Από το Χάρβαρντ στα κατάμεστα αμφιθέατρα: Ο Καθηγητής Sergio Imparato μιλά στο protothema για τη σύγχρονη εκπαίδευση και τη «σχολή» του Αριστοτέλη
Ποιος είναι ο Καθηγητής Φιλοσοφίας του Χάρβαρντ που υιοθετεί αρχαιοελληνικές αξίες στη διδασκαλία του και επικοινωνεί «μια φιλοσοφία που έχει ως βασικό ζητούμενο όχι απλώς να μάθουν οι φοιτητές, αλλά να αλλάξουν τον τρόπο, με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και τον κόσμο» - Η σχέση του με την Ελλάδα
Βασιλική Χρυσοστομίδου
Τι μπορεί να κάνει εκατοντάδες φοιτητές ενός από τα σημαντικότερα πανεπιστήμια του κόσμου να εγκαταλείψουν για λίγο τις οθόνες τους, να αφήσουν στην άκρη τις βαθμολογίες και τις επαγγελματικές φιλοδοξίες τους και να συγκεντρωθούν γύρω από ένα τραπέζι για να συζητήσουν τον έρωτα, την ηθική, τη δικαιοσύνη, τη θρησκεία, την ανθρώπινη φύση και το νόημα της ζωής;
Και πώς μπορεί ένας καθηγητής να κάνει τον Αριστοτέλη επίκαιρο μέσα από το TikTok, τον Ιμάνουελ Καντ μέσα από τις σύγχρονες ερωτικές σχέσεις και την ηθική φιλοσοφία μέσα από την εμμονή μιας ολόκληρης γενιάς με την εξωτερική εμφάνιση;
Για τον Sergio Imparato, Καθηγητή του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, η απάντηση δεν βρίσκεται σε κάποια καινοτόμο εκπαιδευτική τεχνολογία, ούτε σε μια ακόμη πιο εξελιγμένη μέθοδο μετάδοσης γνώσεων αλλά σε κάτι πολύ παλαιότερο: στο θαύμα της ανακάλυψης, στον ελεύθερο χρόνο της ουσιαστικής σκέψης και, κυρίως, στον διάλογο.
Τρεις έννοιες, που έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και αποτελούν τη βάση μιας εκπαιδευτικής προσέγγισης, η οποία φαίνεται να απαντά σε μια ανάγκη, που συχνά παραβλέπεται στις συζητήσεις για το μέλλον των πανεπιστημίων: την ανάγκη των νέων να συναντηθούν πραγματικά, να ακούσουν ο ένας τον άλλον και να αναρωτηθούν τι άνθρωποι θέλουν να γίνουν.
«Η εκπαίδευση δεν συνδέεται μόνο με τη γνώση ή με τις δεξιότητες. Αυτή ακριβώς είναι η μεταμορφωτική δύναμή της», θα πει ο ίδιος στο protothema, περιγράφοντας μια διδασκαλία που έχει ως βασικό ζητούμενο όχι απλώς να μάθουν οι φοιτητές, αλλά να αλλάξουν τον τρόπο, με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και τον κόσμο.
Από τον Michael Sandel στη βιοτεχνολογία
Η διαδρομή του Imparato προς αυτή την εκπαιδευτική φιλοσοφία περνά μέσα από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, τη θεολογία και τη μακρά μαθητεία του δίπλα στον Michael Sandel, τον διακεκριμένο πολιτικό φιλόσοφο του Χάρβαρντ, γνωστό διεθνώς για το έργο του γύρω από τη δικαιοσύνη, την ηθική και τη δημοκρατία.
Ο Αμερικανός πολιτικός φιλόσοφος Michael Joseph Sandel
Αξίζει να σημειωθεί, ότι ο Sandel είχε έρθει και στη χώρα μας καθώς ήταν ο κεντρικός ομιλητής στην εκδήλωση του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών για τον πρώτο επίσημο εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Φιλοσοφίας, ένα χρόνο πριν, στις 20/11/2025.
Ο Sandel, ο οποίος τιμήθηκε το 2025 με το Βραβείο Φιλοσοφίας και Πολιτισμού Berggruen, ύψους ενός εκατομμυρίου δολαρίων, θεωρείται μία από τις σημαντικότερες σύγχρονες φιλοσοφικές προσωπικότητες – για πολλούς, ο μεγαλύτερος εν ζωή φιλόσοφος. Το βραβείο, που συχνά περιγράφεται ως το «Νόμπελ της φιλοσοφίας», αναγνωρίζει τη συμβολή στοχαστών στην κατανόηση των μεγάλων κοινωνικών, πολιτικών και ηθικών προκλήσεων της εποχής. «Για πολλά χρόνια δούλεψα και μελέτησα με τον Michael Sandel. Ήταν ο μέντοράς μου και ήμουν βοηθός Καθηγητή στο πλευρό του. Από εκείνον, ‘κληρονόμησα’ ορισμένες από τις τάξεις του», εξηγεί ο Imparato. Ανάμεσά τους και η διδασκαλία της Δικαιοσύνης, αλλά και μια νέα εκπαιδευτική πρωτοβουλία, που προέκυψε από μια φαινομενικά απρόσμενη συνάντηση, εκείνη της φιλοσοφίας με τη βιοτεχνολογία.
Πριν από τέσσερα χρόνια, έπειτα από πρόταση του ίδιου του Σαντέλ και ενός ακόμη καθηγητή του Χάρβαρντ, ο Ιμπαράτο ανέλαβε να διδάξει ηθική φιλοσοφία σε φοιτητές του Τμήματος Stem Cell and Regenerative Biology, δηλαδή ενός επιστημονικού πεδίου που ασχολείται με τα βλαστοκύτταρα και την αναγεννητική βιολογία. Αφορμή στάθηκε ένα σημαντικό κενό, δηλαδή νέοι επιστήμονες, που εκπαιδεύονταν σε τεχνολογίες ικανές να επηρεάσουν βαθιά την ανθρώπινη ζωή δεν είχαν προηγουμένως παρακολουθήσει συστηματικά μαθήματα ηθικής. «Ήταν αντικείμενα, που φαινομενικά δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους. Ωστόσο, όσοι σπουδάζουν βλαστοκυτταρική και αναγεννητική βιολογία έρχονται αναπόφευκτα αντιμέτωποι με εξαιρετικά αμφιλεγόμενα ζητήματα. Τι είναι ένα ανθρώπινο έμβρυο; Ποια είναι η ηθική του υπόσταση; Τι επιτρέπεται να κάνουμε με αυτό; Μέχρι ποιο σημείο μπορεί να προχωρήσει η επιστημονική έρευνα;». Έτσι δημιουργήθηκε το μάθημα «Biotech Ethics» – Ηθική της Βιοτεχνολογίας.
Ο ίδιος επιμένει στη συγκεκριμένη ονομασία, καθώς δεν τον ενδιαφέρει απλώς να παρουσιάσει στους φοιτητές μια σειρά από παραδοσιακά ζητήματα βιοηθικής, όπως η ευθανασία ή η διακοπή της κύησης. Στόχος του είναι να τους εξοικειώσει με την ηθική φιλοσοφία και να τους μάθει να την εφαρμόζουν στις αποφάσεις, που προκύπτουν από τη ραγδαία τεχνολογική ανάπτυξη. Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή, κατά την οποία η επιστήμη μπορεί να παρέμβει σε όλο και περισσότερες πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης - από την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή και τη γενετική επιλογή έως τις κυτταρικές θεραπείες και τα νέα μοντέλα ανάπτυξης εμβρύων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο λεγόμενος κανόνας των 14 ημερών, ένα σημαντικό διεθνές σημείο αναφοράς στη συζήτηση για την έρευνα σε ανθρώπινα έμβρυα. Η αρχή αυτή συνδέθηκε ιστορικά με τον περιορισμό της εργαστηριακής καλλιέργειας εμβρύων έως τη συμπλήρωση 14 ημερών από τη γονιμοποίηση ή την εμφάνιση της πρωτογενούς γραμμής, όποιο συμβεί πρώτο.
Ωστόσο, το πλαίσιο δεν αποτελεί ενιαίο παγκόσμιο νόμο. Οι ρυθμίσεις διαφέρουν ανά χώρα, ενώ οι διεθνείς επιστημονικές κατευθυντήριες οδηγίες έχουν εξελιχθεί. Οι επικαιροποιημένες οδηγίες της International Society for Stem Cell Research (ISSCR), με αναθεώρηση το 2025, αναδεικνύουν την ανάγκη ειδικής επιστημονικής και ηθικής αξιολόγησης, διαφάνειας και ευρύτερου δημόσιου διαλόγου για ενδεχόμενη έρευνα πέρα από το συγκεκριμένο χρονικό όριο. «Με ενδιαφέρει κυρίως η εφαρμογή της ηθικής φιλοσοφίας στη βιοτεχνολογική ανάπτυξη. Η βιοτεχνολογία είναι ένας τρόπος να φέρω φιλοσοφικά ερωτήματα στους φοιτητές, επειδή πιστεύω ότι αυτά έχουν άμεση σχέση με τη ζωή τους», σημειώνει ο Καθηγητής.
Η ανταπόκριση υπήρξε εντυπωσιακή. Από τους 23 φοιτητές της πρώτης χρονιάς, ο αριθμός αυξήθηκε στους 60 τη δεύτερη, στους 350 την τρίτη και στους 644 την τέταρτη χρονιά. Φέτος, οι αιτήσεις ξεπέρασαν τις 700, με αποτέλεσμα να τεθεί ανώτατο όριο εγγραφών. Ένα μάθημα, που ξεκίνησε ως εξειδικευμένη εκπαιδευτική παρέμβαση για φοιτητές βιολογίας εξελίχθηκε σε μία από τις πιο δημοφιλείς πανεπιστημιακές τάξεις, προσελκύοντας νέους από διαφορετικά επιστημονικά πεδία.
Το «θαύμα», η «σχολή» και ο διάλογος: Τρεις ελληνικές λέξεις ως εκπαιδευτικό πρόγραμμα
Η εξήγηση της επιτυχίας του Ιμπαράτο βρίσκεται σε τρεις αρχαιοελληνικές έννοιες, τις οποίες χρησιμοποιεί ως θεμέλια της διδασκαλίας του: το θαύμα, τη σχολή και τον διάλογο.
Η πρώτη είναι το «θαύμα», όχι με τη σημερινή σημασία του υπερφυσικού ή του εξαιρετικού γεγονότος, αλλά με την αρχαία φιλοσοφική έννοια της απορίας, της έκπληξης και της βαθιάς ανάγκης να αναρωτηθεί κανείς για όσα θεωρούσε μέχρι τότε αυτονόητα.
Ο Αριστοτέλης, άλλωστε, στα «Μετά τα Φυσικά», συνδέει την απαρχή της φιλοσοφίας με το θαυμάζειν. Η αναζήτηση της γνώσης ξεκινά όταν ο άνθρωπος σταματά να θεωρεί τον κόσμο δεδομένο και αρχίζει να αναρωτιέται για την ύπαρξη και τη φύση των πραγμάτων. «Γιατί υπάρχω; Ποιος είμαι; Γιατί σχετίζομαι με τους άλλους; Γιατί αισθάνομαι όσα αισθάνομαι; Γιατί ερωτεύομαι; Αυτά είναι θεμελιώδη ερωτήματα που ενισχύουν τη φιλοσοφική έρευνα. Και για μένα, αυτή είναι η μεταμόρφωση».
Η δεύτερη έννοια είναι η «σχολή», την οποία ο Ιμπαράτο αντιπαραβάλλει με την «ασχολία». Στην αρχαία ελληνική σκέψη, η σχολή συνδεόταν με τον ελεύθερο χρόνο, όχι ως απουσία δραστηριότητας, αλλά ως δυνατότητα να αφιερωθεί κανείς σε όσα έχουν πραγματική σημασία πέρα από την ανάγκη της παραγωγής και της εργασίας. Μια ενδιαφέρουσα γλωσσική και πολιτισμική παρατήρηση, την οποία αξιοποιεί στη διδασκαλία του: το σχολείο συνδέεται ιστορικά με αυτήν ακριβώς την έννοια της σχολής, ως τόπου αφιερωμένου στη μάθηση και την πνευματική καλλιέργεια. «Λέω στους φοιτητές μου ότι όταν βρίσκονται στην τάξη είναι ελεύθεροι από τη δουλειά, από όσα πρόκειται να παράγουν. Βρίσκονται σε μια σχολή και εκεί θα πρέπει να αφοσιωθούν σε ό,τι πραγματικά έχει σημασία. Και αυτό είναι η φιλοσοφία».
Η τρίτη αρχή είναι ο «διάλογος». Για τον Ιμπαράτο, η προσωπική μεταμόρφωση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σε συνθήκες απομόνωσης. Απαιτεί την παρουσία του άλλου, τη διαφωνία, την ανταλλαγή επιχειρημάτων και την ικανότητα να ακούει κανείς μια διαφορετική άποψη χωρίς να αισθάνεται ότι απειλείται.
Από τον Αριστοτέλη στο TikTok – Όταν η φιλοσοφία μιλά τη γλώσσα της Gen Z
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της εκπαιδευτικής προσέγγισης του Ιμπαράτο είναι ότι δεν επιχειρεί να απομακρύνει τους φοιτητές από τη σύγχρονη κουλτούρα τους προκειμένου να τους φέρει κοντά στη φιλοσοφία. Κάνει ακριβώς το αντίθετο: ξεκινά από τον κόσμο τους και αναζητά εκεί τις αφορμές για να τους οδηγήσει σε βαθύτερα ερωτήματα. Ειδικότερα, παρακολουθεί τις τάσεις της Gen Z, τα κοινωνικά δίκτυα, τις συμπεριφορές, τις αγωνίες και τις νέες μορφές σχέσεων. Δεν αντιμετωπίζει αυτά τα φαινόμενα ως επιφανειακές εκδηλώσεις μιας γενιάς, που έχει μεγαλώσει μπροστά σε μια οθόνη αλλά τα χρησιμοποιεί ως αφετηρία για να αναδείξει ζητήματα, που απασχολούν διαχρονικά την ανθρώπινη σκέψη.
Ένα από τα παραδείγματα που συζητά με τους φοιτητές του είναι το λεγόμενο «looksmaxxing», η τάση της μεγιστοποίησης της εξωτερικής εμφάνισης, η οποία έχει αποκτήσει ιδιαίτερη απήχηση σε διαδικτυακές κοινότητες νεαρών ανδρών. Η πρακτική μπορεί να ξεκινά από την περιποίηση, τη γυμναστική και τη διατροφή, αλλά σε ακραίες εκδοχές της φτάνει σε επικίνδυνες παρεμβάσεις στο σώμα, ακόμη και σε αυτοτραυματισμούς, με στόχο την αλλαγή των χαρακτηριστικών του προσώπου. Στις σχετικές διαδικτυακές κοινότητες έχουν καταγραφεί ακόμη και πρακτικές όπως το λεγόμενο bonesmashing, κατά το οποίο κάποιοι χτυπούν επανειλημμένα τα οστά του προσώπου τους, πιστεύοντας ότι θα πετύχουν πιο έντονη γνάθο. Το φαινόμενο δεν είναι απλώς μια ακόμη διαδικτυακή μόδα. Αγγίζει βαθύτερα ζητήματα αυτοεικόνας, κοινωνικής αποδοχής, ανασφάλειας και της ολοένα μεγαλύτερης πίεσης για ένα σώμα, που ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένα αισθητικά πρότυπα. Μάλιστα, σε πρόσφατη παρέμβασή του το Harvard T.H. Chan School of Public Health ανέδειξε τους κινδύνους του looksmaxxing για την ψυχική και σωματική υγεία των νεαρών ανδρών.
Ο Ιμπαράτο χρησιμοποιεί το φαινόμενο για να εισαγάγει τους φοιτητές στην αριστοτελική έννοια της φιλαυτίας και στη διάκριση ανάμεσα στην υγιή αγάπη για τον εαυτό και την υπερβολή που οδηγεί στην πλεονεξία. Όπως σημειώνει, στην αριστοτελική σκέψη, η φιλαυτία δεν έχει αποκλειστικά αρνητικό περιεχόμενο. Η ορθή αγάπη για τον εαυτό μπορεί να συνδέεται με την αρετή, τη φιλία και την καλή πολιτική ζωή. Η υπερβολική επιδίωξη του προσωπικού οφέλους, όμως, μπορεί να μετατραπεί σε πλεονεξία, δηλαδή στην επιθυμία να αποκτά κανείς διαρκώς περισσότερα για τον εαυτό του εις βάρος των άλλων. «Προσπαθώ να δείξω στους φοιτητές πώς μπορούν να συλλάβουν αυτή τη φιλοσοφία μέσα από έναν διαφορετικό φακό, ώστε να καταλάβουν τον δικό τους κόσμο».
Ανάλογη είναι η προσέγγισή του και στην ηθική του Καντ. Αντί να ξεκινήσει με τις αφηρημένες έννοιες της καντιανής φιλοσοφίας, επιλέγει ένα ζήτημα, που απασχολεί έντονα τους νεότερους: τα situationships, τις σχέσεις, δηλαδή, που κινούνται σε μια ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ φιλίας, ερωτικής σύνδεσης και δέσμευσης, χωρίς σαφή προσδιορισμό των προσδοκιών και των υποχρεώσεων των δύο πλευρών.
Η σύνδεση με την καντιανή ηθική γίνεται μέσα από το ερώτημα αν οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον ως αυτοσκοπό ή ως μέσο για την προσωπική τους ικανοποίηση. Η συγκεκριμένη συζήτηση μάλιστα έγινε viral στο TikTok, όταν φοιτητές φωτογράφισαν και μοιράστηκαν μια διαφάνεια από το μάθημα. «Το ενδιαφέρον ήταν ότι στα σχόλια πολλοί δεν ρωτούσαν για τα situationships, αλλά για τον ίδιο τον Καντ. Ήθελαν να μάθουν περισσότερα για την ηθική του και για το αν μια τέτοια σχέση μπορεί να θεωρηθεί ηθική ή όχι». Για τον Καθηγητή, αυτή είναι ακριβώς η στιγμή, που η φιλοσοφία έχει πετύχει τον σκοπό της, όταν δηλαδή μια σύγχρονη εμπειρία γίνεται η αφετηρία για να γεννηθεί ένα ερώτημα, που οδηγεί πέρα από την ίδια την εμπειρία.
Το μάθημα δεν τελειώνει στο αμφιθέατρο
Η πιο ιδιαίτερη ίσως πτυχή της μεθόδου του Ιμπαράτο δεν βρίσκεται στις διαλέξεις του, αλλά σε όσα συμβαίνουν μετά από αυτές. Ο Καθηγητής συναντά τους φοιτητές του τέσσερις φορές την εβδομάδα σε γεύματα και δείπνα, σε μικρές ομάδες έξι έως οκτώ ατόμων, για 14 συνεχόμενες εβδομάδες κατά τη διάρκεια του εξαμήνου. Οι συναντήσεις πραγματοποιούνται στις φοιτητικές εστίες του Χάρβαρντ, στα εστιατόρια και στις κοινόχρηστες τραπεζαρίες, όπου οι νέοι περνούν μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς τους.
Δεν πρόκειται για πρόσθετες διαλέξεις, ούτε για επίσημα σεμινάρια. Είναι συζητήσεις γύρω από ένα κανονικό γεύμα, με αφετηρία όσα προκάλεσαν το ενδιαφέρον των φοιτητών στην τάξη. «Τους ενθαρρύνω να κάνουν συζητήσεις, που μπορούν να αλλάξουν τη ζωή τους, που έχουν ουσία και βάθος, αντί να συζητούν μόνο για τις βαθμολογίες τους. Μπορούμε να μιλήσουμε για την ευθανασία, τις αμβλώσεις, για πολύ βαθύτερα ερωτήματα», εξηγεί, τονίζοντας πως αλλάζει ο ρόλος του Καθηγητή καθώς δεν βρίσκεται πλέον απέναντί τους αλλά ανάμεσά τους. Μέσα από αυτή τη συναναστροφή, δεν καθοδηγεί κάθε στιγμή τη συζήτηση, ούτε επιχειρεί να επιβάλει ένα συμπέρασμα. Αντίθετα, ενθαρρύνει τη διαφωνία, την προσεκτική ακρόαση, την ενσυναίσθηση και, κυρίως, την ειλικρίνεια. «Τους ενθαρρύνω να μην φοβούνται να δείξουν ευάλωτοι ο ένας απέναντι στον άλλον. Και αυτή η εμπειρία αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούμε στη μεγάλη αίθουσα. Όταν έχουν ήδη συζητήσει σε ένα μικρό τραπέζι, αισθάνονται πιο άνετα να εκφραστούν μπροστά σε εκατοντάδες ανθρώπους», υπογραμμίζει.
Η διαδικασία, ωστόσο, είναι αμφίδρομη. Ο Ιμπαράτο δεν ζητά από τους φοιτητές του να εκτεθούν συναισθηματικά, παραμένοντας ο ίδιος προστατευμένος πίσω από την ιδιότητα του Καθηγητή. Αναγνωρίζει ότι και για τον ίδιο ορισμένα ερωτήματα είναι δύσκολα. Μοιράζεται τις αμφιβολίες του, παραδέχεται τις αδυναμίες του και δεν διστάζει να πει ότι μια προηγούμενη διάλεξη δεν πήγε όπως θα ήθελε. «Είμαι εξίσου πρόθυμος να είμαι ευάλωτος. Οι φοιτητές γνωρίζουν ότι κι εγώ περνώ μέσα από το ίδιο είδος δυσκολιών».
Όπως διευκρινίζει, δεν επιδιώκει να δημιουργήσει μία κοινότητα ανθρώπων που συμφωνούν, αλλά μια κοινότητα ανθρώπων, που μπορούν να διαφωνούν χωρίς να χάνουν την επαφή τους.
Η θρησκεία έχει θέση στις φιλοσοφικές διαλέξεις
Στην εκπαιδευτική φιλοσοφία του Ιμπαράτο η θρησκεία έχει και αυτή θέση στο δημόσιο διάλογο. Σε ένα αμερικανικό πανεπιστημιακό περιβάλλον, όπου η έκφραση θρησκευτικών πεποιθήσεων μπορεί να αντιμετωπίζεται με επιφυλακτικότητα, ο ίδιος θεωρεί ότι η θρησκεία δεν πρέπει να αποκλείεται από την αίθουσα διδασκαλίας. «Έμαθα και αυτό από τον Σαντέλ, ότι η θρησκεία ανήκει στην τάξη. Επειδή ανήκει στην ηθική συζήτηση, αποτελεί μέρος της ταυτότητας κάποιου».
Περιγράφει μια συζήτηση για τις αμβλώσεις, κατά την οποία δύο φοιτητές με χριστιανικό υπόβαθρο υποστήριξαν διαφορετικές θέσεις, επικαλούμενοι και οι δύο τη θρησκευτική τους ταυτότητα. Η συζήτηση εξελίχθηκε σε μια ευρύτερη αναζήτηση γύρω από τη χριστιανική θεολογία, την έννοια της εγκυμοσύνης και τα ηθικά διλήμματα που δημιουργούν οι νέες τεχνολογίες. «Εξεπλάγην όταν διαπίστωσα ότι και οι δύο ήταν χριστιανοί, αλλά διαφωνούσαν. Κι αυτό μου έδωσε την ευκαιρία να αξιοποιήσω το θεολογικό μου υπόβαθρο. Οι υπόλοιποι φοιτητές, που δεν ήταν χριστιανοί, συμμετείχαν με ενδιαφέρον, προσφέροντας τις δικές τους απόψεις», μεταφέρει την ουσία της συζήτησης ο Ιμπαράτο, τονίζοντας πως στόχος δεν είναι η αναζήτηση μιας κοινής θρησκευτικής ή ιδεολογικής αφετηρίας, αλλά η δυνατότητα να παρουσιάζει κανείς τις πεποιθήσεις του με ειλικρίνεια και να τις υποβάλλει στον έλεγχο του διαλόγου.
Το Χάρβαρντ έξω από το Χάρβαρντ
Η επιρροή του Μάικλ Σαντέλ είναι εμφανής και στη διδακτική επιλογή του Ιμπαράτο να μεταφέρει τη φιλοσοφία έξω από τα όρια του πανεπιστημίου. «Όπως λέει ο Σαντέλ, η φιλοσοφία δεν είναι κάτι που ανήκει στον ουρανό. Όπως και για τον Σωκράτη, η φιλοσοφία ανήκει στις πόλεις, στους δρόμους». Μάλιστα, ο Καθηγητής περιγράφει ένα περιστατικό, που αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο αυτή την αντίληψη. Κατά τη διάρκεια μιας διάλεξης, διέκοψε προσωρινά το μάθημα, πήρε το ηλεκτρικό του σκούτερ και κατευθύνθηκε προς ένα από τα οργανωμένα τουριστικά γκρουπ, που επισκέπτονται καθημερινά το πανεπιστήμιο. Μέσω Zoom συνδέθηκε ζωντανά με το αμφιθέατρο και απηύθυνε στους επισκέπτες το ίδιο ηθικό ερώτημα, που είχε θέσει λίγο νωρίτερα στους φοιτητές του. Για περίπου δέκα λεπτά, τουρίστες και φοιτητές συμμετείχαν στην ίδια συζήτηση. Στη συνέχεια, οι επισκέπτες προσκλήθηκαν να μπουν στο αμφιθέατρο.
Η κίνηση είχε έναν συμβολισμό: το Χάρβαρντ, όπως λέει, είναι μια ελίτ και συχνά λειτουργεί ως ένας σχετικά κλειστός κόσμος. Η φιλοσοφία, όμως, δεν μπορεί να περιορίζεται σε εκείνους, που έχουν την τύχη να φοιτούν σε ένα κορυφαίο πανεπιστήμιο. Συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να εκτεθούμε και έξω από τη σφαίρα του Χάρβαρντ. Ήθελα να δω πώς θα μπορούσαμε να κάνουμε αυτές τις συζητήσεις μακριά από το πανεπιστήμιο».
Η ίδια αντίληψη εξηγεί και μια άλλη πρακτική του, καθώς ενθαρρύνει τους φοιτητές να φέρνουν στις διαλέξεις τους γονείς, τους παππούδες, τα αδέλφια και τους συντρόφους τους. Και εκείνοι ανταποκρίνονται. «Θέλω να τους γνωρίσω, γιατί πιστεύω ότι η πραγματική μάθηση συμβαίνει στο τραπέζι όπου τρώμε με την οικογένειά μας». Ορισμένες από αυτές τις συναντήσεις έχουν εξελιχθεί σε σχέσεις, που συνεχίζονται και μετά το τέλος του μαθήματος. Ο Καθηγητής διατηρεί αλληλογραφία με παππούδες φοιτητών που συμμετείχαν στις συζητήσεις και θυμάται με συγκίνηση την παρουσία τους.
Η εμπειρία αυτή, τον οδήγησε και σε ένα νέο σχέδιο. Θέλει να μεταφέρει τις συζητήσεις στα πραγματικά οικογενειακά τραπέζια, στα σπίτια των φοιτητών. Μία φορά την εβδομάδα, θα επιλέγει έναν φοιτητή και θα συμμετέχει στο δείπνο της οικογένειάς του, συζητώντας με τους γονείς και τους υπόλοιπους συγγενείς ηθικά και φιλοσοφικά ζητήματα. Φυσικά, πρόκειται για ένα σχέδιο, που χρειάζεται ιδιωτική χρηματοδότηση, αλλά αποτυπώνει ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τη βαθύτερη επιδίωξή του, δηλαδή να πάψει η φιλοσοφία να αποτελεί μια δραστηριότητα που εξαντλείται μέσα στα πανεπιστημιακά προγράμματα και να γίνει μέρος της καθημερινής ζωής.
Η κριτική του στο σύγχρονο πανεπιστήμιο
Ποια είναι, όμως, τα μεγαλύτερα εμπόδια, που αντιμετωπίζουν οι νέοι σήμερα; Για τον Ιμπαράτο, η απάντηση δεν βρίσκεται πρωτίστως στους ίδιους. «Εμείς είμαστε το πρόβλημα. Οι μεγαλύτεροι. Και εμείς ως εκπαιδευτές τους». Ο Καθηγητής ασκεί κριτική στην υπερβολική έμφαση, που δίνουν τα πανεπιστήμια στην εξειδικευμένη ερευνητική παραγωγή, σε βάρος της διδασκαλίας και της ουσιαστικής παιδαγωγικής σχέσης.
Δεν αμφισβητεί τη σημασία της επιστημονικής έρευνας. Θεωρεί, ωστόσο, ότι τα πανεπιστήμια έχουν απομακρυνθεί σε ορισμένες περιπτώσεις από την αρχική αποστολή τους, δηλαδή να διαμορφώνουν ανθρώπους που μπορούν να σκέφτονται κριτικά, να συμμετέχουν στην κοινωνία και να αναλαμβάνουν ευθύνη ως πολίτες. «Δίνεται τεράστια έμφαση στην έρευνα, που φυσικά είναι σημαντική, αλλά όχι αρκετή στη διδασκαλία. Όχι μόνο ως μετάδοση δεξιοτήτων, αλλά ως πραγματική εκπαίδευση». Κατά την άποψή του, τα μεγάλα ακαδημαϊκά Ιδρύματα θα έπρεπε να αφιερώνουν περισσότερες θέσεις και πόρους σε εκπαιδευτικούς, που έχουν ως βασική αποστολή τη διδασκαλία και την παιδαγωγική σχέση με τους φοιτητές. Η θέση του αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία η αξιολόγηση των πανεπιστημιακών επιδόσεων συνδέεται συχνά με μετρήσιμους δείκτες, όπως δημοσιεύσεις, ερευνητικά προγράμματα, χρηματοδοτήσεις και επιστημονική απήχηση.
Για τον Ιμπαράτο, όμως, το σημαντικό κριτήριο, που δύσκολα αποτυπώνεται σε αριθμούς, είναι το κατά πόσο ένας φοιτητής έχει αλλάξει μέσα από την εκπαιδευτική εμπειρία του. «Δεν με ικανοποιεί να διαβάζω στις αξιολογήσεις, ότι το μάθημα ήταν εξαιρετικό ή ότι οι φοιτητές έμαθαν πολλά. Θέλω να διαβάζω ότι αυτό το μάθημα άλλαξε τη ζωή τους».
Η προσωπική του συμμετοχή είναι τέτοια ώστε στο τέλος κάθε εξαμήνου αισθάνεται συναισθηματικά εξαντλημένος. «Οι συνάδελφοί μου κάνουν πλάκα μαζί μου. Όταν επιστρέφω στο γραφείο, είμαι άδειος, γιατί έχω δώσει τα πάντα. Και συχνά κλαίω στο τέλος του εξαμήνου. Το κλάμα είναι απελευθερωτικό». Δεν το αντιμετωπίζει ως αδυναμία, αλλά ως ένδειξη ότι η εκπαιδευτική διαδικασία δεν ήταν μια απρόσωπη ανταλλαγή πληροφοριών.
Η τεχνητή νοημοσύνη και οι ανθρώπινες σχέσεις
Η συζήτηση για την τεχνολογία και την εκπαίδευση οδηγεί αναπόφευκτα και στην τεχνητή νοημοσύνη. Ο Ιμπαράτο ασχολείται ερευνητικά με τη σχέση ηθικής, τεχνολογίας και πολιτικής, ενώ το ενδιαφέρον του εκτείνεται στις επιπτώσεις των νέων τεχνολογιών στις ανθρώπινες σχέσεις και στην κοινωνική οργάνωση.
Ωστόσο, η δική του εκπαιδευτική προσέγγιση αναδεικνύει ένα ζήτημα που συχνά παραμένει στη σκιά της συζήτησης για την ψηφιακή μετάβαση: όσο περισσότερα εργαλεία αποκτούμε για να επικοινωνούμε, τόσο σημαντικότερο γίνεται να διατηρούμε την ικανότητα της πραγματικής ανθρώπινης επικοινωνίας. Ο ίδιος δεν συμμερίζεται την άποψη, ότι η νεότερη γενιά έχει χάσει την ικανότητα της ουσιαστικής αλληλεπίδρασης επειδή μεγάλωσε μέσα στην ψηφιακή πραγματικότητα. Αντίθετα, υποστηρίζει ότι οι φοιτητές του διψούν για τη φυσική παρουσία και τον διάλογο περισσότερο απ’ όσο ο ίδιος περίμενε.
«Όσο περισσότερο διδάσκω, τόσο περισσότερο διαπιστώνω, ότι οι νεότεροι φοιτητές δεν χάνουν την ικανότητά τους να αλληλεπιδρούν με τους άλλους. Αντίθετα, το κάνουν ακόμη καλύτερα, επειδή διψούν γι’ αυτό».
Στην πραγματικότητα, θεωρεί ότι η ψηφιακή εμπειρία δεν καταργεί την ανάγκη για ανθρώπινη επαφή. Μπορεί, όμως, να την κάνει ακόμη πιο επιτακτική.
Γι’ αυτό, στις τρεις αρχές του προσθέτει δύο ακόμη: τη φυσική παρουσία, πρόσωπο με πρόσωπο, και το «togetherness», την αίσθηση του ανήκειν και του να είμαστε μαζί. «Πρέπει να καθίσουμε παρέα και να φάμε. Να μας γίνει συνήθεια να είμαστε μαζί, να κάνουμε πράγματα μαζί». Επισημαίνει μάλιστα ότι οι νέοι συχνά συνδέονται μέσα από κοινές δραστηριότητες, όπως ο αθλητισμός ή η μουσική. Οι αθλητές προπονούνται μαζί, οι μουσικοί κάνουν πρόβες μαζί. Υπάρχει ένας κοινός στόχος που τους ενώνει. Αυτό που λείπει, κατά την άποψή του, είναι η συνειδητή προσπάθεια να συνδεθούν χωρίς να χρειάζεται να επιτελούν μια συγκεκριμένη δραστηριότητα ή να υπηρετούν έναν κοινό σκοπό. Να συναντηθούν απλώς ως άνθρωποι. «Οι νέοι που έρχονται στο μάθημά μου είναι άνθρωποι, που προσπαθούν να καταλάβουν ποιοι είναι, ποιοι είναι οι φίλοι τους, πώς θα είναι η ζωή τους. Αυτά από μόνα τους θα έπρεπε να μας εμπνέουν να είμαστε μαζί και να αναρωτιόμαστε: “Τι στο καλό θα κάνω με τη ζωή μου;”».
Τι θα πρότεινε στο ελληνικό υπουργείο Παιδείας;
Η συζήτηση για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα επαναφέρει αναπόφευκτα το ερώτημα κατά πόσο η φιλοσοφία μπορεί να έχει ουσιαστικότερη θέση στην εκπαίδευση, πέρα από τη διδασκαλία της ως αυτοτελούς γνωστικού αντικειμένου.
Ο Ιμπαράτο προτείνει μια διαφορετική αφετηρία: η φιλοσοφική σκέψη δεν πρέπει να περιορίζεται σε συγκεκριμένες ώρες του προγράμματος ή σε μια ομάδα μαθητών με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το αντικείμενο. Θα μπορούσε να διαπερνά τη συνολική εκπαιδευτική εμπειρία, να συνδέεται με την καθημερινότητα των παιδιών και να τους δίνει τη δυνατότητα να συζητούν για τα ζητήματα που πραγματικά τα απασχολούν. «Ονειρεύομαι να επισκεφθώ απομονωμένα μέρη, όπου οι άνθρωποι διψούν πραγματικά για τέτοιες συζητήσεις και είναι απόλυτα ικανοί να μπουν βαθιά σε μια φιλοσοφική συζήτηση».
Η ιδέα ότι η φιλοσοφία είναι προνόμιο μιας μορφωμένης ελίτ ή ότι απαιτεί ειδικές γνώσεις για να συμμετάσχει κάποιος σε αυτήν, είναι κάτι, στο οποίο αντιστέκεται έντονα. «Το μόνο που χρειάζεται, είναι να παραμένεις άνθρωπος». Δεν πιστεύει ότι η φιλοσοφία μπορεί να προσφέρει έτοιμες απαντήσεις στα διλήμματα της ζωής. Ούτε θεωρεί αποστολή του να υποδείξει στους φοιτητές του τι πρέπει να πιστεύουν. «Δεν μπορώ να τους δώσω απαντήσεις. Ελπίζω, όμως, να τους δώσω την ικανότητα, όταν βρεθούν μπροστά σε μια πιθανή απάντηση, να την εξετάσουν με κριτικό πνεύμα και να επιλέξουν εκείνη που είναι αληθινή για τους ίδιους».
«Διδάσκω τους φοιτητές μου να είναι ελεύθεροι - Αυτό κάνει η φιλοσοφία, μας απελευθερώνει», συνοψίζει την εκπαιδευτική του φιλοσοφία ο Καθηγητής, με την προετοιμασία των νέων για την επαγγελματική τους σταδιοδρομία στο πανεπιστήμιο, να έρχεται πίσω από το βασικό στόχο: το να ανακαλύψουν ποιοι πραγματικά είναι.
Η «ταυτότητα» του Sergio Imparato
Ο Σέρτζιο Ιμπαράτο (Sergio Imparato) είναι λέκτορας Πολιτικών Επιστημών και βοηθός διευθυντής Προπτυχιακών Σπουδών στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Harvard, με ερευνητικό αντικείμενο τη διασταύρωση της ηθικής, της τεχνολογίας και της δημόσιας πολιτικής, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις ηθικές προκλήσεις που αναδύονται από την τεχνητή νοημοσύνη, τις νέες τεχνολογίες στον χώρο της υγείας και τις επιπτώσεις τους στην κοινωνία. Είναι συγγραφέας του βιβλίου The Sovereign President (2015), ενώ έχει δημοσιεύσει άρθρα και παρεμβάσεις σε διεθνή μέσα, όπως τα Newsweek, The Hill, The Diplomat και STAT. Η διδακτική του δραστηριότητα στο Harvard έχει αναγνωριστεί με σημαντικές διακρίσεις, μεταξύ των οποίων το Certificate of Distinction in Teaching, το Certificate of Teaching Excellence και το Dean’s Commendation for Distinguished Teaching Performance. Μάλιστα, έχει επιλεγεί δύο φορές μεταξύ των 12 κορυφαίων καθηγητών του Harvard για τη σειρά διαλέξεων «Harvard Lectures that Last». Παράλληλα, συνεργάζεται με το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Harvard στην Ελλάδα, ως συνεργάτης στον τομέα Τεχνολογίας και Ηθικής.
Με πρωταγωνιστή τον 19χρονο διεθνή ποδοσφαιριστή, η νέα καμπάνια της Interamerican φέρνει στο προσκήνιο την προσπάθεια, την επιμονή και τις αθέατες στιγμές πίσω από καθετί σπουδαίο, μιλώντας για κάτι μεγαλύτερο από το ταλέντο ή την επιτυχία