Οι Ελληνες ντύνονται με ομοιομορφία σαν να φοβούνται να ξεχωρίσουν
Από fashion royalty έφηβη δίπλα στον πατέρα της, Δημήτρη Παρθένη, δυναμική επιχειρηματίας και πρόεδρος της Ελληνικής Ενωσης Σχεδιαστών, η Ορσαλία Παρθένη αποτελεί το διαχρονικό it-girl της ελληνικής μόδας - Η καλλιτεχνική διεθύντρια του οίκου Parthenis μιλάει για την παγκόσμια εμμονή με τα 90s και το μέλλον της μόδας
Σπούδασε Ιστορία της Τέχνης στην Αμερική με στόχο να ακολουθήσει τον δικό της δρόμο, εκτός της οικογενειακής επιχείρησης. Τελικά η Ορσαλία Παρθένη όχι μόνο ανέλαβε νεότατη, πριν από 30 χρόνια, τα ηνία του οίκου μόδας που δημιούργησαν οι γονείς της το 1978 με μπουτίκ στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αλλά τον οδήγησε με επιτυχία στη σύγχρονη εποχή, ενώ συνεχίζει να αφήνει κάθε μέρα το δικό της αποτύπωμα στον χώρο ως πρόεδρος της Ελληνικής Ενωσης Σχεδιαστών Μόδας και κινητήριος δύναμη πίσω από πρωτοβουλίες όπως το Greek Fashion Festival, ενός νέου θεσμού που εντάχθηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου.
ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΛΑΣΚΑΡΑΚΗ: Τι χαρακτηρίζει τη μόδα του 2026;
ΟΡΣΑΛΙΑ ΠΑΡΘΕΝΗ: Θα έλεγα ότι τη χαρακτηρίζει η αβεβαιότητα. Γιατί έχει να κάνει με την οικονομική και πολιτική διεθνή αβεβαιότητα. Βλέπουμε την απόγνωση των μεγάλων οίκων στην προσπάθειά τους να ξεχωρίσουν ξανά και να πουλήσουν. Γι' αυτό και αλλάζουν διαρκώς καλλιτεχνικούς διευθυντές και όπως είδαμε και στις πρόσφατες συλλογές μεγάλων ονομάτων της μόδας, νομίζω ότι υπάρχει γενικά μια αντίδραση στο status quo. Αλλο ένα χαρακτηριστικό της μόδας του 2026 είναι ότι λόγω της τεράστιας έκτασης που έχει πια η αγορά μεταπώλησης ειδών πολυτελείας, του reselling που έχει γίνει τόσο πολύ διαδεδομένο, η μόδα αυτή τη στιγμή αποκτά συλλεκτική αξία, πολύ πιο έντονα απ’ ό,τι στο παρελθόν. Ο καθένας αποφασίζει σε ποιον οίκο «ανήκει», και συλλέγει κομμάτια σαν να είναι έργα τέχνης, με στόχο ότι αυτά θα αποκτήσουν μελλοντική αξία. Δηλαδή, η αγορά ειδών πολυτελείας έχει γίνει λίγο σαν την αγορά τέχνης. Με αυτή τη λογική λειτουργούν και οι καλλιτεχνικοί διευθυντές-σχεδιαστές. Αν κάνεις κάτι που είναι πολύ απρόσωπο, δεν θα έχει τόσο μεγάλο resale value.
Γ.Λ.: Υπάρχουν πλέον διακριτά στοιχεία που κάνουν τη μόδα αναγνωρίσιμη ανά δεκαετία, όπως στο παρελθόν;
Ο.Π.: Νομίζω ότι όλο και περισσότερο δεν ισχύει αυτό. Αυτά που ορίζουν το στυλ της εποχής είναι τα γεγονότα της μόδας, οι συνεργασίες, οι celebrities. Είδαμε πόσο μεγάλο θόρυβο έκανε το Super Bowl με καλλιτέχνη να εμφανίζεται με σύνολο fast fashion. Ή για παράδειγμα, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την πρόσληψη του Τζον Γκαλιάνο από τη Zara. Και μέχρι ενός σημείου αυτό είχε ενδιαφέρον γιατί μιλούσαμε για εκδημοκρατισμό της μόδας. Αλλά δεν ξέρω κατά πόσο είναι εκδημοκρατισμός ένας κολοσσός να παίρνει τα ηνία. Καταλήγει να γίνεται ένα μονοπώλιο, το οποίο καθορίζει και τις τιμές.
Γ.Λ.: Μιλώντας για το παρελθόν, υπάρχει αυτή τη στιγμή μια μεγάλη νοσταλγία για τα 90s, με αποκορύφωμα την τρέλα που έχει προκαλέσει η τηλεοπτική σειρά «Love story» και την παγκόσμια εμμονή με το στυλ της Κάρολιν Μπεσέτ Κένεντι. Πώς ερμηνεύεις το φαινόμενο;
Ο.Π.: Νομίζω η νοσταλγία προέρχεται κυρίως από τη γενιά που γεννήθηκε στα 90s, που έχει, ας πούμε, μωρουδίστικες μνήμες από τότε. Είναι μια ωραία μετάβαση από την «ήσυχη πολυτέλεια» που μέχρι τώρα ήταν πιο αποστειρωμένη, πιο «στολή», αλλά προσθέτοντας και λίγο συναίσθημα. Η Κάρολιν Μπεσέτ Κένεντι, όπως και η Γκουίνεθ Πάλτροου, είχαν το χαρακτηριστικό στυλ του New York it-girl, που ήταν η πολύ αδύνατη ξανθιά με το τέλειο μανικιούρ, τις αναφορές στο αμερικανικό sportswear, όπως τα κορίτσια της καλής κοινωνίας. Τις έχω ζήσει, όλες οι Νεοϋορκέζες συμφοιτήτριές μου ήταν έτσι. Ξέρεις, πήγα να σπουδάσω στο Brown τη χρονιά που αποφοίτησε ο Τζον Κένεντι Τζούνιορ. Για λίγο δεν τον πρόλαβα!
Γ.Λ.: Εσύ έζησες την εποχή σε αληθινό χρόνο και μάλιστα μεγαλώνοντας μέσα σε έναν οίκο μόδας. Ποια ήταν τα δικά σου 90s από άποψη στυλ και αναφορών;
Ο.Π.: Τα 90s τα έζησα στην Αμερική και μάλιστα έχοντας και τον οίκο μόδας εκεί. Ανοίξαμε την μπουτίκ στο Λος Αντζελες το 1991. Η εποχή εκείνη, ακόμα και στο κομμάτι του «είμαι νέος και παρτάρω», ήταν πιο διακριτική. Κι ας ήταν πιο wild. Σκέψου ότι ζούσαμε χωρίς κινητά, το οποίο μας έδινε μια φοβερή ελευθερία: να ντυνόμαστε όπως μας κατέβει, να κυκλοφορούμε όπως γουστάρουμε, με αυτούς που γουστάραμε, εκεί που θέλαμε. Νομίζω ότι αυτή η επιστροφή στα 90s έχει να κάνει και με αυτό. Τα παιδιά νοσταλγούν την αναλογική εποχή. Καταλαβαίνουν ότι είναι σκλαβιά το κινητό. Εμείς βγαίναμε τα βράδια στη Νέα Υόρκη, πηγαίναμε από το ένα μέρος στο άλλο, αλλά δεν υπήρχε η αγωνία να το δείξουμε αυτό. Τι σήμαινε να είσαι it-girl τότε; Να ξεχωρίζεις, να έχεις προσωπικό στυλ. Υπήρχαν τα κορίτσια που φορούσαν μόνο Chanel, αλλά υπήρχαν και οι άλλες, κυρίως οι Βρετανίδες φίλες μου, που ξεχώριζαν για το στυλ τους. Πηγαίναμε στα thrift stores και μπέρδευαν τα ακριβά με τα vintage, με μεγάλες αναφορές στο rock en roll. Τώρα είναι όλα λίγο πιο «πακεταρισμένα».
Γ.Λ.: Αισθάνεσαι ότι ο Parthenis δικαιώνεται κατά κάποιον τρόπο, εμμένοντας κυρίως στη μονοχρωμία και τις μίνιμαλ γραμμές όλα αυτά τα χρόνια;
Ο.Π.: Φυσικά. Οπως δικαιώνεται και σε ό,τι έχει να κάνει με τη σχέση των ρούχων με το σώμα, με τον αθλητισμό, με κάτι πιο αληθινό. Εξάλλου, η συλλογή των basics που πουλάμε ακόμη μέχρι σήμερα, παραμένει ίδια από τα τέλη της δεκαετίας του ’80. Είναι γνωστό ότι το στυλ της κάθε δεκαετίας ξεκινάει από τα τέλη της προηγούμενης, π.χ. το στυλ των 90s διακρίνεται στη μόδα από τα τέλη των 80s.
Γ.Λ.: Σήμερα επανερμηνεύεις αυτή την κληρονομιά στις δικές σου συλλογές;
Ο.Π.: Ναι, όλο και πιο έντονα. Θα σου πω και κάτι που δεν είχα ανακοινώσει μέχρι τώρα. Φέτος κλείνουν 30 χρόνια από τότε που ανέλαβα τη διεύθυνση του οίκου το 1996. Αποφάσισα, λοιπόν, για τον επόμενο χειμώνα να φτιάξω μια αναδρομική συλλογή με 30 κομμάτια, εμπνευσμένη από τα αρχεία Parthenis των τελευταίων 30 χρόνων. Δυσκολευόμαστε λίγο να βρούμε τις πρώτες ύλες, αλλά θα τα καταφέρουμε. Μετανιώνω τώρα για τα ρούχα εκείνης της εποχής που έχω χαρίσει! Το επόμενο μεγάλο έργο θα είναι η αξιοποίηση του αρχείου του πατέρα μου στα 50 χρόνια από την ίδρυση του brand (1978), αν και η οικογενειακή επιχείρηση με ρούχα, αλλά με άλλη επωνυμία, είχε ξεκινήσει το 1968.
Γ.Λ.: Υπάρχουν στ’ αλήθεια κομμάτια-επένδυση στην εποχή μας ή όλα στο τέλος της ημέρας τα βαριόμαστε επειδή οι γραμμές αλλάζουν συχνότερα και θέλουμε καινούρια;
Ο.Π.: Υπάρχουν. Τώρα τελευταία ξεθάβω και ξαναφοράω ρούχα που φορούσα πριν από 20 χρόνια. Ενα παλτό, μεταξωτά φορέματα, μάλλινα φορέματα. Το κοινό στοιχείο όλων αυτών είναι η καλή πρώτη ύλη και το ότι με κάνουν να αισθάνομαι καλά στο σώμα μου και στο δέρμα μου.
Γ.Λ.: Οι καταναλωτές ενδιαφέρονται για τη βιώσιμη μόδα;
Ο.Π.: Ενώ είναι κάτι το οποίο συζητάμε περισσότερο και ο κόσμος είναι πιο ενημερωμένος, δεν ξέρω πόσο τους ενδιαφέρει. Συχνά τους ενδιαφέρει πιο πολύ η τιμή από τη βιωσιμότητα. Και είναι κατανοητό. Αν ξεπεράσουμε το ότι ψωνίζουμε για… ψυχιατρικούς λόγους και αρχίσουμε να ψωνίζουμε όπως θα κάναμε ένα investment portfolio, με πιο στοχευμένες αγορές, θα ήταν καλύτερα. Δηλαδή, από το να ξοδεύεις 50 ευρώ τον μήνα για ρούχα, πάρε κάτι καλύτερο 1-2 φορές τον χρόνο. Και επίσης, φόρα αυτά που έχεις. Είναι απελευθερωτικό.
Γ.Λ.: Τι στόχο έχει η Ελληνική Ενωση Σχεδιαστών Μόδας; Τι έχει πετύχει στα 5 χρόνια λειτουργίας της;
Ο.Π.: Η Ελληνική Ενωση Σχεδιαστών Μόδας δημιουργήθηκε για να βρούμε έναν κοινό τόπο, να εξερευνήσουμε τι μπορούμε να βελτιώσουμε στις συνθήκες της δουλειάς μας και να τονώσουμε τον σεβασμό προς το επάγγελμά μας. Κάναμε πέρυσι το πρώτο Greek Fashion Festival στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, με δράσεις και ομιλίες που συνέδεσαν τη μόδα με τον πολιτισμό, ενώ φέτος θα έχουμε ένα πρότζεκτ κινηματογραφικό. Ασχοληθήκαμε και με το πρόβλημα των εργατικών χεριών στη μόδα, αλλά, δυστυχώς, παρά τις προσπάθειές μας, δεν είδαμε ανταπόκριση από την πολιτεία, δεν είδαμε ενδιαφέρον για τη δημιουργία ενός θεσμικού και εκπαιδευτικού φορέα για τη μόδα στα πρότυπα του εξωτερικού.
Γ.Λ.: Πώς ντύνονται οι Ελληνες και οι Ελληνίδες σήμερα;
Ο.Π.: Το στυλ τους έχει βελτιωθεί, καθώς έχουν πια τα εργαλεία να παρακολουθούν τη διεθνή μόδα. Εχουν εκπαιδεύσει το μάτι τους, έχουν αρχίσει να ασχολούνται και με τα vintage. Ωστόσο ντύνονται μάλλον με ομοιομορφία, ειδικά η νεότερη γενιά. Φοβούνται να ξεχωρίσουν από το πλήθος. Θα έλεγα ότι οι Ελληνες ντύνονται σαν να θέλουν να είναι κάποιος άλλος, σαν να μην έχουν επίγνωση του εαυτού τους.
H αγορά ειδών πολυτελείας έχει γίνει λίγο σαν την αγορά τέχνης
Γ.Λ.: Πώς προβλέπεις το μέλλον της μόδας; Μινιμαλιστικό; Πλουραλιστικό; Ολο και πιο casual, όπως μας άφησε η πανδημία;
Ο.Π.: Θα έχει απ’ όλα. Με μια έμφαση στην αυτοφροντίδα και την ενασχόληση με τον εαυτό μας, ως την απόλυτη συνέπεια του καπιταλισμού. Η αλήθεια είναι ότι η σχέση μας με τη μόδα αλλάζει ούτως ή άλλως με την ηλικία και τη σοφία που αποκτάς με τα χρόνια. Οσο πιο νέος, θες απλά να εντυπωσιάσεις, όσο μεγαλώνεις, αισθάνεσαι καλά με τον εαυτό σου. Και ξέρεις ότι αν δείχνεις καλά με τον εαυτό σου, έτσι θα σε βλέπουν και οι άλλοι.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr