Μια πολύ ιδιαίτερη περίοδο της ζωής της, την οποία περιέγραψε ως «
θρίλερ», μοιράστηκε η
Λένα Διβάνη, αναφέροντας πως είχε μια συγκάτοικο στο παρελθόν, που πίστευε ότι ήταν η
συγγραφέας.
Η Λένα Διβάνη ήταν καλεσμένη την Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου στην εκπομπή «Στούντιο 4», όπου μίλησε για το θέμα που επεξεργάζεται αυτή την περίοδο, με αφορμή το επόμενο συγγραφικό της εγχείρημα. Η
συγγραφέας σχολίασε τις διαφορετικές συνθήκες με τις οποίες μεγαλώνουν τα κορίτσια και τα αγόρια, ακόμη και όταν προέρχονται από την ίδια οικογένεια. Με αφορμή τη συγκεκριμένη συζήτηση, η
Λένα Διβάνη ανακάλεσε μια προσωπική εμπειρία από την περίοδο που έζησε στο Λονδίνο, όταν είχε ως συγκάτοικο μια γυναίκα από τη Χίο, η οποία είχε μεγαλώσει σε ένα αυστηρό οικογενειακό περιβάλλον.
Περιγράφοντας αρχικά το προφίλ της, είπε: «
Θα πω μια πραγματική ιστορία που με έκανε να δω αυτό το πράγμα. Είναι η ιστορία μου στο Λονδίνο. Είχα μια συγκάτοικο που ήταν από τη Χίο, καπετανοπαίδι. Εκεί οι γυναίκες μένουν μόνες για τρία χρόνια, τώρα για ενάμιση. Τα παιδιά τα μεγάλωναν οι γυναίκες και συχνά είχαν την πεθερά μέσα, η οποία έπαιζε τον αντ' αυτού. Επομένως, τα κορίτσια ήταν στη δυσάρεστη θέση να μην μπορούν να βγουν από το σπίτι χωρίς συγγενή, γιατί λείποντος του πατρός έπρεπε να έχουν καθαρό όνομα».
Στη συνέχεια, η συγγραφέας μίλησε για όσα βίωσε κατά τη διάρκεια της συγκατοίκησής τους, εξηγώντας πως η γυναίκα αυτή πίστευε ότι ήταν η Λένα Διβάνη: «
Είχα μια τέτοια συγκάτοικο, και δεν θα σας πω πολλά, γιατί είναι θρίλερ αυτό που έζησα. Αυτή πίστευε ότι είμαι εγώ. Είχε μεγαλώσει με τέτοιο τρόπο που είχε τρελαθεί, όπως αποκαλύφθηκε. Είχε ένα πολύ συγκεκριμένο σαλτάρισμα, δεν ξέρω την επιστημονική ορολογία, που πίστευε ότι είναι εγώ. Ήμασταν έναν χρόνο συγκάτοικοι».
Δείτε το βίντεο
Μιλώντας για την περίοδο πριν αντιληφθεί τι πραγματικά συνέβαινε, η συγγραφέας εξήγησε πως αρχικά είχε αποδώσει τη συμπεριφορά της συγκατοίκου της σε άλλους λόγους, μέχρι που κατάλαβε τη σοβαρότητα της κατάστασης: «Στα μισά του χρόνου κατάλαβα ότι είναι τόσο τρελή, στην αρχή νόμιζα ότι θέλει να με εκμεταλλευτεί οικονομικά. Νόμιζα ότι ήταν κουτσομπόλα και άκουγε τα τηλεφωνήματά μου με το αμόρε μου της εποχής, διάβαζε τα γράμματά μου. Ο ψυχασθενής έχει κάτι γοητευτικό, γιατί εμένα που με ξέρετε, είμαι τσαούσα, με είχε "υπνωτίσει" και δεν κουνούσα ρούπι. Δεν μπορούσα και να αντιλέξω, να της πω “τι είναι αυτά που κάνεις;”».