Το εργοστάσιο πυρίτιδας στο χωριό των καμηλιέρηδων και άλλες 39 «Ιστορίες Παλιάς Θεσσαλονίκης»
Το βιβλίο παρουσιάζει γνωστές και άγνωστες ιστορίες από τη Θεσσαλονίκη του 18ου, του 19ου και του 20ού αιώνα που έχουν αφήσει έντονο το αποτύπωμα στην πόλη – Διαβάστε το απόσπασμα για το Παλιό Ωραιόκαστρο
Από την άγνωστη Αγία και το χαμένο μοναστήρι της, μέχρι την εκρηκτική Γερμανίδα κατάσκοπο κι από τη Στέλλα Χασκίλ με τη λαμπρή καριέρα στα ρεμπετάδικα της παραλίας, μέχρι το Ισλαχανέ -το πρώτο Πολυτεχνείο της πόλης-, το βιβλίο «Ιστορίες της Παλιάς Θεσσαλονίκης», που εξέδωσε και κυκλοφορεί ο ιστότοπος Voria.gr αναδεικνύει στιγμές ιστορίας που έχουν αφήσει έντονο το αποτύπωμά τους στην πόλη.
Από το εργοστάσιο πυρίτιδας και το χωριό των καμηλιέρηδων στα δυτικά, μέχρι τον πάγο από τα έγκατα του Χορτιάτη κι από το αόρατο νεκροταφείο των Εβραίων μέχρι τα ανέμελα καλοκαίρια στο κάμπινγκ του ΕΟΤ στην Επανομή, οι ιστορίες βγαίνουν από την αχλή της μνήμης, του ονείρου, του χρόνου, με έντονο άρωμα νοσταλγίας.
Ιστορίες μυστηρίου και άλλες, ευχάριστες και συγκινητικές, που αναδύουν λάμψη και χλιδή ή πόνο και θλίψη από τα σκοτεινά χρόνια του πολέμου, αφηγήσεις για οικογένειες, πρόσωπα, κτήρια, γεγονότα, συνθέτουν ένα βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί για να θυμίσει, να συστήσει, να εξάψει την περιέργεια για περισσότερη έρευνα.
Διαβάστε την ιστορία για το εργοστάσιο πυρίτιδας στο χωριό των καμηλιέρηδων
Μια φορά κι έναν καιρό, στον μακρινό 17ο, ίσως και στον 16ο αιώνα, ήταν ένα μέρος στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης που ονομαζόταν Νταούντ Μπαλί. Στο Νταούντ Μπαλί συναντούσε κανείς καμήλες, πολλές καμήλες, που κουβαλούσαν στις καμπούρες τους πολεμοφόδια και διένυαν τεράστιες -για την εποχή τους- αποστάσεις, φτάνοντας ως το Βελιγράδι κι ακόμη πιο μακριά, στη Βοσνία.
Το παραμύθι δεν έχει δράκο και δεν είναι ακριβώς παραμύθι. Είναι η ενδιαφέρουσα ιστορία ενός οικισμού με λιγοστούς κατοίκους Χριστιανούς και Οθωμανούς, με αναπτυγμένη καμηλοτροφία κι ένα μεγάλο πυριτιδοποιείο.
Κλείσιμο
Το Νταούντ Μπαλί είναι το σημερινό Ωραιόκαστρο με τους γύρω οικισμούς το Γραδεμπόρι (Πεντάλοφος), το Γενί Κιόι (Νεοχωρούδα), το τσιφλίκι του Ντούντουλαρ (Διαβατά) και 4,5 χιλιόμετρα νοτιότερα το Χαρμάνκϊοι, που σημαίνει το μέρος όπου βρίσκονται σωροί σιταριού για άλεσμα (Ελευθέριο Κορδελιό). Η ιστορία του χάνεται στα βάθη του 17ου, πιθανόν και του 16ου αιώνα, με πρώτους οικιστές εύπορα πρόσωπα που ήθελαν να ασχοληθούν με την επιχειρηματική δραστηριότητα.
Μια μικρή παρένθεση θα γίνει για την περιοχή βόρεια από το Ντούντουλαρ, στο δρόμο προς το Κιλκίς, που ονομαζόταν Ουτς Χανλάρ (Τρία Χάνια) επειδή εκεί έβρισκαν κατάλυμα οι ταξιδιώτες που κινούνταν εντός και εκτός της Μακεδονίας με τα άλογα. Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα όλα τα ταξίδια γινόταν με τα άλογα και στον μικρό οικισμό με τις 15 χριστιανικές οικογένειες, υπήρχαν τρία χάνια που μπορούσαν να φιλοξενήσουν ως και 300 άλογα και τους αναβάτες τους, που έφταναν μετά το σούρουπο και δεν προλάβαιναν ανοιχτές τις πύλες της Θεσσαλονίκης.
Επιστροφή στην ιστορία του Νταούντ Μπαλί και της γύρω περιοχής, την οποία έχει μελετήσει και έχει καταγράψει μετά από πολύχρονη διεξοδική έρευνα σε ιστορικά αρχεία, χάρτες και αναφορές περιηγητών, ο ιστορικός της οικονομίας, Ευάγγελος Χεκίμογλου, δίνοντας σημαντικές πληροφορίες, αλλά και την... είδηση για τις καμήλες και το εργοστάσιο πυρίτιδας.
Όπως αναφέρει ο κ. Χεκίμογλου «σε έγγραφο του 17ου αιώνα αναφέρεται το χωριό Νταούντ ή Νταβούντ Μπαλί, που το 1936 ονομάστηκε Παλαιόκαστρο και υπήρξε ένας από τους οικισμούς του σύγχρονου δήμου Ωραιοκάστρου».
Το όνομα Νταούντ, σύμφωνα πάντα με τον κ. Χεκίμογλου, ήταν συνηθισμένο στη Θεσσαλονίκη του 16ου και του 17ου αιώνα και «ο Νταβούντ Μπαλί πρέπει να ήταν ο πρώτος νομέας των εδαφών του χωριού, από τον οποίο και πήρε το όνομά του ο οικισμός».
Το εργοστάσιο πυρίτιδας που εξόπλιζε τα οθωμανικά φρούρια…
Ο οθωμανικός στρατός που στη μακραίωνη ιστορία του μετρά πολλούς πολέμους, είχε μεγάλη ανάγκη για οπλισμό, ελαφρύ, μεσαίο και βαρύτερο, έτσι στα όρια της Αυτοκρατορίας λειτουργούσαν πολλά πυριτιδοποιεία.
Η έρευνα του κ. Χεκίμογλου έδειξε ότι ήδη από τον 16ο αιώνα λειτουργούσαν σε όλες της μεγάλες πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πυριτιδοποιεία με σημαντικότερα αυτά της Κωνσταντινούπολης, της Καλλίπολης και της Θεσσαλονίκης. Το τελευταίο ιδρύθηκε το 1663-1664, στα μέσα της βασιλείας του σουλτάνου Μωάμεθ Δ΄, του επονομαζόμενου και Κυνηγού, ο οποίος διαδέχτηκε τον άρρωστο πατέρα του στον θρόνο το 1647 σε ηλικία μόλις 6 χρόνων - στην πραγματικότητα την εξουσία ασκούσαν η μητέρα του και η γιαγιά του, Κιοσέμ Σουλτάν.
Το «ελανίκ μπαρουτχανεσί ήταν ένα πλινθόκτιστο κτήριο κοντά στις όχθες του Γαλλικού ποταμού στον οικισμό Γραδεμπόρι και εκτός από πυρίτιδα για τα κανόνια, παρήγαγε και μια ειδικής ποιότητας ύλη για τα όπλα. Στη μεγάλη του ακμή -20 χρόνια μετά την έναρξη λειτουργίας του- η παραγωγή του ήταν 135 τόνοι τον χρόνο, ενώ απασχολούσε πάνω από 300 εργαζόμενους, σύμφωνα με μια μαρτυρία του γνωστού περιηγητή Ελβιγιά Τσελεμπί του 1668.
Η επιλογή της Θεσσαλονίκης για τη λειτουργία αυτού του εργοστασίου δεν ήταν τυχαία, καθώς την τεχνογνωσία για την κατασκευή πυρίτιδας, σφαιρών και όπλων μετέφεραν από τον 15ο αιώνα οι Εβραίοι που μετοίκησαν στην πόλη.
Οι πρώτες ύλες σε άνθρακα, νίτρο και θειάφι προέρχονταν από ολόκληρη τη Μακεδονία (Σέρρες, Δράμα, Κιλκίς, Πέλλα, Ημαθία), αλλά και από το εξωτερικό. Τα χωριά της Οχρίδας για παράδειγμα προμήθευαν με θειάφι το πυριτιδοποιείο της Θεσσαλονίκης, ενώ γινόταν εισαγωγές με πλοία και από τη Γαλλία, όπως και από άλλα σημεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η παραγωγή ήταν μεγάλη και καλής ποιότητας και εξόπλιζε τα φρούρια και τον στρατό από την Κρήτη ως τη Βοσνία και από το Δυρράχιο ως την Κωνσταντινούπολη.
Το εργοστάσιο πυρίτιδας γνώρισε δύο μεγάλες καταστροφές. Η έλλειψη μέτρων ασφάλειας και ο τρόπος κατασκευής με πρωτόγονα μέσα οδήγησε σε μία έκρηξη το 1694, η οποία έγινε στη διάρκεια ανάμιξης των υλικών στα μεγάλα γουδιά και προκάλεσε σοβαρές υλικές ζημιές, αλλά και σε μία ακόμη τον Οκτώβριο του 1770, που είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους 30 εργαζόμενοι.
Για 150 χρόνια το πυριτιδοποιείο προμήθευε με σφαίρες και όπλα τον οθωμανικό στρατό, στις αρχές του 19ου αιώνα όμως σταμάτησε τη λειτουργία του.
Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, όπως αναφέρει ο κ. Χεκίμογλου πως «το 1821 ο οθωμανικός στρατός παρήγγειλε πυρίτιδα από την Κωνσταντινούπολη για να καταστείλει την Ελληνική Επανάσταση στη Μακεδονία». Το «Σελανίκ μπαρουτχανέ» δεν υπήρχε πια....όπως και οι καμήλες που μετέφεραν τα πολεμοφόδια
Σφαίρες, μικροί όλμοι, άφθονη πυρίτιδα, οπλισμός που απαιτούσε μεταφορικό μέσο για να καλύψει τις ανάγκες του στρατού και του πυροβολικού, έφευγαν καθημερινά από το εργοστάσιο του Ωραιοκάστρου με ζώα.
Το ζώο που μπορούσε να σηκώσει μεγάλο βάρος -πάνω από 150 κιλά- και χρησιμοποιούσε ευρέως ο οθωμανικός στρατός από τον 15ο αιώνα ήταν οι καμήλες, καθώς ήταν πιο γρήγορες από τα βόδια.
«Η χρησιμοποίηση της καμήλας για μεταφορές φορτίων σε αποστάσεις από την Κωνσταντινούπολη μέχρι τον Δούναβη, αποτέλεσε καινοτομία στην πολεμική τεχνολογία», γράφει στη μελέτη του ο κ. Χεκίμογλου.
Μπορούσε όμως η αραβική καμήλα ή δρομάδα να προσαρμοστεί στο κρύο και υγρό κλίμα της ευρωπαϊκής ηπείρου; Ασφαλώς όχι . Έτσι εντοπίστηκε ένα υβριδικό είδος καμήλας, «το οποίο προήλθε από τη διασταύρωση θηλυκής αραβικής και αρσενικής βακτριανής και ονομάστηκε τουλού».
Το αρσενικό τουλού είχε την ικανότητα να μεταφέρει μέχρι 500 κιλά την ημέρα σε απόσταση 28 χιλιομέτρων, ενώ το θηλυκό λιγότερα και το είδος αυτό επικράτησε στη Μικρά Ασία και κυριάρχησε στον ελλαδικό χώρο.
Αυτού του είδους ήταν οι εκατοντάδες καμήλες του Νταούντ Μπαλί, εκεί όπου υπήρχε σταθμός ανάπαυσης, το γνωστό μενζίλ. Εκτός από το Ωραιόκαστρο χωριά των καμηλιέρηδων, όμως με μικρότερο αριθμό ζώων, ήταν επίσης το Τέκελι (Σίνδος), το Αραπλί (Νέα Μαγνησία), η Μπίναρτζα (οικισμός κοντά στη Νέα Μεσήμβρια).
Μελετώντας μεγάλο αριθμό αρχείων και πηγών ο κ. Χεκίμογλου διαπίστωσε πως κάθε 100 καμήλες χρειαζόταν «μισό τόνο κριθάρι και έναν τόνο σανό κάθε μέρα», χωρίς να υπολογίζεται η τεράστια ποσότητα νερού. Ο εύφορος κάμπος της Θεσσαλονίκης και ο παρακείμενος Γαλλικός ποταμός αποτελούσαν ιδανικές συνθήκες για την εκτροφή και την ανάπτυξη των ζώων.
Οι καμηλιέρηδες-σερμπάν σημάδευαν τα ζώα με πυρακτωμένο σίδερο, για να τα βρίσκουν εύκολα σε περίπτωση κλοπής... ή αν κάποιο λοξοδρομούσε. Τα πρωινά οι καμήλες φορτώνονταν με πολεμοφόδια και ξεκινούσαν για το μακρύ ταξίδι. Ένα ταξίδι σε απόσταση 100 χιλιομέτρων διαρκούσε -αν όλα πήγαιναν καλά- 8 μέρες, μαζί με την επιστροφή.
«Ένα φιρμάνι του 1696 διέταξε να μεταφερθούν από τη Θεσσαλονίκη στο Βελιγράδι 81 τόνοι πυρίτιδας και χρειάστηκαν 500 καμήλες - το ταξίδι θα διαρκούσε δύο μήνες, με την επιστροφή. Αν οι καμήλες από την περιοχή της Θεσσαλονίκης δεν επαρκούσαν, θα έπρεπε να αγοραστούν και άλλες από τις Σέρρες και τα Γιαννιτσά, με κόστος 10 γρόσια η καθεμιά», σημειώνει ο κ. Χεκίμογλου.
Όσο αυξάνονταν η παραγωγή στο εργοστάσιο πυρίτιδας, δημιουργούνταν η ανάγκη για μεγαλύτερο αριθμό ζώων. Οι καμηλιέρηδες γύριζαν στα χωριά του κάμπου της Θεσσαλονίκης και νοίκιαζαν όσες έβρισκαν διαθέσιμες, αλλά κάποιες φορές και πάλι δεν επαρκούσαν. Η μεγάλη αλλαγή και η πτώση της ζήτησης ήρθε στα μέσα του 18ου αιώνα, όταν βελτιώθηκε το οδικό δίκτυο και έκαναν την εμφάνισή τους τα πρώτα κάρα. Τα κάρα είχαν τη δυνατότητα να μεταφέρουν μεγαλύτερο αριθμό οπλισμού, το οδικό δίκτυο εκσυγχρονίστηκε, όπως και όλη η τεχνογνωσία των μεταφορών.
Στο τέλος του 18ου αιώνα το Νταούντ Μπαλί δεν ήταν πια μεγάλο κτηνοτροφικό κέντρο και χωριό των καμηλιέρηδων. Τα δεδομένα είχαν αλλάξει και η αναπαραγωγή των τουλού άρχισε να φθίνει, εξαιτίας και των κλιματολογικών παραγόντων.
Στους δρόμους κυκλοφορούσαν όλο και λιγότερα καραβάνια καμηλιέρηδων και οι κάτοικοι του εύφορου κάμπου στα δυτικά - Μουσουλμάνοι στο μεγαλύτερο ποσοστό και λιγότεροι Χριστιανοί- στράφηκαν στην καλλιέργεια των σιτηρών και στην κτηνοτροφία.
Αργότερα στο Ωραιόκαστρο ήρθαν πρόσφυγες και βλάχοι από το Λιβάδι Ολύμπου, η οικονομική και κοινωνική ζωή άνθισε σε όλους τους οικισμούς, χτίστηκαν σχολεία και εκκλησίες, εκσυγχρονίστηκαν οι υποδομές.
Η Ελλάδα υποδέχονταν τον 19ο αιώνα, αύξανε τον βηματισμό της και οι καμήλες του Νταούντ Μπαλί είχαν... αποσυρθεί από τη δουλειά και γερνούσαν παραμελημένες στους στάβλους. Μέχρι που εξαφανίστηκαν και πλέον κανείς δεν τις θυμάται.
Στα νεότερα χρόνια το Ωραιόκαστρο και η γύρω περιοχή ήταν γνωστή για το καλό κλίμα και οι Θεσσαλονικείς την προτιμούσαν τους θερινούς μήνες, ιδιαίτερα όσοι αντιμετώπιζαν προβλήματα υγείας. Σταδιακά έγιναν επεκτάσεις των οικισμών, ήρθαν νέοι έποικοι, εντοπίστηκαν σημεία ανοικοδόμησης, έγιναν δρόμοι και υποδομές.
Αλλά αυτή είναι μια άλλη, εξίσου ενδιαφέρουσα, Ιστορία της Παλιάς Θεσσαλονίκης, την οποία μπορείτε να βρείτε και να απολαύσετε στο βιβλίο που κυκλοφορεί εδώ και λίγες μέρες ο ενημερωτικός ιστότοπος της Θεσσαλονίκης, Voria.gr.
Συγκατοικούν η πολιτική, τα μεγάλα γεγονότα, η αρχιτεκτονική και οι άνθρωποι
Η εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου, το οποίο επιμελήθηκαν οι δημοσιογράφοι Μαρία Ριτζαλέου και Ισμήνη Μπαλαλέ, έγινε στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης (Μ2), παρουσία εκπροσώπων της πολιτικής ζωής, της τοπικής αυτοδιοίκησης, του επιχειρηματικού κόσμου, της εκπαιδευτικής κοινότητας και πλήθος κόσμου.
«Στις "Ιστορίες της παλιάς Θεσσαλονίκης" παρόλο που επιλέγονται τόσο διαφορετικές θεματικές περιοχές, τελικά όλα συγκατοικούν: η πολιτική, τα μεγάλα γεγονότα, η αρχιτεκτονική, οι προβεβλημένοι άνδρες και δίπλα τους ο απλός ανώνυμος και καθημερινός άνθρωπος. Μέσα από τα κείμενα της συλλογής αναδύονται και σκοτεινές σελίδες, παρασιωπήσεις, ενοχές», ανέφερε ο συγγραφέας, Ισίδωρος Ζουργός, που μαζί με τον ηθοποιό και σκηνοθέτη, Βλαδίμηρο Κυριακίδη -Θεσσαλονικείς και οι δύο-, ήταν οι ομιλητές της εκδήλωσης.
Ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης, ο οποίος δήλωσε εντυπωσιασμένος και συγκινημένος από την έκδοση, αποκάλυψε πως βρίσκεται σε περίοπτη θέση σε μία από τις βιβλιοθήκες του σπιτιού του και ξεκίνησε με αναφορές στην παλιά Θεσσαλονίκη, τόποτε που τριγυρνούσε στα σοκάκια της πόλης και σύχναζε στα μπαράκια παρέα με ογκόλιθους της πνευματικής ζωής, όπως ο Δημήτρης Μαρωνίτης και ο Κωστής Μοσκώφ.
Για τον δήμαρχο Θεσσαλονίκης, Στέλιο Αγγελούδη, ο οποίος χαιρέτησε την εκδήλωση, «οι ιστορίες αυτές μάς θυμίζουν πως η Θεσσαλονίκη δεν είναι μόνο το αστικό τοπίο. είναι πρώτα απ’ όλα οι άνθρωποί της, αυτοί που τη ζουν, που την ερωτεύονται, που τη θυμούνται. Είναι οι γεύσεις και οι μυρωδιές, αυτή η μοναδική αίσθηση πως, ό,τι κι αν γίνει, η πόλη αυτή πάντα θα ξαναγεννιέται, θα αναστοχάζεται, θα ζει, θα εμπνέει, θα αναπνέει και θα δημιουργεί. Αυτό είναι το μυστικό της Θεσσαλονίκης: φιλόξενη και φτωχομάνα, έχει το χάρισμα της γοητείας, την τεχνική να παραμένει νέα, ακόμα κι όταν μιλάει για τα παλιά της. Είναι μια πόλη που δεν φοβάται τον χρόνο· τον φοράει σαν κόσμημα».
Η Τεχνητή Νοημοσύνη αξιοποιείται στην εικαστική αποτύπωση
Πέρα από το περιεχόμενο, το βιβλίο είναι ιδιαίτερο και για έναν επιπλέον λόγο. Παντρεύει με υποδειγματικό τρόπο το χθες με το σήμερα, καθώς η εικαστική αποτύπωση της Άννας Μόζα και των συνεργατών της, αλλά και οι φωτογραφίες που έχουν γίνει με τη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης, προκαλούν αισθητική απόλαυση και θαυμασμό. Οι φωτογραφίες δεν είναι απλώς εικόνες, αλλά ζωντανές αναπαραστάσεις του παρελθόντος, που αναγεννιούνται με φρεσκάδα και πρωτοτυπία. Όπως εύστοχα παρατήρησε ο κ. Ζουργός με το βιβλίο αυτό «είμαστε ίσως στη γένεση ενός καινούριου είδους τέχνης, ίσως γοητευτικά παραπλανητικής».
Για την έμπνευση της ιδέας και τη συγγραφή των ιστοριών, μίλησαν οι δημοσιογράφοι Μαρία Ριτζαλέου και Ισμήνη Μπαλαλέ, καλώντας το κοινό να αγκαλιάσει την έκδοση και να συνδράμει με σχόλια και παρατηρήσεις, αλλά και με ιδέες για νέες ιστορίες της παλιάς Θεσσαλονίκης.
Το βιβλίο «Ιστορίες της Παλιάς Θεσσαλονίκης», διατίθεται στα βιβλιοπωλεία ΙΑΝΟΣ, Πρωτοπορία και Κωνσταντινίδης, ενώ ηλεκτρονικές παραγγελίες γίνονται μέσω της διεύθυνσης: book.voria.gr.
Όλα όσα χρειαζόμαστε μετά από ένα βαρύ γιορτινό γεύμα τα έχει ένα φυσικώς ανθρακούχο φυσικό μεταλλικό νερό – Ισορροπία, αναζωογόνηση, φρεσκάδα σε κάθε σταγόνα.
Τα τελευταία χρόνια, οι τιμές των ακινήτων κινούνται ανοδικά, ενώ τα ενοίκια εξακολουθούν να απορροφούν σημαντικό μέρος του εισοδήματος των νοικοκυριών.