Από το βινύλιο στο streaming: Οι γενιές των playlist χωρίς «μουσική ταυτότητα»
Από το βινύλιο στο streaming: Οι γενιές των playlist χωρίς «μουσική ταυτότητα»

Από το βινύλιο στο streaming: Οι γενιές των playlist χωρίς «μουσική ταυτότητα»

Η σταδιακή μετάβαση από τους δίσκους στα CD και από εκεί στα MP3 και τις πλατφόρμες προκάλεσε μεγάλες αλλαγές στον τρόπο που ακούμε μουσική εξαφανίζοντας την άμεση, φυσική μας σχέση με αυτή αλλά και θέτοντας ξανά το ερώτημα της κοινωνικής πλευράς που θέτει η από κοινού ακρόαση και το ραδιόφωνο. Τι λένε, σχολιάζοντας σχετικά, οι ειδικοί του χώρου

Πάνε οι εποχές που στηνόμασταν με τις ώρες μπροστά στο ραδιόφωνο περιμένοντας να ακούσουμε με προσμονή το αγαπημένο μας τραγούδι ή παρακολουθούσαμε τις εβδομαδιαίες εκπομπές στην τηλεόραση για να δούμε τα αγαπημένα μας βιντεοκλίπ, τα οποία, σημειωτέον, ανέδειξαν σκηνοθέτες πρώτης γραμμής, όπως, όσον αφορά τα καθ’ ημάς, ο Γιώργος Λάνθιμος.

Η αισθητική των ραδιοφωνικών παραγωγών αλλά και των τηλεοπτικών σταθμών που εξειδικεύονταν στη μουσική, όπως το MΤV, γαλούχησαν ολόκληρες γενιές και την κουλτούρα συνολικότερα. Αντίστοιχα, οι πανίσχυρες δισκογραφικές εταιρείες καθόριζαν όχι μόνο τη μουσική βιομηχανία αλλά και τους επόμενους αστέρες διαμορφώνοντας τα charts και τις μεγάλες επιτυχίες.


Σήμερα, όμως, που η πρόσβαση στo YouTube και άρα στο εκάστοτε τραγούδι της αρεσκείας μας είναι εύκολη και ανοιχτή, εφαρμογές όπως το Spotify με 217 εκατομμύρια ενεργούς χρήστες, σύμφωνα με τις τελευταίες μετρήσεις, διαμορφώνουν ένα streaming ανάλογο με τα γούστα μας καθιστώντας τη μουσική ένα προϊόν προς άμεση κατανάλωση, όμως πολύ πιο εξατομικευμένο και απόμακρο. Από τη μεριά τους, οι ειδικοί, παρά τις αλλαγές που έχουν επέλθει στον τρόπο που ακούμε μουσική, έχουν διαφορετικούς λόγους να μην είναι (μόνο) απαισιόδοξοι για τη νέα τάξη (μουσικών) πραγμάτων, ειδικά μετά την εξέλιξη της τεχνολογίας, πρεσβεύοντας ότι ο πιο αστάθμητος παράγων και πάλι είναι ο άνθρωπος.

Από το βινίλιο στη μουσική του Instagram

«Μία από τις πιο γλαφυρές εικόνες που έχω από τα πρώτα μου παιδικά χρόνια είναι η διαδρομή προς το τοπικό δισκάδικο των Αγίων Αναργύρων κρατώντας σφιχτά στο χέρι το χαρτζιλίκι του μήνα για να πάρω... τι άλλο; βινίλια. Στον δρόμο της επιστροφής είχα ήδη βγάλει τη συσκευασία για να ανοίξω το αντικείμενο-φετίχ, να δω το artwork, να διαβάσω τους στίχους.



Πώς δεν είχα σπάσει το κεφάλι μου σε καμιά κολόνα της ΔΕΗ κάνοντάς το είναι απορίας άξιον! Θυμάμαι το πρώτο βινίλιο που αγόρασα με δικά μου λεφτά στα 10 μου, το maxi single “Karma Chameleon” των Culture Club, τις εκατοντάδες κασέτες που γράφαμε υπομονετικά κάνοντας απίθανα μιξαρίσματα με πάτημα των κουμπιών στο κασετόφωνο, όπως θυμάμαι και το πρώτο CD που έπιασα στα χέρια μου, το “Gone to Earth” των Barclay James Harvest, δώρο του κολλητού μου φίλου. Επίσης, θυμάμαι τη μυρωδιά των δίσκων που είχε φέρει μαζί του ο πατέρας μας, όταν ήρθαμε στην Ελλάδα από τη Βοστόνη.

Η πρώτη μύηση στη μουσική είχε να κάνει πολύ με τη σχέση που αποκτήθηκε με συγκεκριμένης όψης και αισθητικής αντικείμενα», μας λέει με τον δικό της παραστατικό τρόπο εκφράζοντας μια ολόκληρη εποχή η Τίνα Παππά, η οποία υπήρξε η πρώτη TaM manager του MTV Greece, ήταν υπεύθυνη για το ξένο ρεπερτόριο στη δισκογραφική Universal και τώρα είναι Public Relations & Communications Specialist στην εταιρεία City Owls.

Η ίδια, όπως και πολλοί από εμάς άλλωστε, έχει βιώσει όλες τις αλλαγές στον τρόπο που ακούμε μουσική, ξεκινώντας από «το κύκνειο άσμα του βινιλίου, τις μέρες της απόλυτης δόξας του CD και, λίγο προτού φύγω από τις δισκογραφικές εταιρείες για άλλα πόστα, την αργή αλλά σταθερή επιστροφή του βινιλίου στη μόδα, την αποκαθήλωση του CD και τις πρώτες digital συλλογές μετά από υπομονετικά κατεβάσματα στο Napster μέχρι τις μέρες μας, όπου σχεδόν όλοι ακούμε πλέον μουσική μόνο από πλατφόρμες», σχολιάζοντας σχετικά τα πολλαπλά ζητήματα που ανοίγει η τεχνολογία.

Σε αυτήν ακριβώς την επέλαση της τεχνολογίας οφείλονται, εν πολλοίς, οι αλλαγές «στον τρόπο που η μουσική ηχογραφείται και αναπαράγεται τα τελευταία χρόνια με πραγματικά μεγάλες ταχύτητες», αναφέρει ο Γιώργος Μουχταρίδης με μακροχρόνια παρουσία στα μουσικά media ως ραδιοφωνικός παραγωγός και διευθυντής ραδιοφωνικών σταθμών όπως οι Kosmos 93,6, Pepper 96,6 ενώ σήμερα έχει καθημερινή εκπομπή στον Kosmos 93,6. Θεωρεί, μάλιστα, αυτή την εύκολη πρόσβαση στη μουσική «επιδερμική και επιπόλαια».



Δεν είναι τυχαίο, όπως λέει, ότι «η μουσική σήμερα μετατρέπεται σε περιεχόμενο για χρήση στο Instagram και το TikTok, με στόχο την αποδοχή και την απόκτηση παραπάνω likes». Αλλά, όπως επισημαίνει, και για τις μεγαλύτερες ηλικίες η ακρόαση έχει γίνει «νευρική και αποσπασματική». Παρότι πιστεύει ότι η εύκολη προσβασιμότητα έχει εκδημοκρατίσει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο που ακούμε μουσική, «έχουν χαθεί το κοινωνικό της βάθος, η επίδραση και η διαμόρφωση στον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του ακροατή της. Εν ολίγοις, η ικανότητά της να λειτουργεί σε ένα επίπεδο υπερβατικό». Γι’ αυτό όταν προκύπτουν παραδείγματα που επαναφέρουν το βάθος και την αξία της μουσικής, όπως συνέβη πρόσφατα με τη μεγάλη ανταπόκριση που έδειξε ο κόσμος για τον τελευταίο δίσκο της Rosalia, «όλοι μας, σε αυτή την περίπτωση, θυμόμαστε τις μεγάλες αρετές της μουσικής. Γι’ αυτό ακριβώς και τον αποθέωσαν!» τονίζει με χαρακτηριστικό ενθουσιασμό.

Το ραδιόφωνο αντέχει

Εξ ου και ο σπουδαίος ρόλος του ραδιοφώνου που εξακολουθεί να γίνεται ο δίαυλος για να φτάσει η ποιοτική μουσική στο ευρύ κοινό και να διατηρήσει ζωντανό, εκτός από τις συναυλίες, τον κοινωνικό της ρόλο. Σε αυτό ακριβώς αναφέρεται ο Δημήτρης Βραχνός, ραδιοφωνικός παραγωγός και διευθυντής του Μελωδία 99,2. Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες που έφτασαν από τις ΗΠΑ, η κοινωνικοποίηση που προωθεί η μουσική εκφράζεται, κατ’ αρχάς, μέσα από το ραδιόφωνο. Οπως εξηγεί ο Δημήτρης Βραχνός, «το 2026 στις ΗΠΑ και παρά την παντοδυναμία των social και της κάθε audio πλατφόρμας, το 84% των ενηλίκων από 25 έως 64 ετών ακούει ραδιόφωνο και μάλιστα όχι μέσα από κάποιο app, αλλά στα ερτζιανά».

Γι’ αυτό ακριβώς ο ίδιος παραμένει αισιόδοξος σε σχέση με την αντοχή του ραδιοφώνου και την αντίσταση στην επέλαση της τεχνολογίας. «Ενώ η λογική υποδεικνύει πως η ελευθερία του “ακούω ό,τι θέλω, όποτε θέλω” θα οδηγούσε το μαζικό ακροατήριο καθολικά στη συνδρομητική εκδοχή των Spotify και YouTube, παρατηρείται πως η δωρεάν εμπειρία του ραδιοφώνου δύσκολα εγκαταλείπεται. Ιδιαίτερα από τους οδηγούς των μεγαλουπόλεων, που περνούν ώρες μποτιλιαρισμένοι αναζητώντας λίγη παρέα. Και η λέξη “παρέα” είναι η ειδοποιός διαφορά.

Γιατί πέρα από το μουσικό στίγμα του κάθε σταθμού, που έχει διαμορφωθεί με τεράστια προσοχή προκειμένου να καλύπτει τα γούστα των περισσότερων ακροατών, οι φωνές, οι προσωπικότητες δηλαδή πίσω από τα μικρόφωνα, είναι εκείνες που μας συνδέουν με το εδώ και το τώρα στη μικρή μας ή μεγάλη κοινότητα, όπου τα τραγούδια του κάθε σταθμού αποτελούν ακόμη μία κοινή γλώσσα. Αυτό το μείγμα μουσικής και αληθινής ζωντανής παρέας δεν το προσφέρουν οι πλατφόρμες. Αρα, ευτυχώς για το Μέσο, όταν βαρεθούμε τη λίστα μας στο Spotify, εξακολουθούμε να επιλέγουμε τη συνήθεια της ραδιοφωνικής παρέας. Ουσιαστικά, τον άνθρωπο απέναντι στον αλγόριθμο. Τουλάχιστον, προς το παρόν», καταλήγει.

Και μετά το CD, τι;

Συμφωνώντας με αυτή την οπτική, η Τίνα Παππά επιμένει με τη σειρά της ότι αλλιώς «ακούμε μουσική συμπτωματικά. Ο φίλος μου Ανδρέας μού έλεγε πόσο διαφορετικά άκουσε ένα άλμπουμ επειδή προτίμησε το πικάπ από το να το βάλει στο Spotify. Η Gen Z δεν ξέρει καν τι σημαίνει κασέτα ή CD, αλλά ξέρει από έναν cool φίλο ότι το βινίλιο είναι άλλη υπόθεση και το να έχεις σήμερα κλασικό ηχοσύστημα στο σπίτι σε τοποθετεί κατευθείαν σε μια άλλη κάστα μουσικόφιλων».

Τι σημαίνει, όμως, το τέλος του CD; Τη δική της προσωπική εμπειρία για τη σταδιακή εξαφάνιση των CD από τη ζωή μας αφηγείται η δημοσιογράφος και ραδιοφωνική παραγωγός στο Μελωδία 99,2 Ματούλα Κουστένη: «Πριν από λίγο καιρό η καθηγήτρια που κάνει ιδιαίτερα αγγλικά στην κόρη μου μού ζήτησε για μια εργασία listening που ετοίμαζαν να τους πάω στο δωμάτιο ένα φορητό CD player (!). “Ναι βέβαια, θα σας βρω αμέσως”, είπα και αυτομάτως άρχισαν να περνάνε από μπροστά μου όλες εκείνες οι συσκευές που μέσα στα χρόνια είχα πετάξει. Για να μην ντροπιαστώ και για να μην ξηλώνω το στερεοφωνικό του σαλονιού άρχισα να χτυπάω τα κουδούνια των γειτόνων. Από τα 15 διαμερίσματα της πολυκατοικίας βρέθηκε ένα και μόνο στρουμπουλό CD player σε ένα πατάρι για το οποίο στήθηκε ολόκληρη επιχείρηση». Μένει λοιπόν να εξεταστεί αν αυτό έχει επηρεάσει συνολικότερα τον τρόπο που ακούμε πλέον μουσική.

«Πριν από λίγα χρόνια απελευθερώθηκα από δεκάδες κούτες με CD που μέχρι τότε κάθονταν αναπαυτικά σε μεγάλες βιβλιοθήκες με ταξινόμηση μέσα στο κάθε γράμμα  - όσοι το έχουν κάνει, ξέρουν τι εννοώ!» υποστηρίζει σχετικά η Τίνα Παππά. «Μια ωραία μέρα όμως συνειδητοποίησα ότι δεν θα τα ξανακούσω ποτέ. Πέθανε η μουσική μαζί τους; Ή η ανάγκη μου να ακούω μουσική; Φυσικά και όχι. Μου είναι πολύ ευκολότερο πια να αναζητώ και να ακούω ό,τι θέλω σε μια πλατφόρμα; Φυσικά και ναι. Αλλά αν θέλω να είμαι συνεπής με τον εαυτό μου και το μακρόχρονο παρελθόν μου ως αγνή μουσικόφιλη, οφείλω να παραδεχτώ ότι κατά βάθος νιώθω μια κρυφή χαρά που έζησα αυτή την ιερή αγωνία και προσμονή να βάλεις το βινίλιο ή ακόμη και το CD να παίξει, από την αρχή έως το τέλος, αποκαλύπτοντάς σου σε έναν άλλο χρόνο και με τις απαραίτητες παύσεις την ουσία και το σύμπαν κάθε άλμπουμ ολοκληρωμένα».

Αναλογική ακρόαση της μουσικής

«Κακά τα ψέματα, είμαστε η γενιά που πάτησε σε δύο βάρκες: στην αναλογική και την ψηφιακή ακρόαση της μουσικής. Οσοι θυμόμαστε τον χαρακτηριστικό ήχο που έκανε η κασετοθήκη όταν οι γονείς έκλειναν το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου και μας παρέδιδαν στη “Μικρά Ασία” του Νταλάρα, στα “Νησιώτικα” του Πάριου, στα “Μεγάλα τραγούδια“ του Μίκη Θεοδωράκη, στους Beatles», υποστηρίζει η Ματούλα Κουστένη μιλώντας εν ονόματι όλων ημών «που ξεκαθαρίσαμε με νεανική αυθάδεια τα βινίλια του πατρικού κρατώντας μόνο τους Depeche Mode και τους Nirvana, που για χρόνια ψάχναμε τρόπους να ξεφορτωθούμε όλον αυτό τον όγκο βινιλιών, CD, βιντεοκασετών που μας κληροδότησαν.

Κρύψαμε τα walkman, καμαρώσαμε για την άνευ όρων παράδοση στην ψηφιακή επέλαση του iPod, των MP3, του Spotify και ψιλοκοροϊδέψαμε εκείνους που θεωρούσαν το βινίλιο απαραίτητο αξεσουάρ της χιπστερικής τους ταυτότητας. Σήμερα, το coolness απαιτεί νοσταλγία και αναλογική ζωή. Οι νέοι, πράγματι, στρέφονται σε βινίλια, CD, έντυπα βιβλία, αναλογικές φωτογραφικές μηχανές. Ψαχουλεύουν μουσικούς θησαυρούς στις νεανικές μας κούτες ή στις second hand πλατφόρμες (Vinted, Vendora κ.λπ.) όπου οι κασέτες, τα παλιά τρανζίστορ, τα κασετόφωνα και τα μαγνητόφωνα κάνουν θραύση».


Αυτή η νοσταλγική επιστροφή στον κόσμο της αναλογικής μουσικής σημαίνει ότι ο κόσμος, παρά την εξέλιξη της τεχνολογίας, αναζητά την ποιότητα αλλά και τη μαγεία του παλιού. «Τα concept stores που σέβονται τον εαυτό τους -εννοείται πως δίπλα στα organic μακό- έχουν δίσκους βινιλίου. Τα παλιά δισκάδικα ξαναζωντάνεψαν. Και στους γάμους της Γενιάς Z αποκλείεται να μη βγάλεις φωτογραφία με Polaroid. Οι νέοι, λένε, αποκηρύσσουν την υπερβολική εξάρτηση από την τεχνολογία.

Μία απορία έχω μόνο: είναι ο τρόπος που επιλέγουν να ακούν μουσική και να ζουν ή μήπως στήνουν το σκηνικό για το επόμενο ποστάρισμα στα social media;» αναρωτιέται ρητορικά η Ματούλα Κουστένη. Ωστόσο, το μέλλον έρχεται ακριβώς από αυτή την άμεση σχέση με τη μουσική που δεν μπορεί κανείς να τη βρει παρά μόνο στον αναλογικό τρόπο, γιατί, όπως υποστηρίζει η Τίνα Παππά: «Το φυσικό προϊόν κάνει την ακρόαση ιεροτελεστική. Το απόμακρο ψηφιακό υποκατάστατό του μπορεί να ταξιδεύει αστραπιαία τη μουσική από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, αλλά δημιουργεί και μια αδιόρατη απόσταση από τον δημιουργό. Ας ελπίσουμε ότι το Generative AI δεν θα ρίξει τη χαριστική βολή».

Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network