Ηλίας Μουλάς, ένας από τους καλύτερους κωμικούς της γενιάς του
Παρότι επιμένει ότι θα ήθελε να δοκιμαστεί και σε άλλα είδη, οι κωμωδίες είναι κομμένες και ραμμένες στα μέτρα του πηγαίου χιούμορ του. Οπως το φετινό «Merde!», που βλέπεται μονορούφι στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά
Ο Ηλίας Μουλάς είναι cool. Αυτό μου ζήτησε να γράψω, σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξα έτσι κι αλλιώς. Από την πρώτη στιγμή που τον κάλεσα στο τηλέφωνο, μου μίλησε στον ενικό. Βέβαια, θα του το ζητούσα κι εγώ, γιατί, κατά την ταπεινή μου άποψη, έτσι δημιουργείται μια αίσθηση οικειότητας και μπορείς να κάνεις μια φιλική συζήτηση και όχι μια τυπική συνέντευξη. Με τον Ηλία, όμως, τίποτα δεν είναι τυπικό.
Οταν τελικά συναντηθήκαμε, πριν καν καθίσουμε σε τραπέζι, ένιωθα ήδη σαν να τον γνώριζα - και όχι επειδή είναι καταξιωμένος ηθοποιός εδώ και 10 χρόνια και έχει παίξει σε ένα σωρό καλές δουλειές στο θέατρο και την τηλεόραση, με πιο πρόσφατες το πολυσυζητημένο «Merde!» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και τη σειρά «IQ 160» στο STAR, για την οποία κάνει πυρετωδώς γυρίσματα για τον επερχόμενο τρίτο κύκλο.
Ο Ηλίας είναι πολύ αστείος, αξιαγάπητα φιλικός και σούπερ άνετος, κι ας μου λέει ότι όταν ο κόσμος έρχεται να του μιλήσει στο θέατρο ντρέπεται, παγώνει και χρειάζεται έναν συναδελφικό ώμο να τον στηρίξει στη δύσκολη αποστολή να επικοινωνήσει με τους θαυμαστές. Οχι ότι δεν τον πιστεύω. Ο,τι μου λέει το πιστεύω και μάλιστα ακολουθώ τη συμβουλή του να πιω από το νερό που μας φέρανε μαζί με τους καφέδες -παρότι δεν πίνω πολύ νερό-, γιατί «έτσι πρέπει. Να πίνουμε νερό». Και κάπως έτσι ξεκινάει αυτή η καθόλου τυπική συνέντευξη.
Πουκάμισο και παντελόνι Amiri, attica, The Department Store. Μποτάκια, TCX
GALA: Είσαι της υγιεινής ζωής; ΗΛΙΑΣ ΜΟΥΛΑΣ: Προσπαθώ. Μου αρέσουν πάρα πολύ η γυμναστική και η καλή διατροφή. Κάνω μποξ και καλλισθενική, μου αρέσει το τρέξιμο και το ψαροντούφεκο, λατρεύω τα μπρόκολα και το κουνουπίδι, αν όλα αυτά τα θεωρείς υγιεινή ζωή.
G.: Μήπως μαγειρεύεις κιόλας; ΗΛ.Μ.: Τίποτε. Αυγά βραστά. Τα υπόλοιπα τα παραγγέλνω. Κοίτα, δεν είμαστε όλοι για όλα σε αυτή τη ζωή κι ας το πάρουμε απόφαση. Δεν είμαι, ας πούμε, καλός στο να τραγουδάω. Λένε για τους ηθοποιούς ότι πρέπει να τα κάνουν όλα. Ε, δεν μπορούμε να τα κάνουμε όλα.
Πουκάμισο, T-Shirt και παντελόνι, όλα Polo Ralph Lauren, Polo Ralph Lauren Boutique. Μποτάκια, TCX
G.: Σε τι είσαι καλός ως ηθοποιός; ΗΛ.Μ.: Εχω καλή αίσθηση του ρυθμού, μπορώ να προσαρμόζομαι εύκολα αναλόγως του θιάσου, του σκηνοθέτη και της εκάστοτε αισθητικής, μπορώ να παίξω εξίσου εύκολα σε μεγάλο ανοιχτό θέατρο με επικοινωνία με το κοινό και χιούμορ και γέλιο σε μια πιο εμπορική παράσταση έως να παίξω στην Επίδαυρο στον Χορό. Σε αυτά είμαι καλός. Δεν μπορώ όμως να τραγουδάω. Το κάνω χάλια, και αυτό το έχει όλη μου η οικογένεια. Είναι γνωστό και στο χωριό μας ότι αυτή η οικογένεια δεν το έχει με το τραγούδι.
G.: Εσείς όμως τραγουδάτε παρ’ όλα αυτά; ΗΛ.Μ.: Με θράσος και θάρρος.
G.: Κάνεις καθημερινά γυρίσματα για το «IQ 160» και σχεδόν κάθε βράδυ παραστάσεις για το «Merde!». Είναι καλλιτεχνική ή βιοποριστική ανάγκη να δουλεύεις τόσο πολύ; ΗΛ.Μ.: Ωραία ερώτηση αυτή. Σίγουρα στην αρχή της καριέρας μου, όπως και των περισσότερων, ήταν βιοποριστική. Κάνεις πολλές δουλειές γιατί δεν βγαίνουν τα λεφτά. Τώρα πια που είμαι δέκα χρόνια στον χώρο και κάπως έχω ξεκινήσει να αμείβομαι καλύτερα κάνοντας αυτό που κάνω, θα πω ότι είναι καλλιτεχνική, αλλά μέσα σε αυτό υπάρχει και ένα κομμάτι που προσπαθώ να καταπολεμήσω, αυτό της εργασιομανίας. Δουλεύω παραπάνω χωρίς να το έχω και τόση ανάγκη, γιατί έχω έναν φόβο ότι θα μείνω εκτός, ότι θα με ξεχάσουν, άρα θα πρέπει να δηλώσω πάλι «παρών». Με τρομάζει δηλαδή ότι θα μείνω άεργος, το οποίο είναι θεότρελο, κι αυτό συζητάω με τον ψυχοθεραπευτή μου. Και εκείνος μου λέει ότι είναι παράλογο να μην κάτσω να ξεκουραστώ έναν μήνα και να χαρώ λίγο τη ζωή μου.
Τζάκετ, T-Shirt και παντελόνι, όλα Polo Ralph Lauren, Polo Ralph Lauren Boutique. Μποτάκια, TCX
G.: Δεν χαίρεσαι δηλαδή τη ζωή σου; ΗΛ.Μ.: Τη χαίρομαι πάρα πολύ δουλεύοντας. Αν δεν είμαι σε διακοπές στο νησί μου, την Ικαρία, όπου το μυαλό μου κάνει ένα κλικ και μου λέει «τώρα είναι καλό να μη δουλεύεις», το να βρίσκομαι στην Αθήνα και να βλέπω τους φίλους και τους γνωστούς μου να τρέχουν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς κι εγώ να είμαι σε μια ηρεμία, αυτό μέσα μου κλοτσάει, δεν μου πάει καλά. Από την άλλη, είναι φορές που σκέφτομαι ότι, αν δουλεύω συνέχεια, κάποια στιγμή μπορεί να πάθω melt down. Πώς μπορείς να είσαι συνέχεια καλός, αν δεν ξεκουράζεσαι ποτέ; Αρα ο στόχος μου είναι μεγαλώνοντας να δουλεύω λιγότερο και σε πιο ωραίες δουλειές. Ομως, η αλήθεια είναι ότι πλέον μου έρχονται ωραίες δουλειές, κι αυτό με δυσκολεύει περισσότερο να πω «όχι». Μεγάλο δίλημμα.
G.: Σε αναγνωρίζουν στον δρόμο; ΗΛ.Μ.: Θα σου πω σε ποιο στάδιο της καριέρας μου είμαι. (γελάει) Είμαι στο στάδιο που με αναγνωρίζουν, αλλά δεν είναι και σίγουροι για ποιον λόγο και ποιος είμαι. Δηλαδή θα μου πουν «από κάπου γνωριζόμαστε εμείς». Κι εγώ είτε έρχομαι στην άβολη θέση να τους πω «είμαι ηθοποιός και με ξέρεις από τις τάδε δουλειές», είτε κάποιες φορές παίζω το παιχνίδι και τους απαντάω: «Ναι, μωρέ, από πού; Σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ». Κι αρχίζουμε τις ερωτήσεις «πήγαινες στο τάδε σχολείο; Στην τάδε κατασκήνωση;». Και στο τέλος αποχαιρετιόμαστε χωρίς να έχουμε καταλήξει πώς γνωριστήκαμε, ενώ εγώ ξέρω ότι δεν γνωριζόμαστε καθόλου.
G.: Ναι, αλλά σε αναγνωρίζουν και ως ηθοποιό; ΗΛ.Μ.: Ναι, ναι, και μάλιστα πολύ πρόσφατα, μετά τους «Παίκτες», την παράσταση που κάναμε με τον Γιώργο Κουτλή, τον Γιάννη Νιάρρο, τον Αλέξανδρο Χρυσανθόπουλο και τον Βασίλη Μαγουλιώτη, για πρώτη φορά με φώναξαν κάποιοι στον δρόμο με το όνομά μου κι εκεί που πίστευα ότι μπορεί να με αναγνώρισαν από κάποια τηλεοπτική σειρά, εκείνοι μου είπαν: «Σε είδαμε στο θέατρο. Ησουν ένας από τους “Παίκτες”. Ησουν καταπληκτικός». Τρελάθηκα. Ολη τη μέρα ήμουν υπερχαρούμενος που με αναγνώρισαν από το θέατρο - και ήταν και νέα παιδιά. Ακόμα θυμάμαι αυτή τη στιγμή.
G.: Με την ίδια ομάδα τώρα ανεβάζετε και το «Merde!». Ενα έργο που μιλάει για τα κακώς κείμενα του θεάτρου... ΗΛ.Μ.: Και όχι μόνο. Δεν θέλαμε να κάνουμε μια παράσταση -ειδικά ο Βασίλης (σ.σ.: Μαγουλιώτης) που το έχει γράψει- όπου μόνο θα διακωμωδούμε και θα σατιρίζουμε όλα τα κακά του θεάτρου. Είναι και λίγο μια ερωτική επιστολή προς το θέατρο. Γιατί, πέρα απ’ όλα αυτά τα γελοία και τραγελαφικά πράγματα που συμβαίνουν, τη βία, την κακοποίηση και τα εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί γύρω από το θέατρο, στο τέλος υπάρχει κάτι πολύ γλυκό και πολύ ποιητικό και γι’ αυτό μας αρέσει το θέατρο και το κάνουμε.
G.: Διάβασα ότι το έργο το έχετε όλοι συγγράψει με κάποιον τρόπο. ΗΛ.Μ.: Βάλαμε όλοι το λιθαράκι μας, αλλά δεν θα πω «συγγράψει» γιατί θα ήταν άδικο προς τον φίλο μου, τον Βασίλη Μαγουλιώτη. Αυτός είναι η πένα, αυτός το έγραψε, κάτι που θαυμάζω πάρα πολύ. Οποτε φαντάζομαι έναν άνθρωπο να κάθεται μπροστά σε μια λευκή σελίδα, μόνος του, με τον καφέ του και να παλεύει να γράψει τα πρώτα γράμματα, μου φαίνεται σαν ανάβαση στο Εβερεστ.
G.: Αυτή η ομάδα πώς έδεσε; Είχατε ξαναπαίξει μαζί και πριν από τους «Παίκτες»; ΗΛ.Μ.: Είχαν παίξει κάποιοι με κάποιους. Κάπως έτσι συμπληρώθηκε το παζλ. Αλλά το βασικό που μας ένωσε είναι η καθαρή αγάπη και η πώρωση γι’ αυτό που κάνουμε. Μετά είδαμε ότι έχουμε κοινές αισθητικές, κοινές αναφορές, μας αρέσει η ίδια μουσική, ταιριάζει το χιούμορ μας, πολλά πράγματα. Αλλά ο βασικός πυρήνας είναι ότι κανένας μας δεν είναι τεμπέλης γύρω από το κομμάτι του θεάτρου.
G.: Γιατί παίζεις κατά κανόνα σε κωμωδίες; Λόγω επιλογής ή τυποποίησης; ΗΛ.Μ.: Ξεκίνησε ως επιλογή μου και γιατί ίσως έχω μια ροπή προς την κωμωδία. Μου αρέσει το χιούμορ, μου αρέσει να κάνω τον κόσμο να γελάει πάρα πολύ, σε προβληματικό βαθμό δηλαδή. Και επειδή άρχισα να το κάνω και φάνηκε να είμαι καλός σε αυτή την τέχνη και να γίνομαι όλο και καλύτερος, από ένα σημείο και μετά τυποποιήθηκα. Οπότε μερικές φορές με ενοχλεί αυτό. Ευτυχώς, όμως, βρέθηκαν κάποιοι άνθρωποι -και τους ευχαριστώ γι’ αυτό- που μου έδωσαν κι άλλους ρόλους. Οπως ο Δημήτρης Καραντζάς που με πήρε στους «Πέρσες» και πήγαμε στην Επίδαυρο και κάναμε και περιοδεία ή ο Αρης Μπινιάρης με το «Ξύπνα, Βασίλη», που, παρότι ακούγεται ως κωμωδία, δεν ήταν ακριβώς αυτό. Και τώρα με πετυχαίνεις σε μια στιγμή της ζωής μου που με προβληματίζουν πάρα πολύ τα επόμενα βήματα - τόσο που ο ρόλος μου στο «Merde!» είναι βγαλμένος από μένα.
G.: Πάνω που θα σε ρωτούσα για τον ρόλο σου... ΗΛ.Μ.: Παίζω τον Ηλία, ο οποίος είναι ένας τρομερά ταλαντούχος και επιτυχημένος κωμικός ηθοποιός. Με το που ξεκινάει το έργο τον πετυχαίνουμε σε μια κρίση ταυτότητας, στα πατώματα, με σπασμένη εσωτερική πυξίδα, να λέει: «Τέλος, δεν θέλω πια να γελάνε μαζί μου, βαρέθηκα, θέλω να κάνω άλλα πράγματα». Και σου τα λέω όλα αυτά γιατί η έμπνευση του Βασίλη για τον ρόλο ήταν από μια κουβέντα που είχαμε σε ένα τραπέζι όπου πίναμε και γελάγαμε και εγώ, σε μια δική μου τρανς στιγμή, άρχισα να ωρύομαι: «Δεν θέλω να γελάνε άλλο μαζί μου». Είχε προηγηθεί μια συζήτηση όπου διαβάζαμε κριτικές για τους «Παίκτες» που έγραφαν: «Εξαιρετικός ο Μαγουλιώτης, κωμικός και τραγικός. Ο Νιάρρος ισορροπεί μεταξύ κωμωδίας και τραγωδίας. Ηλίας Μουλάς: Πεθάναμε στο γέλιο». Κι αυτό μου τη βάραγε εμένα. Οπότε ο Βασίλης μού είπε: «Αυτός είναι ο ρόλος σου. Θα γράψω για τον κλόουν που δεν θέλει πια να είναι κλόουν και θέλει να δοκιμαστεί σε κάτι τραγικό».
G.: Νιώθεις κλόουν; ΗΛ.Μ.: Πολλές φορές, ναι. Αλλά θέλω να δοκιμαστώ και σε άλλα πράγματα. Μου αρέσουν και οι σκοτεινοί ήρωες, από τους οποίους μπορώ να αντλήσω ένα φως και να βγάλω χιούμορ. Αυτό είχα κάνει και με τον ήρωα που υποδυόμουν στους «Παίκτες». Αλλά τώρα θέλω να κάνω το αντίθετο: να πάρω το φως και να το κάνω σκοτάδι.
G.: Εχεις κάποιον ρόλο υπόψη σου; ΗΛ.Μ.: Ναι, αλλά δεν θα σου τον πω.