης που αντιμετώπιζε οικονομική στενότητα και για λόγους γοήτρου δεν ήθελε να αποκαλυφθεί το όνομά του. Την παράλλη, το εκχώρησε στους εμπόρους ο απόγονος μια δήθεν οικονόμου, ψυχοκόρης, υπηρέτριας, υποτίθεται, του Αλταμούρα, του Βολανάκη ή του Προσαλέντη, π.χ., στην οποία οι ζωγράφοι τάχα κληροδοτήσαν ένα υπογραμμένο έργο τους για τις αφοσιωμένες υπηρεσίες της.
Τα χαρτιά γνησιότητας αποτελούσαν εκείνα τα χλωμά φεγγάρια περιττό πλεονασμό. Κυρίως αζήτητο. Υπερτερούσε το δούλεμα ψιλό γαζί. Επιστρατεύονταν για να γνωμοδοτήσουν περί της πιστότητας του έργου διάφοροι τυχάρπαστοι που αυτοπροβάλλονταν ως ιστορικοί και κριτικοί τέχνης. Συμμετείχαν στις εκτιμήσεις κάμποσοι δημοσιοσχεσίτες με μοναδικό εφόδιο αξιολόγησης ότι κάποτε είχαν ανταλλάξει μια χειραψία με τον Ιόλα! Και τα γρανάζια της επικερδούς φάμπρικας της εξαπάτησης δούλευαν μεθοδικά. Θεσμικό πλαίσιο που θα θωράκιζε τη διαφάνεια και την αξιοπιστία στην αγορά τέχνης δεν υπήρχε εκείνα τα χρόνια.
Από το εργαστήρι του στο δώμα μιας πολυκατοικίας του ’50 στην Πλ. Βάθη ένας συντηρητής εικόνων αλλά ταλαντούχος στην αντιγραφή παλαιών πινάκων ζωγραφικής έφτιαχνε για βιοπορισμό μέχρι και 5-6 απομιμήσεις τους τον μήνα. Χρησιμοποιούσε παλιούς μουσαμάδες ή χαρτόνια και ειδικούς φούρνους για τη «γήρανση» των χρωμάτων ώστε να αποδώσει αίσθηση παλαιότητας στο πλαστό έργο. Θεωρούσε τον εαυτό του καλλιτεχνικό αντιήρωα στη ματαιότητα της αναζήτησης διάσημης υπογραφής στα έργα. Ενα όνομα στην κάτω δεξιά γωνία του κάδρου αξίζει περισσότερο από ολόκληρη την επιφάνεια. Ανακάτευε χρώματα με συνταγές που διάβαζε σε παλιά τετράδια.
Πρόσθετε σκόνη χρόνου, λίγο καπνό, ίσως και μια σταγόνα ιδρώτα. Διατεινόταν πως αν ο καμβάς που ζωγράφιζε ταχυδακτυλουργικά είχε ολοκληρωμένος τη δική του υπογραφή θα ήταν για πέταμα. Αλλά αν έφερε την υπογραφή ενός Ροΐλου ή ενός Πιζάνη, ας πούμε, θα άξιζε μια περιουσία. Ισχυριζόταν ότι οι μετέπειτα αναγνωρισμένοι Ελληνες ζωγράφοι στα νιάτα τους, ειδικότερα την περίοδο της πείνας κατά τη γερμανική Κατοχή, αντέγραφαν με πενιχρά μέσα περίτεχνα παλιότερους καλλιτέχνες και έφτιαχναν πίνακες που τους πωλούσαν σε μαυραγορίτες για ένα κομμάτι ψωμί.
Δυσδιάκριτα όρια
Συνηγορούσε υπέρ των δυσδιάκριτων ορίων αληθινού και ψεύτικου και ένας συνάδελφός του πλαστογράφος που είχε στήσει το ατελιέ του σε ένα διαμέρισμα στον ακάλυπτο μιας πολυκατοικίας στον Αγιο Αρτέμιο στο Παγκράτι. Αφού ο ίδιος είχε φορτώσει με κάμποση «σαβούρα» τις αίθουσες δημοπρασιών σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, προσποιούνταν τον αντάρτη του καμβά. Πανηγύριζε όταν εντοπίστηκε μέσα στις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης ένα πλαστό έργο, το γνωστό με τον τίτλο «Καλαφάτισμα», του Κωνσταντίνου Βολανάκη. Με τον ίδιο ενθουσιασμό τον συναφή των ντόπιων πλαστογράφων αντιμετώπιζε τους διευθυντές σε πινακοθήκες μουσείων που πάθαιναν εγκεφαλικό, ιδιοκτήτες γκαλερί που κατέρρεαν, συλλέκτες σε νευρικό κλονισμό όταν μάθαιναν ότι τα εκθαμβωτικά «αριστουργήματα» που εξέθεταν δεν ήταν παρά «πρωτότυπα» έργα διάσημων κιβδηλοποιών.
Σαν εκείνα των «μετρ» του είδους όπως ο Βόλφγκανγκ Μπελτράκι και ο Ελμίρ ντε Χόρι που παρουσίαζαν ως «χαμένα» αριστοτεχνήματα κορυφαίων ζωγράφων τα δικά τους έργα και τα κυκλώματα που τα διακινούσαν έβγαζαν εκατομμύρια από τις πωλήσεις τους. Πόσο μάλλον τους συνάρπαζε ο Πέι-Σεν Κιαν, ένας αυτοδίδακτος Κινέζος ζωγράφος εγκατεστημένος στο Κουίνς της Νέας Υόρκης, που αντέγραφε μοναδικά τα έργα των Μαρκ Ρόθκο, Βίλεμ ντε Κούνινγκ και Τζάκσον Πόλοκ. Ξεγέλασε τους ειδικούς πραγματογνώμονες, προκάλεσε σοκ στον κόσμο της τέχνης και πλημμύρισε την αγορά με έργα αξίας άνω των 100 εκατ. δολαρίων. Το κάθε φορά σκάνδαλο αποκάλυπτε την ευαλωτότητα της αγοράς της τέχνης σε ό,τι αφορά την αδυναμία έλεγχου των προδιαγραφών αυθεντικότητας.
Η αλήθεια είναι ότι αρκετές φορές οι πλαστοί πίνακες έχουν αισθητική - και ενδεχομένως οικονομική αξία. Δεν παύουν, όμως, να είναι προϊόντα εγκλήματος. Ειδικότερα όταν η βουλιμική επιθυμία των αφελών αγοραστών συναντά την απληστία των καπάτσων κυκλωμάτων πλαστογραφίας. Και όσο η ζήτηση ήταν ενεργή, την εξυπηρέτηση της τροφοδοσίας της την ανέλαβε η κακουργηματική βιομηχανία πλαστών πινάκων που τους πλάσαρε ως γνήσιους σε μια ακόρεστη μαύρη αγορά.
Στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’90, σε αξιοπρεπή σπίτια μεγαλόσχημων παραγόντων του λεγομένου «δημόσιου βίου» κρέμονταν στους τοίχους πίνακες επώνυμων Ελλήνων ζωγράφων που λίγο ξεχώριζαν από ερασιτεχνικές μουτζούρες. Από ευγένεια και διακριτικότητα οι πιο καταρτισμένοι θεατές τους απέφευγαν να πουν στον ιδιοκτήτη τους με τι εξάμβλωμα στόλιζε το σαλόνι του. Στην οικία σπουδαίου μεγαλοεπιχειρηματία και εξέχοντα συλλέκτη δέσποζε, ανάμεσα σε άλλους, ένας πίνακας μικρών διαστάσεων που αποδιδόταν στον Γιάννη Τσαρούχη.
Γιάννης Τσαρούχης
«Το αγόρασα τζάμπα»
Οταν ένας σοβαρός εξειδικευμένος στη ζωγραφική επισκέπτης τόλμησε να του επισημάνει ότι ο αναρτημένος πίνακάς του ήταν πλαστογραφημένος, ο ιδιοκτήτης του ομολόγησε: «Το ξέρω, ντρέπομαι, αλλά πήρα το ρίσκο επειδή τον αγόρασα σχεδόν τζάμπα, ενώ ο αυθεντικός κοστίζει εκατομμύρια». Οταν κάποτε σε ένα κοσμικό κάλεσμα τον αντίκρισε ο ίδιος, εν ζωή τότε, ζωγράφος με το ψύχραιμο αλλά δηκτικό χιούμορ του τού είπε: «Τον έχει ζωγραφίσει καλύτερα από μένα, αλλά δεν είναι δικός μου». Πράγματι, η πινελιά δεν πλαστογραφείται εύκολα. Η τεχνική ενός καλλιτέχνη είναι μοναδική, σχεδόν σαν δακτυλικό αποτύπωμα. Δεν διέθεταν, όμως, όλοι οι αναγνωρισμένοι ζωγράφοι τη στωικότητα του Τσαρούχη.
Ο Σπύρος Βασιλείου, ένας από τους πλέον συστηματικά πλαστογραφημένους Ελληνες ζωγράφους, παρά τρίχα λέγεται ότι γλίτωσε τη συμφόρηση όταν του έδειξαν έναν πλαστό πίνακά του, τον οποίο του τον παρουσίασαν με θράσος για να πιστοποιήσει τη γνησιότητά του. Μετά τον θάνατό του το 1985, κυκλοφορούσαν μαζικά στην πιάτσα κακέκτυπες αντιγραφές των έργων του. Οι πλαστογράφοι επινοούσαν ακόμη συνθέσεις από δημοφιλή έργα του με τις «Αθήνες», τα «καραβάκια» και τις σπσσ. Αυτά τα αδέξια και παραμορφωμένα συνονθυλεύματα μοσχοπουλιόνταν μπιρ παρά στους αδαείς των δημοπρασιών.
Από τη μεριά του ο Γιάννης Μόραλης όταν αντίκριζε πλαστά έργα του φούντωνε μέχρι σημείου εγκεφαλικού επεισοδίου. Οι ξεδιάντροποι πλαστογράφοι είχαν αντιγράψει μέχρι και τον γραφικό του χαρακτήρα. Σημείωναν πάνω στα πλαστά έργα τους που αντέγραφαν τις λιτές πινελιές του ζωγράφου ως ιδιόχειρη δική του σημείωση τη φράση: «είναι γνήσιο, έργο δικό μου». Είχαν εκδώσει και ψεύτικη σφραγίδα του καλλιτέχνη, ενώ ήταν πασίγνωστο ότι ο ίδιος δεν είχε ποτέ σφραγίδα. Στην αποθράσυνσή τους κατασκεύασαν πίνακα με δύο διαφορετικά θέματα από τις δημιουργίες του.
Γιάννης Μόραλης
Ο μισός προερχόταν από το έργο του «Πανσέληνος Θ’», που κοσμούσε το πρωθυπουργικό γραφείο στο Μέγαρο Μαξίμου, και ο άλλος μισός από τον πίνακά του «Πανσέληνος Κ’», που βρίσκεται σε ιδιωτική συλλογή. Παράλληλα διοχετεύονταν μέσω δημοπρασιών ως αυθεντικές φτηνές απομιμήσεις αναγνωρισμένων έργων Ελλήνων ζωγράφων σε εξευτελιστικές τιμές. Φτηνότερες και από τις αριθμημένες μεταξοτυπίες τους.
Στις περιπτώσεις όπου αρκετοί αξιόπιστοι εμπειρογνώμονες με καλή πίστη υποδείκνυαν στους κατόχους πλαστών πινάκων ζωγραφικής ότι είχαν ξεγελαστεί, εκείνοι αντιδρούσαν με πείσμα. Τους δήλωναν με αυθάδικη ξεροκεφαλιά, ότι «τα δικά μας πλαστά είναι τουλάχιστον αγορασμένα από διεθνώς πιστοποιημένο οίκο»! Λες και ο υπεράνω υποψίας, σχεδόν καθαγιασμένος, οίκος δεν μπορούσε να παραπλανηθεί.
Ακόμη και στο ιδανικότερο μανάβικο ένα καφάσι με τέλειες ντομάτες είναι πιθανόν να περιέχει μια σάπια. Διόλου τυχαία, τον Μάιο του 2009 αποσύρθηκαν από δημοπρασία του έγκυρου οίκου Bonhams στο Λονδίνο ο πίνακας «Η κυρία στα λευκά», που αποδιδόταν στον Δημήτρη Γαλάνη, και η «Αποψη του λιμανιού της Μασσαλίας» του Παναγιώτη Τέτση. Προφανώς ως αμφιλεγόμενης γνησιότητας.
Παναγιώτης Τέτσης περιλαμβάνονται στους καλλιτέχνες που «προτιμούν» οι πλαστογράφοι
Το εμπόριο της ελληνικής τέχνης ξεκίνησε μια ξέφρενη κούρσα τη δεκαετία του 2000. Οι δημοπρασίες στο Λονδίνο και στην Αθήνα αποτέλεσαν πεδίο ανταγωνισμού για ευκατάστατους γνώστες της τέχνης, αλλά και εύπορους ανίδεους περί του αντικειμένου επενδυτές. Απαντες έδιναν ηχηρό «παρών» σε όλα τα Greek Sales. Ηταν η ανθηρή εποχή που οι επιτήδειοι πλαστογράφοι οργίασαν. Η εξέλιξη των τεχνικών τους με την τεχνολογική έκρηξη και η έλλειψη ελεγκτικών μηχανισμών για πιστοποιήσεις αυθεντικότητας χάραζαν το παράνομο μονοπάτι για τον αχαλίνωτο πλουτισμό τους.
Ανταποκρίθηκαν οργανωμένοι σαν έτοιμοι από καιρό στην αυξημένη ζήτηση για Ελληνες «old masters». Διάφορα πανούργα κυκλώματα ανακάτευαν επιλεγμένα πλαστά έργα τέχνης «προικισμένα» με κάποια παραχαραγμένα χαρτιά προκειμένου να βγουν στην αγορά μαζί με αυθεντικούς πίνακες. Πλησίαζαν τους εκπροσώπους των οίκων δημοπρασιών και τους πρότειναν ανάμεικτα «πακέτα» ποντάροντας σε κάποια αμοιβαία καλλιεργημένη εμπιστοσύνη. Αναμενόμενα κάποιοι αγοραστές, είτε έμπειροι είτε αφελείς, με φιλότεχνη διάθεση θα έμεναν με το «μουτζούρη» στο χέρι.
Κάρβουνα αντί για διαμάντια
Κάποιοι δολίως εξαπατημένοι ανακάλυψαν οδυνηρά ότι κατείχαν κάρβουνα αντί για διαμάντια, όταν αποπειράθηκαν να εκποιήσουν πίνακες στην περίοδο της οικονομικής κρίσης και της χρεοκοπίας της χώρας.
Οι προσδοκίες τους διαψεύστηκαν με εκκωφαντικό κρότο. Τα ψηφιακά μικροσκόπια και οι ακτινογραφίες της μοντέρνας εργαστηριακής έρευνας αποκάλυψαν εκτεταμένα ευρήματα πλαστότητας και νοθείας στα περίφημα αποκτήματά τους. Το ανιχνευμένο επιστημονικά υπόστρωμα του κάθε έργου, καθώς και καθοριστικές πληροφορίες για τη χρονολόγησή του φανέρωναν ότι οι κάτοχοί τους πιάστηκαν χαϊβάνια στη συναλλαγή τους. Κοινώς, αγόρασαν γουρούνι στο σακί.
Τη φούσκα της άτυπα συνομολογημένης σιωπής την έσπασε ο εφοπλιστής Διαμαντής Διαμαντίδης. Αντισυμβατικός και αυτοδημιούργητος, είχε την τόλμη να τους αφήσει όλους σύξυλους στην παγκόσμια ναυτιλιακή βιομηχανία δημοσιοποιώντας την πεποίθησή του ότι του πούλησαν πλαστά έργα. Προσέφυγε στη Δικαιοσύνη για πρώτη φορά το 2008, καταθέτοντας αγωγή εναντίον του Οίκου Sotheby’s και των εκπροσώπων του. Ισχυρίστηκε ότι του εκποίησαν δύο πλαστά έργα του Κωνσταντίνου Παρθένη. Την «Παναγία με το Βρέφος», που πουλήθηκε στον εφοπλιστή από τους Sotheby’s αντί 950.000 ευρώ τον Νοέμβριο του 2007. Είχε προηγηθεί η «Νεκρή Φύση με την Ακρόπολη στο βάθος», που απέκτησε από τον ίδιο οίκο τον Νοέμβριο του 2006 αντί 674.500 ευρώ.
«Νεκρή Φύση μπροστά από την Ακρόπολη»
«Παναγία με το Βρέφος» αντίγραφα των πινάκων αυτών πουλήθηκαν από τον οίκο Sotheby’s ως αυθεντικά στον εφοπλιστή Διαμαντή Διαμαντίδη,
ο οποίος προσέφυγε στη Δικαιοσύνη
Διεθνείς πλειστηριασμοί
Στην ίδια δημοπρασία, η Εθνική Τράπεζα αγόρασε άλλο έργο του Παρθένη, με τίτλο «Πειθαρχία». Ηταν η περίοδος που πολλοί πίνακες του διακεκριμένου καλλιτέχνη, ο οποίος άλλαξε τα ελληνικά εικαστικά δρώμενα στις αρχές του 20ού αιώνα και απεβίωσε το 1967, είχαν βγει στο σφυρί σε διεθνείς πλειστηριασμούς στο Λονδίνο. Εικαζόταν ότι τα έργα προέρχονταν από το μερίδιο του γιου του Νικόλαου Παρθένη, που πέθανε άκληρος το 1999 και τα παραχώρησε σε τέσσερις κληρονόμους, ανάμεσα στους οποίους και η φιλιππινέζικης καταγωγής οικιακή βοηθός του Αλμα Ερλάνο.
Κωνσταντίνος Παρθένης
Οπως και να ’χει, οι δικαστές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έκαναν δεκτή την αγωγή του εφοπλιστή που προσέφυγε σε ειδικούς για να διακριβώσει τα τεκμήρια αυθεντικότητας των έργων που γαλαντόμα απέκτησε. Δικαιώθηκε. Ηταν 2012 όταν έσκασε το σκάνδαλο των πλαστών πινάκων που φέρονταν ως ιδιοκτήτες τους να διακινούν ο γκαλερίστας Ευστράτιος Φωτόπουλος και ο ιστορικός τέχνης Δημήτρης Παλαιοκρασσάς. Η υπόθεση πέρασε στα ψιλά σε μια γεμάτη αίγλη αγορά που, όπως είπαμε, έχει ασθενή μνήμη.
Απλώς η πρόσφατη υπόθεση του 60χρονου γκαλερίστα Γιώργου Τσαγκαράκη υπενθυμίζει, όπως κάθε φορά, ότι η προστασία της αυθεντικότητας της τέχνης απαιτεί συλλογική προσπάθεια και διαφάνεια. Προκειμένου να διασφαλιστεί η αξία και η πολιτιστική κληρονομιά των γνήσιων έργων για τις επόμενες γενιές. Μόνο που προηγουμένως θα πρέπει να διασφαλιστεί η απενεργοποίηση της μηχανής των πλαστογράφων και του παραβατικού δικτύου των σκοτεινών εμπόρων μιας αθέμιτης «μαστοριάς» που συναντά το κακούργημα.
Πλαστοί πίνακες που η Αστυνομία κατέσχεσε μετά τη σύλληψη του Γιώργου Τσαγκαράκη
Αλλά η παράνομη μπίζνα δεν φαίνεται να τελειώνει. Γιατί, τελικά, αυτό που αγοράζεται δεν είναι ο πλαστός πίνακας. Είναι η αμφιβολία που γίνεται ανεκτή, το κορνιζαρισμένο ψέμα που δεν φαντάζει διακοσμητικά ανυπόφορο. Αποτελεί μια καλλωπιστική σύμβαση που θεωρείται επιτρεπτή σε ένα κόσμο γεμάτο fake news, ικανή να δημιουργήσει ένα θερμοκήπιο για το ξεσάλωμα της πλαστογραφίας.
Μέσω της Snappi και της ψηφιακής της κάρτας, οι χρήστες μπορούν να λάβουν το μέγιστο ποσό του Fuel Pass 2026 με μια εύκολη και γρήγορη online διαδικασία.
Το κοινό της Αθήνας έχει την ευκαιρία να απολαύσει μια πραγματικά μοναδική εμπειρία που συνδυάζει τη δημιουργικότητα της LEGO® με τη συγκίνηση της Formula 1, στο The Mall Athens, μέχρι τις 11 Απριλίου.