Ελληνικά ομόλογα: Γιατί η χώρα δανείζεται πλέον με μικρότερο ρίσκο
Ελληνικά ομόλογα: Γιατί η χώρα δανείζεται πλέον με μικρότερο ρίσκο
Η μεγάλη αλλαγή στις αγορές δεν θεωρείται δεδομένη - Τι δείχνει η νέα μελέτη του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή - Γιατί η δημοσιονομική πειθαρχία παραμένει κρίσιμη
Η εικόνα της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές έχει αλλάξει θεαματικά τα τελευταία χρόνια. Από τη χώρα που θεωρούνταν ο πιο ευάλωτος δανειολήπτης της ευρωζώνης, εξελίχθηκε σε μια οικονομία της οποίας τα κρατικά ομόλογα αντέχουν πλέον πολύ καλύτερα στις διεθνείς κρίσεις και τις αναταράξεις των αγορών.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα νέας μελέτης του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, η οποία αποδίδει τη βελτίωση κυρίως στη συνεχή μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, στα πρωτογενή πλεονάσματα και στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επενδυτών. Έτσι, η Ελλάδα μετατράπηκε από τον πιο ευάλωτο κρατικό δανειολήπτη της ευρωζώνης σε χώρα που τα τελευταία τέσσερα χρόνια βρίσκεται περίπου στη μέση της σχετικής κατάταξης.
Ωστόσο, η μελέτη στέλνει και ένα σαφές μήνυμα: το κεκτημένο αυτό δεν είναι μόνιμο. Αν χαλαρώσει η δημοσιονομική πειθαρχία ή επιβραδυνθούν οι μεταρρυθμίσεις, το κόστος δανεισμού μπορεί να αυξηθεί ξανά.
Η μεταβολή αποτυπώνεται καθαρά στις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων. Το 2016 η Ελλάδα δανειζόταν με επιτόκια που ξεπερνούσαν το 7%, τα υψηλότερα στην ευρωζώνη. Το 2024 οι αποδόσεις διαμορφώθηκαν σε επίπεδα συγκρίσιμα με εκείνα της Ιταλίας και της Πορτογαλίας, αντανακλώντας τη σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας.
Η έρευνα, που ανέλυσε τις αποδόσεις των 10ετών κρατικών ομολόγων δέκα χωρών της ευρωζώνης για την περίοδο 2016-2026, δείχνει ότι η χώρα δεν βρίσκεται πλέον στην κορυφή της λίστας των πιο ευάλωτων οικονομιών όταν αυξάνεται η διεθνής αβεβαιότητα.
Η μελέτη συνοψίζει τη βελτίωση σε τέσσερα βασικά σημεία:
1. Τα ελληνικά ομόλογα είναι πλέον πιο ανθεκτικά. Κατά την περίοδο της πανδημίας παρουσίαζαν τη μεγαλύτερη ευαισθησία στις διεθνείς αναταράξεις, με αντίδραση υπερδιπλάσια από εκείνη της αμέσως επόμενης χώρας και μεγάλη εξάρτηση από τα μέτρα στήριξης της ΕΚΤ. Μετά την πανδημία η ακραία αυτή ευαισθησία έχει εξασθενήσει σημαντικά και η Ελλάδα κινείται πλέον κοντά σε χώρες όπως η Ιταλία και η Πορτογαλία.
2. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η δημοσιονομική εξυγίανση. Η Ελλάδα πέτυχε τη μεγαλύτερη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ μεταξύ των χωρών που εξετάστηκαν, περίπου κατά 34 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ παράλληλα κατέγραψε σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα.
3. Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται σε όλη την ευρωζώνη. Όσες χώρες μείωσαν περισσότερο το δημόσιο χρέος τους είδαν μεγαλύτερη σταθεροποίηση στις αγορές ομολόγων. Αντίθετα, χώρες όπως η Γαλλία και η Φινλανδία, όπου το δημόσιο χρέος αυξήθηκε, δεν παρουσίασαν αντίστοιχη βελτίωση.
4. Το συμπέρασμα επιβεβαιώνεται από τρεις διαφορετικούς διεθνείς δείκτες. Το ίδιο εύρημα προκύπτει από τους δείκτες VIX, CISS και EPU, γεγονός που ενισχύει την αξιοπιστία της ανάλυσης.
Το Γραφείο Προϋπολογισμού ξεκαθαρίζει ότι η βελτίωση της εικόνας της Ελλάδας δεν αποτελεί μόνιμη κατάκτηση. Η εμπιστοσύνη των αγορών, όπως επισημαίνει, στηρίζεται στη συνέχιση των πρωτογενών πλεονασμάτων, στη σταθερή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και στην επιτάχυνση μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την ανάπτυξη, όπως οι επενδύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης, οι αλλαγές στη Δημόσια Διοίκηση, το φορολογικό σύστημα και τις αγορές εργασίας και προϊόντων.
Η μελέτη επισημαίνει ακόμη ότι όσο μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χρέους περνά σταδιακά από τους δανειστές του επίσημου τομέα στους ιδιώτες επενδυτές, τόσο πιο ευαίσθητη θα γίνεται η αγορά στις δημοσιονομικές επιλογές της χώρας.
Το βασικό μήνυμα της μελέτης είναι ότι η ηρεμία στην αγορά των ελληνικών ομολόγων δεν είναι δεδομένη. Η διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας, σε συνδυασμό με την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν το αναπτυξιακό δυναμικό της οικονομίας, αποτελεί την ισχυρότερη άμυνα απέναντι σε ένα μεταβαλλόμενο και αβέβαιο διεθνές περιβάλλον.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα νέας μελέτης του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, η οποία αποδίδει τη βελτίωση κυρίως στη συνεχή μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, στα πρωτογενή πλεονάσματα και στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επενδυτών. Έτσι, η Ελλάδα μετατράπηκε από τον πιο ευάλωτο κρατικό δανειολήπτη της ευρωζώνης σε χώρα που τα τελευταία τέσσερα χρόνια βρίσκεται περίπου στη μέση της σχετικής κατάταξης.
Ωστόσο, η μελέτη στέλνει και ένα σαφές μήνυμα: το κεκτημένο αυτό δεν είναι μόνιμο. Αν χαλαρώσει η δημοσιονομική πειθαρχία ή επιβραδυνθούν οι μεταρρυθμίσεις, το κόστος δανεισμού μπορεί να αυξηθεί ξανά.
Η μεταβολή αποτυπώνεται καθαρά στις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων. Το 2016 η Ελλάδα δανειζόταν με επιτόκια που ξεπερνούσαν το 7%, τα υψηλότερα στην ευρωζώνη. Το 2024 οι αποδόσεις διαμορφώθηκαν σε επίπεδα συγκρίσιμα με εκείνα της Ιταλίας και της Πορτογαλίας, αντανακλώντας τη σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας.
Η έρευνα, που ανέλυσε τις αποδόσεις των 10ετών κρατικών ομολόγων δέκα χωρών της ευρωζώνης για την περίοδο 2016-2026, δείχνει ότι η χώρα δεν βρίσκεται πλέον στην κορυφή της λίστας των πιο ευάλωτων οικονομιών όταν αυξάνεται η διεθνής αβεβαιότητα.
Η μελέτη συνοψίζει τη βελτίωση σε τέσσερα βασικά σημεία:
1. Τα ελληνικά ομόλογα είναι πλέον πιο ανθεκτικά. Κατά την περίοδο της πανδημίας παρουσίαζαν τη μεγαλύτερη ευαισθησία στις διεθνείς αναταράξεις, με αντίδραση υπερδιπλάσια από εκείνη της αμέσως επόμενης χώρας και μεγάλη εξάρτηση από τα μέτρα στήριξης της ΕΚΤ. Μετά την πανδημία η ακραία αυτή ευαισθησία έχει εξασθενήσει σημαντικά και η Ελλάδα κινείται πλέον κοντά σε χώρες όπως η Ιταλία και η Πορτογαλία.
2. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η δημοσιονομική εξυγίανση. Η Ελλάδα πέτυχε τη μεγαλύτερη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ μεταξύ των χωρών που εξετάστηκαν, περίπου κατά 34 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ παράλληλα κατέγραψε σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα.
3. Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται σε όλη την ευρωζώνη. Όσες χώρες μείωσαν περισσότερο το δημόσιο χρέος τους είδαν μεγαλύτερη σταθεροποίηση στις αγορές ομολόγων. Αντίθετα, χώρες όπως η Γαλλία και η Φινλανδία, όπου το δημόσιο χρέος αυξήθηκε, δεν παρουσίασαν αντίστοιχη βελτίωση.
4. Το συμπέρασμα επιβεβαιώνεται από τρεις διαφορετικούς διεθνείς δείκτες. Το ίδιο εύρημα προκύπτει από τους δείκτες VIX, CISS και EPU, γεγονός που ενισχύει την αξιοπιστία της ανάλυσης.
Το Γραφείο Προϋπολογισμού ξεκαθαρίζει ότι η βελτίωση της εικόνας της Ελλάδας δεν αποτελεί μόνιμη κατάκτηση. Η εμπιστοσύνη των αγορών, όπως επισημαίνει, στηρίζεται στη συνέχιση των πρωτογενών πλεονασμάτων, στη σταθερή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και στην επιτάχυνση μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την ανάπτυξη, όπως οι επενδύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης, οι αλλαγές στη Δημόσια Διοίκηση, το φορολογικό σύστημα και τις αγορές εργασίας και προϊόντων.
Η μελέτη επισημαίνει ακόμη ότι όσο μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χρέους περνά σταδιακά από τους δανειστές του επίσημου τομέα στους ιδιώτες επενδυτές, τόσο πιο ευαίσθητη θα γίνεται η αγορά στις δημοσιονομικές επιλογές της χώρας.
Το βασικό μήνυμα της μελέτης είναι ότι η ηρεμία στην αγορά των ελληνικών ομολόγων δεν είναι δεδομένη. Η διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας, σε συνδυασμό με την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν το αναπτυξιακό δυναμικό της οικονομίας, αποτελεί την ισχυρότερη άμυνα απέναντι σε ένα μεταβαλλόμενο και αβέβαιο διεθνές περιβάλλον.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα