Αντιπολίτευση: διαφωνώ και υβρίζω – Άρα, υπάρχω
Θα ήθελα, ειλικρινά, να έγραφα κάτι χαρμόσυνο και γιορτινό, για τον καινούργιο χρόνο, αλλά η σημερινή πολιτική κατάσταση στην χώρα μας με υποχρεώνει να παραφράσω το λεχθέν από τον Καρτέσιο «cogito, ergo sum», το οποίο στα καθ’ ημάς σημαίνει «Σκέπτομαι, άρα υπάρχω»
Στις αρχές του 17ου αιώνα, στην χαραυγή του Διαφωτισμού, ο Καρτέσιος απελευθέρωνε τον Ανθρώπινο Νου, από τις στείρες θεοκρατικές ιδεοληψίες. Τετρακόσια χρόνια αργότερα, σήμερα, η Αντιπολίτευσή μας, στον βαθύτατο ιδεοληπτικό μεσαίωνά της ακολουθεί την γραμμή: Διαφωνώ – υβρίζω, άρα υπάρχω…
Η διαφωνία και η ύβρις είναι τα δύο κύρια γνωρίσματα της πολιτείας των κομμάτων της Αντιπολίτευσης. Τακτική και φαινόμενο που επιτάθηκε και επεκτάθηκε κατά την παρούσα κοινοβουλευτική περίοδο, που μπαίνει στο τελευταίο 18μηνο του βίου της, όσο ποτέ άλλοτε από την αποκατάσταση της δημοκρατίας, το 1974. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι δεν υπάρχει, σημαντικό τουλάχιστον, ζήτημα της δημόσιας ζωής που επιχειρεί να ρυθμίσει ή πρόβλημα να αντιμετωπίσει η Κυβέρνηση στο οποίο να βρει σύμφωνο κάποιο κόμμα της Αντιπολίτευσης. Άμα τη εκδηλώσει της πρωτοβουλίας της, σύμπασα η Αντιπολίτευση… καταγγέλλει την «αντιλαϊκή επιλογή» της Κυβέρνησης.
Και μάλιστα αμέσως μετά την πρώτη αρνητική «τοποθέτηση» παρατηρείται και «συναγωνισμός» μεταξύ των κομμάτων της Αντιπολίτευσης για το ποιο θα επικρίνει περισσότερο την Κυβέρνηση. Και το μεν ΚΚΕ παγίως αυτή την θέση τηρεί συμπαρασύροντας και το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ, που αν μη τι άλλο έχουν ασκήσει κυβερνητική εξουσία και έχουν γεύση του πώς ασκείται η εξουσία αυτή. Για τα άλλα κόμματα, το αυτό ισχύει με επίταση μάλιστα. Και δεν είναι μόνο το εναντίον της Κυβέρνησης «μένος». Είναι και ο … «φόβος της συναίνεσης». Δεν αποτολμά δηλαδή κάποιο κόμμα να πει ότι συμφωνεί με κάτι, γιατί, συν τοις άλλοις, φοβάται ότι τα άλλα κόμματα της Αντιπολίτευσης θα το … καταγγείλουν» για «σύμπλευση» με την «αντιλαϊκή Κυβέρνηση».
Οι αγροτικές κινητοποιήσεις είναι το πιο πρόσφατο και προβεβλημένο παράδειγμα. Όλοι, κόμματα και ομάδες αγροτών τρέχουν ή σύρονται πίσω από τις «θέσεις» του ΚΚΕ, το οποίο θέλει να εξαντλήσει την αδιαλλαξία του, σε βαθμό που και προσκείμενοι σ’ αυτό αγρότες προβληματίζονται για την προοπτική του «αγώνα» τους, ιδίως εν όψει της λήξης της περιόδου των Εορτών και με τις κυβερνητικές προτάσεις δεδομένες προς διάλογο.
Εδώ έχουμε την θέση «πρώτα πλήρης ικανοποίηση» και μετά διάλογος»... Πάνω σ’ αυτή την μάλλον παράλογη «αρχή» διαγωνίζονται τα κόμματα της Αντιπολίτευσης και καταγγέλλουν την αναλγησία της Κυβέρνησης. Ιδίως μάλιστα το ΠΑΣΟΚ, το οποίο, μάλλον ξεχνά ότι σε κάποιες άλλες εποχές είχαμε και εσω-αγροτική αντιπαράθεση (ΠΑΣΟΚ – ΚΚΕ) αλλά και ξεφούσκωμα των ελαστικών από τα ΜΑΤ (Φεβρουάριος 1997, Μικροθήβες. Κυβέρνηση Σημίτη. Επεισόδια με ΜΑΤ).
-Στο προσφάτως εκδοθέν βιβλίο του ο Σταύρος Θεοδωράκης γράφει ότι ο πρωτογενής τομέας πήρε από την Ευρωπαϊκή Ένωση 148 δις ευρώ και ο συνάδελφος Πάνος Λουκάκος σε άρθρο του (προ ημερών από τις στήλες αυτές) ανεβίβαζε το ποσό αυτό σε 180 δις ευρώ. Και στις δύο περιπτώσεις τα ποσά είχαν δοθεί για αναδιάρθρωση της παραγωγής που δεν έγινε, στο μέτρο που, τουλάχιστον, θα έπρεπε. Εγώ θα προσθέσω δύο ακόμη στοιχεία: Πρώτον, το χρέος της χώρας (μειούμενο συνεχώς επί Κυβερνήσεως Κυριάκου Μητσοτάκη) ανέρχεται σε 360 δις ευρώ. Τα δύο ποσά δεν σχετίζονται, αλλά τα αναφέρω ως «τάξη μεγέθους».
Δεύτερον – ερώτημα – το τίμημα της οικονομικής κρίσης ποιος το επωμίστηκε: οι Αγρότες ή οι μισθωτοί, συνταξιούχοι και ελεύθεροι επαγγελματίες των αστικών κέντρων. Ρητορικό το ερώτημα, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται η δεινή θέση των αγροτών. Επίσης, είναι δύο πράγματα για τα οποία δεν ακούω τίποτε (από αγρότες, αλλά και κόμματα). Πρώτον: πρόταση Μητσοτάκη για την σύσταση διακομματικής κοινοβουλευτικής επιτροπής για το μέλλον του πρωτογενούς τομέα στην Ελλάδα. Δεύτερον: ευρωπαϊκή συμφωνία με χώρες της λατινικής Αμερικής για τεράστιες εισαγωγές προϊόντων γεωργικής παραγωγής, συμφωνία για την οποία γίνονται οι κινητοποιήσεις σε διάφορες, άλλες, χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μπορεί να μιλήσουμε και γι’ αυτό … αργότερα…
Ένα άλλο θέμα «των ημερών» είναι αυτή η… άρνηση του κ. Ανδρουλάκη ακόμη και «να πιει μια μπύρα» με τον πρωθυπουργό και ο … ανησυχητικά σοβαρός τρόπος με τον οποίο αντέδρασε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δια του εκπροσώπου του. Επίκεντρο, η πλήρωση θέσεων προέδρων Ανεξαρτήτων Αρχών, που επί μήνες μένουν κενές, γιατί δεν διασφαλίζεται η απαιτούμενη πλειοψηφία (τριών πέμπτων) στην διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής (που είναι και το αρμόδιο όργανο για την εκλογή). Το ΠΑΣΟΚ, λένε, έχει κάνει πρόταση και εμμένει σ’ αυτήν, «να υποβληθούν βιογραφικά και να κριθούν τα πάντα με αντικειμενικότητα και αξιοκρατία».
Θέλω να θυμίσω – και στον κ. Ανδρουλάκη – ότι ο Αναστάσης Πεπονής, επικειμένης της εκλογής του πρώτου προέδρου του ΑΣΕΠ απαντούσε στις σχετικές παρατηρήσεις και αντιρρήσεις βουλευτών της τότε Αντιπολίτευσης: «Αφήστε να δείτε πρώτα ποιον θα προτείνω…» Επρότεινε τον Μιχαήλ Παπαδάκη. Και έπαψαν όλοι να μιλούν… Ο κ. Ανδρουλάκης με τις σημερινές προτάσεις του δεν περιστέλλει «αρμοδιότητα» της Κυβέρνησης να προτείνει πρόσωπα για την κάλυψη τέτοιων θέσεων, αλλά «διαλύει» την ΕΥΘΥΝΗ της Κυβέρνησης να στελεχώνει ανώτατες θέσεις της κρατικής μηχανής με πρόσωπα ευρύτερης αποδοχής. Και εγώ - και όχι μόνον εγώ, υποθέτω - διερωτώμαι: Ολόκληρη η Ελληνική κοινωνία δεν έχει ανθρώπους , σε διάφορους τομείς και κλάδους, με ευρύτερη αναγνώριση και αποδοχή ώστε, με απόλυτη ευθύνη της εκάστοτε Κυβέρνησης, να καλύπτονται τέτοιες θέσεις και πρέπει να επιλέγουμε μεταξύ υποψηφίων που «εκδηλώνουν ενδιαφέρον» και «υποβάλλουν βιογραφικά»;
Το σύμπτωμα της «ύβρεως» - για να περάσουμε στο άλλο «ίδιον» της σημερινής Αντιπολίτευσης - που δυστυχώς χαρακτηρίζει την πολιτική μας ζωή είναι απείρως πιο επικίνδυνο και επιδραστικό. Δεν είναι μόνο η «Εξεταστική» για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ούτε μόνον η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Και σε άλλες «Επιτροπές» η υβριστική συμπεριφορά, μεταξύ βουλευτών, είναι συνηθέστατη τακτική. Εκφράσεις που δεν λέγονται σε κανένα επίπεδο συζητήσεως μεταξύ ενηλίκων, εκστομίζονται με εκπλήσσουσα άνεση. Παρακολουθούσα – και πριν τον ΟΠΕΚΕΠΕ – συνεδριάσεις Επιτροπών τρεχούσης φύσεως. Και έβλεπα βουλευτές, αμφοτέρων των φύλων, να ανταλλάσσουν τέτοιες εκφράσεις και με ανάλογο ύφος. Αλλά και στην Ολομέλεια της Βουλής το «υβριστικό ύφος» και οι υβριστικές εκφράσεις είναι συνηθέστατες. Βεβαίως και στις Επιτροπές και στην Ολομέλεια τα, θλιβερά, πρωτεία κατέχει η κυρία Κωνσταντοπούλου.
Λέει πράγματα που μόνον από ανθρώπους με το ακαταλόγιστο θα τα άκουγες και, οπωσδήποτε, όχι μέσα στην Βουλή. Δεν μπορείς να λες «ο κατ’ επίφαση ¨κύριος¨ Τασούλας» για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ούτε να αποκαλείς «Γκέμπελς», «φασίστα» ή «γυμνοσάλιαγκα» συνάδελφό σου βουλευτή. Ή να «πετάς» μαγκιές του τύπου «σιγά μη σκίσεις κανένα καλσόν». Και δεν είναι η μόνη βουλευτής με αυτή την χυδαία επιθετικότητα, γεμάτη ύβρεις. Δυστυχώς ουδείς διώκεται για αυτή την συμπεριφορά που τείνει πια να γίνει «συνήθεια»… Συμπεριφορά που δεν είναι όμως δυνατόν να επιδεικνύεται από βουλευτές που, κατά το Σύνταγμα «εκπροσωπούν το Έθνος».
Έχουν ληφθεί κάποια μέτρα από τον πρόεδρο της Βουλής Νικήτα Κακλαμάνη, που έχει μακρά κοινοβουλευτική θητεία και, φυσικά, κάθε άλλο παρά διατεθειμένος είναι να αφήσει το φαινόμενο να συνεχισθεί. Όμως, φοβάμαι, ότι δεν θα αρκέσουν ούτε τα ήδη ληφθέντα ούτε τα μελετώμενα μέτρα που λέγεται ότι θα ληφθούν. Πολύ φοβάμαι ότι θα χρειασθεί αναθεώρηση του Κανονισμού της Βουλής, ώστε να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην «ανάκληση στην τάξη», στην «αποβολή της Αιθούσης», αλλά και σε αυτή την «Έκπτωση» του κατ’ αυτόν τον τρόπο παρεκτρεπομένου – υβριστού εκ συστήματος και προθέσεως – βουλευτού.
Η διαφωνία και η ύβρις είναι τα δύο κύρια γνωρίσματα της πολιτείας των κομμάτων της Αντιπολίτευσης. Τακτική και φαινόμενο που επιτάθηκε και επεκτάθηκε κατά την παρούσα κοινοβουλευτική περίοδο, που μπαίνει στο τελευταίο 18μηνο του βίου της, όσο ποτέ άλλοτε από την αποκατάσταση της δημοκρατίας, το 1974. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι δεν υπάρχει, σημαντικό τουλάχιστον, ζήτημα της δημόσιας ζωής που επιχειρεί να ρυθμίσει ή πρόβλημα να αντιμετωπίσει η Κυβέρνηση στο οποίο να βρει σύμφωνο κάποιο κόμμα της Αντιπολίτευσης. Άμα τη εκδηλώσει της πρωτοβουλίας της, σύμπασα η Αντιπολίτευση… καταγγέλλει την «αντιλαϊκή επιλογή» της Κυβέρνησης.
Και μάλιστα αμέσως μετά την πρώτη αρνητική «τοποθέτηση» παρατηρείται και «συναγωνισμός» μεταξύ των κομμάτων της Αντιπολίτευσης για το ποιο θα επικρίνει περισσότερο την Κυβέρνηση. Και το μεν ΚΚΕ παγίως αυτή την θέση τηρεί συμπαρασύροντας και το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ, που αν μη τι άλλο έχουν ασκήσει κυβερνητική εξουσία και έχουν γεύση του πώς ασκείται η εξουσία αυτή. Για τα άλλα κόμματα, το αυτό ισχύει με επίταση μάλιστα. Και δεν είναι μόνο το εναντίον της Κυβέρνησης «μένος». Είναι και ο … «φόβος της συναίνεσης». Δεν αποτολμά δηλαδή κάποιο κόμμα να πει ότι συμφωνεί με κάτι, γιατί, συν τοις άλλοις, φοβάται ότι τα άλλα κόμματα της Αντιπολίτευσης θα το … καταγγείλουν» για «σύμπλευση» με την «αντιλαϊκή Κυβέρνηση».
Οι αγροτικές κινητοποιήσεις είναι το πιο πρόσφατο και προβεβλημένο παράδειγμα. Όλοι, κόμματα και ομάδες αγροτών τρέχουν ή σύρονται πίσω από τις «θέσεις» του ΚΚΕ, το οποίο θέλει να εξαντλήσει την αδιαλλαξία του, σε βαθμό που και προσκείμενοι σ’ αυτό αγρότες προβληματίζονται για την προοπτική του «αγώνα» τους, ιδίως εν όψει της λήξης της περιόδου των Εορτών και με τις κυβερνητικές προτάσεις δεδομένες προς διάλογο.
Εδώ έχουμε την θέση «πρώτα πλήρης ικανοποίηση» και μετά διάλογος»... Πάνω σ’ αυτή την μάλλον παράλογη «αρχή» διαγωνίζονται τα κόμματα της Αντιπολίτευσης και καταγγέλλουν την αναλγησία της Κυβέρνησης. Ιδίως μάλιστα το ΠΑΣΟΚ, το οποίο, μάλλον ξεχνά ότι σε κάποιες άλλες εποχές είχαμε και εσω-αγροτική αντιπαράθεση (ΠΑΣΟΚ – ΚΚΕ) αλλά και ξεφούσκωμα των ελαστικών από τα ΜΑΤ (Φεβρουάριος 1997, Μικροθήβες. Κυβέρνηση Σημίτη. Επεισόδια με ΜΑΤ).
-Στο προσφάτως εκδοθέν βιβλίο του ο Σταύρος Θεοδωράκης γράφει ότι ο πρωτογενής τομέας πήρε από την Ευρωπαϊκή Ένωση 148 δις ευρώ και ο συνάδελφος Πάνος Λουκάκος σε άρθρο του (προ ημερών από τις στήλες αυτές) ανεβίβαζε το ποσό αυτό σε 180 δις ευρώ. Και στις δύο περιπτώσεις τα ποσά είχαν δοθεί για αναδιάρθρωση της παραγωγής που δεν έγινε, στο μέτρο που, τουλάχιστον, θα έπρεπε. Εγώ θα προσθέσω δύο ακόμη στοιχεία: Πρώτον, το χρέος της χώρας (μειούμενο συνεχώς επί Κυβερνήσεως Κυριάκου Μητσοτάκη) ανέρχεται σε 360 δις ευρώ. Τα δύο ποσά δεν σχετίζονται, αλλά τα αναφέρω ως «τάξη μεγέθους».
Δεύτερον – ερώτημα – το τίμημα της οικονομικής κρίσης ποιος το επωμίστηκε: οι Αγρότες ή οι μισθωτοί, συνταξιούχοι και ελεύθεροι επαγγελματίες των αστικών κέντρων. Ρητορικό το ερώτημα, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται η δεινή θέση των αγροτών. Επίσης, είναι δύο πράγματα για τα οποία δεν ακούω τίποτε (από αγρότες, αλλά και κόμματα). Πρώτον: πρόταση Μητσοτάκη για την σύσταση διακομματικής κοινοβουλευτικής επιτροπής για το μέλλον του πρωτογενούς τομέα στην Ελλάδα. Δεύτερον: ευρωπαϊκή συμφωνία με χώρες της λατινικής Αμερικής για τεράστιες εισαγωγές προϊόντων γεωργικής παραγωγής, συμφωνία για την οποία γίνονται οι κινητοποιήσεις σε διάφορες, άλλες, χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μπορεί να μιλήσουμε και γι’ αυτό … αργότερα…
Ένα άλλο θέμα «των ημερών» είναι αυτή η… άρνηση του κ. Ανδρουλάκη ακόμη και «να πιει μια μπύρα» με τον πρωθυπουργό και ο … ανησυχητικά σοβαρός τρόπος με τον οποίο αντέδρασε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δια του εκπροσώπου του. Επίκεντρο, η πλήρωση θέσεων προέδρων Ανεξαρτήτων Αρχών, που επί μήνες μένουν κενές, γιατί δεν διασφαλίζεται η απαιτούμενη πλειοψηφία (τριών πέμπτων) στην διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής (που είναι και το αρμόδιο όργανο για την εκλογή). Το ΠΑΣΟΚ, λένε, έχει κάνει πρόταση και εμμένει σ’ αυτήν, «να υποβληθούν βιογραφικά και να κριθούν τα πάντα με αντικειμενικότητα και αξιοκρατία».
Θέλω να θυμίσω – και στον κ. Ανδρουλάκη – ότι ο Αναστάσης Πεπονής, επικειμένης της εκλογής του πρώτου προέδρου του ΑΣΕΠ απαντούσε στις σχετικές παρατηρήσεις και αντιρρήσεις βουλευτών της τότε Αντιπολίτευσης: «Αφήστε να δείτε πρώτα ποιον θα προτείνω…» Επρότεινε τον Μιχαήλ Παπαδάκη. Και έπαψαν όλοι να μιλούν… Ο κ. Ανδρουλάκης με τις σημερινές προτάσεις του δεν περιστέλλει «αρμοδιότητα» της Κυβέρνησης να προτείνει πρόσωπα για την κάλυψη τέτοιων θέσεων, αλλά «διαλύει» την ΕΥΘΥΝΗ της Κυβέρνησης να στελεχώνει ανώτατες θέσεις της κρατικής μηχανής με πρόσωπα ευρύτερης αποδοχής. Και εγώ - και όχι μόνον εγώ, υποθέτω - διερωτώμαι: Ολόκληρη η Ελληνική κοινωνία δεν έχει ανθρώπους , σε διάφορους τομείς και κλάδους, με ευρύτερη αναγνώριση και αποδοχή ώστε, με απόλυτη ευθύνη της εκάστοτε Κυβέρνησης, να καλύπτονται τέτοιες θέσεις και πρέπει να επιλέγουμε μεταξύ υποψηφίων που «εκδηλώνουν ενδιαφέρον» και «υποβάλλουν βιογραφικά»;
Το σύμπτωμα της «ύβρεως» - για να περάσουμε στο άλλο «ίδιον» της σημερινής Αντιπολίτευσης - που δυστυχώς χαρακτηρίζει την πολιτική μας ζωή είναι απείρως πιο επικίνδυνο και επιδραστικό. Δεν είναι μόνο η «Εξεταστική» για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ούτε μόνον η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Και σε άλλες «Επιτροπές» η υβριστική συμπεριφορά, μεταξύ βουλευτών, είναι συνηθέστατη τακτική. Εκφράσεις που δεν λέγονται σε κανένα επίπεδο συζητήσεως μεταξύ ενηλίκων, εκστομίζονται με εκπλήσσουσα άνεση. Παρακολουθούσα – και πριν τον ΟΠΕΚΕΠΕ – συνεδριάσεις Επιτροπών τρεχούσης φύσεως. Και έβλεπα βουλευτές, αμφοτέρων των φύλων, να ανταλλάσσουν τέτοιες εκφράσεις και με ανάλογο ύφος. Αλλά και στην Ολομέλεια της Βουλής το «υβριστικό ύφος» και οι υβριστικές εκφράσεις είναι συνηθέστατες. Βεβαίως και στις Επιτροπές και στην Ολομέλεια τα, θλιβερά, πρωτεία κατέχει η κυρία Κωνσταντοπούλου.
Λέει πράγματα που μόνον από ανθρώπους με το ακαταλόγιστο θα τα άκουγες και, οπωσδήποτε, όχι μέσα στην Βουλή. Δεν μπορείς να λες «ο κατ’ επίφαση ¨κύριος¨ Τασούλας» για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ούτε να αποκαλείς «Γκέμπελς», «φασίστα» ή «γυμνοσάλιαγκα» συνάδελφό σου βουλευτή. Ή να «πετάς» μαγκιές του τύπου «σιγά μη σκίσεις κανένα καλσόν». Και δεν είναι η μόνη βουλευτής με αυτή την χυδαία επιθετικότητα, γεμάτη ύβρεις. Δυστυχώς ουδείς διώκεται για αυτή την συμπεριφορά που τείνει πια να γίνει «συνήθεια»… Συμπεριφορά που δεν είναι όμως δυνατόν να επιδεικνύεται από βουλευτές που, κατά το Σύνταγμα «εκπροσωπούν το Έθνος».
Έχουν ληφθεί κάποια μέτρα από τον πρόεδρο της Βουλής Νικήτα Κακλαμάνη, που έχει μακρά κοινοβουλευτική θητεία και, φυσικά, κάθε άλλο παρά διατεθειμένος είναι να αφήσει το φαινόμενο να συνεχισθεί. Όμως, φοβάμαι, ότι δεν θα αρκέσουν ούτε τα ήδη ληφθέντα ούτε τα μελετώμενα μέτρα που λέγεται ότι θα ληφθούν. Πολύ φοβάμαι ότι θα χρειασθεί αναθεώρηση του Κανονισμού της Βουλής, ώστε να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην «ανάκληση στην τάξη», στην «αποβολή της Αιθούσης», αλλά και σε αυτή την «Έκπτωση» του κατ’ αυτόν τον τρόπο παρεκτρεπομένου – υβριστού εκ συστήματος και προθέσεως – βουλευτού.
Η Βουλή, αλλά και γενικότερα ο «πολιτικός λόγος» όπου οι ύβρεις αναπληρώνουν τα πραγματικά επιχειρήματα είναι πια στο επίπεδο που έχει προ πολλού πέσει ο «διάλογος» σε «φοιτητικά αμφιθέατρα», όπου η λογική έχει δώσει την θέση της στο πανδαιμόνια. Θα ήθελα δε να θέσω δύο «ρητορικά» και πάλι ερωτήματα: Έχουν αναλογισθεί οι βουλευτές αυτοί που με δήθεν «ιερή αγανάκτηση» καθυβρίζουν πρόσωπα και θεσμούς ότι αποτελούν το χειρότερο δυνατό παράδειγμα για την κοινωνία, τον πολίτη και ιδιαίτερα τους νέους; Αυτοί οι ίδιοι υβριστές βουλευτές νομοθετούν και θέτουν τα πλαίσια συμπεριφοράς και πολιτείας των πολιτών; Και απορούν και «αγανακτούν» για τους ξυλοδαρμούς και τα μαχαιρώματα ανηλίκων, ακόμη και μέσα στα σχολεία;
Πώς μπορεί να αντιδράσει η Κυβέρνηση στην κατάσταση που έχει διαμορφωθεί και η οποία προδικάζεται ότι θα χειροτερέψει με τον νέο χρόνο και μέχρι τις εκλογές; Από ορισμένες πλευρές ακούγεται η άποψη ότι θα έπρεπε – ίσως – ο πρωθυπουργός να προχωρούσε, τώρα, στις αρχές του νέου χρόνου, σε εκλογές. Για να σταματήσει αυτή η παραζάλη που τείνει να διαμορφωθεί και που θα επιταθεί και με την ίδρυση «νέων» κομμάτων και με τις ανακατατάξεις παλιών. Ίσως θα έπρεπε να γίνει κάτι τέτοιο ακόμη και – για να φαιδρύνουμε λίγο το θέμα – για να δούμε τις προτάσεις των «41» γνωστών συμβούλων του Αλέξη Τσίπρα, αλλά και των «αγνώστων» σοφών του άλλου κυοφορουμένου «κόμματος», αν και αυτοί οι τελευταίοι θα πρέπει … εσπευσμένα να ξεσκονίσουν και τα … αραμαϊκά τους.
Ας λένε… Εγώ, παρακολουθώντας τις κινήσεις και την νοοτροπία του Κυριάκου Μητσοτάκη πιστεύω ότι οι εκλογές θα γίνουν το 2027, ενώ το νέο έτος που μόλις άρχισε, θα αφιερωθεί σε μείζονες θεσμικές πρωτοβουλίες και δη με την Συνταγματική Αναθεώρηση, η οποία σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χαθεί…
Τις καλύτερες ευχές μου για την καινούργια χρονιά. Χρόνια πολλά.
Πώς μπορεί να αντιδράσει η Κυβέρνηση στην κατάσταση που έχει διαμορφωθεί και η οποία προδικάζεται ότι θα χειροτερέψει με τον νέο χρόνο και μέχρι τις εκλογές; Από ορισμένες πλευρές ακούγεται η άποψη ότι θα έπρεπε – ίσως – ο πρωθυπουργός να προχωρούσε, τώρα, στις αρχές του νέου χρόνου, σε εκλογές. Για να σταματήσει αυτή η παραζάλη που τείνει να διαμορφωθεί και που θα επιταθεί και με την ίδρυση «νέων» κομμάτων και με τις ανακατατάξεις παλιών. Ίσως θα έπρεπε να γίνει κάτι τέτοιο ακόμη και – για να φαιδρύνουμε λίγο το θέμα – για να δούμε τις προτάσεις των «41» γνωστών συμβούλων του Αλέξη Τσίπρα, αλλά και των «αγνώστων» σοφών του άλλου κυοφορουμένου «κόμματος», αν και αυτοί οι τελευταίοι θα πρέπει … εσπευσμένα να ξεσκονίσουν και τα … αραμαϊκά τους.
Ας λένε… Εγώ, παρακολουθώντας τις κινήσεις και την νοοτροπία του Κυριάκου Μητσοτάκη πιστεύω ότι οι εκλογές θα γίνουν το 2027, ενώ το νέο έτος που μόλις άρχισε, θα αφιερωθεί σε μείζονες θεσμικές πρωτοβουλίες και δη με την Συνταγματική Αναθεώρηση, η οποία σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χαθεί…
Τις καλύτερες ευχές μου για την καινούργια χρονιά. Χρόνια πολλά.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα