Τελειώνει πριν καν ξεκινήσει η πολυσυζητημένη συνεργασία του ΣΥΡΙΖΑ με τη Δημοκρατική Αριστερά, παρότι τελικά το κόμμα του Φώτη Κουβέλη συντάχθηκε, μετά από πολλούς προβληματισμούς στο εσωτερικό του, με το στόχο της αξιωματικής αντιπολίτευσης για καταψήφιση του προέδρου της Δημοκρατίας, ώστε να πέσει η κυβέρνηση και να οδηγηθεί η χώρα σε εκλογές.
Οι διαπραγματεύσεις και οι επίσημες επαφές μεταξύ των δύο πλευρών πάγωσαν και το λόγο έχουν τώρα τα συλλογικά όργανα και των δύο κομμάτων, που προσανατολίζουν την πολιτική των συμμαχιών τους σε άλλες κατευθύνσεις.
Κατά τα φαινόμενα ο ΣΥΡΙΖΑ αποδείχθηκε πολύ «αφιλόξενος» για τους πρώην συντρόφους, στους οποίους δεν συγχωρεί τη συνεργασία τους με την κυβέρνηση Σαμαρά προ διετίας, ενώ τα στελέχη της ΔΗΜΑΡ έδειξαν να απαιτούν πολλά περισσότερα απ’ όσα επέτρεπε το πολιτικό τους «μπόι», όπως αυτό καταγράφηκε στις ευρωεκλογές.
Το γυαλί άρχισε να ραγίζει από το απόγευμα της Δευτέρας όταν ο Αλέξης Τσίπρας ξεκαθάρισε ότι ουδείς συνεργαζόμενος – εννοώντας και τον Φώτη Κουβέλη – δεν θα μπει στο ψηφοδέλτιο επικρατείας, αλλά θα τεθεί στη βάσανο του σταυρού.
Ο στενός του συνεργάτης Νίκος Παππάς το είπε και ονομαστικά για τον κ. Κουβέλη το πρωί της Τρίτης, παγώνοντας την Αγίου Κωνσταντίνου, ενώ το απόγευμα της ίδιας ημέρας η πολιτική γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ έστελνε μήνυμα ότι τα στελέχη της ΔΗΜΑΡ είναι περίπου ανεπιθύμητα, πλην ελαχίστων ίσως εξαιρέσεων, στα ψηφοδέλτια του κόμματος. Ειδικά για το θέμα Κουβέλη, θεωρήθηκε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ τον αντιμετωπίζει υποτιμητικά και με αχαριστία και στην πραγματικότητα δεν τον θέλει.
Ουσιαστικά αυτά τα γεγονότα απλά επιβεβαίωσαν το ψυχικό και πολιτικό χάσμα ανάμεσα στις δύο πλευρές. Δεν υπήρχε κανένα σοβαρό σημείο επαφής, αλλά πολλά που τους χωρίζουν:
Ανεξαρτήτως των διαθέσεων της ηγεσίας, στον ΣΥΡΙΖΑ δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να μπουν στη διαδικασία μίας προγραμματικής συζήτησης και συμφωνίας με τη ΔΗΜΑΡ, για την οποία θεωρούν ότι βρίσκεται σε μία τροχιά πολιτικής εξαέρωσης μετά τις ευρωεκλογές. «Η βάση της συνεργασίας είναι το πρόγραμμα της ΔΕΘ και τίποτε περισσότερο ή λιγότερο» διαμήνυσε η Κουμουνδούρου, απογοητεύοντας την ηγεσία της ΔΗΜΑΡ που θεωρούσε ότι μία προγραμματική συμφωνία θα διασφάλιζε την εικόνα μιας ισότιμης συνεργασίας, χωρίς ηγεμονισμούς.