Woke κουλτούρα: Από την προστασία στη νέα μορφή αυταρχισμού
Woke κουλτούρα: Από την προστασία στη νέα μορφή αυταρχισμού

Woke κουλτούρα: Από την προστασία στη νέα μορφή αυταρχισμού

Μια τάση που ξεκίνησε από το δίκαιο αίτημα του σεβασμού στη διαφορετικότητα μετατράπηκε στη «δικτατορία του δικαιωματισμού» που καταδικάζει οποιονδήποτε σκέφτεται να αμφισβητήσει ό,τι προβάλλεται ως «politically correct»

Κοινωνικές πρωτοβουλίες όπως το #MeToo κατά της έμφυλης βίας, η cancel culture ως μια τακτική ακύρωσης ή σημειολογικής θανάτωσης συγκεκριμένων προσώπων οι απόψεις των οποίων κρίνονται απεχθείς και απαράδεκτες, η κουλτούρα woke, που ξεκίνησε από το δίκαιο αίτημα του σεβασμού στη διαφορετικότητα, μαζί με άλλες επιμέρους παρόμοιες τάσεις έγιναν μέρος μιας εκρηκτικής διάδοσης του λεγόμενου «δικαιωματισμού».

Το φαινόμενο αυτό γεννήθηκε και γιγαντώθηκε στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, μολονότι επωαζόταν αρκετά χρόνια πριν. Η woke και η cancel culture, καθώς και το κίνημα #MeToo, από το σκάνδαλο του Χάρβεϊ Γουάινστιν στις ΗΠΑ έως την καθ’ ημάς εκδοχή του με τις αποκαλύψεις της Σοφίας Μπεκατώρου για τον χώρο του αθλητισμού, την καταδίκη των Πέτρου Φιλιππίδη και Δημήτρη Λιγνάδη σε φυλάκιση κ.λπ., αποτελούν πτυχές μιας ευρύτερης τάσης προς την κατίσχυση μιας ακραίας, αδυσώπητης εκδοχής της πολιτικής ορθότητας. 

Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα της λογικής των μοντέρνων καιρών: πριν από μερικά χρόνια ο Σλοβένος φιλόσοφος Σλάβοϊ Ζίζεκ, γνωστός παγκοσμίως για τον αιρετικό τρόπο με τον οποίο υποστηρίζει τις απόψεις του -και γνωστότερος στην Ελλάδα από τον πνευματικό έρωτά του για τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα την περίοδο προ των εκλογών του 2015-, σε κάποια από τις συχνές δημόσιες εμφανίσεις του υπέστη ένα αναπάντεχο σοκ. Καίτοι υπέρμαχος του ανορθολογισμού, το επιχείρημα που επικαλέστηκε μια ακροάτρια της ομιλίας του άφησε ακόμη και κάποιον όπως ο ίδιος άφωνο. Οπως αφηγήθηκε αργότερα εκείνος, είχε μια έντονη διαφωνία με την εν λόγω κυρία. Και εκείνη, εν εξάλλω, του φώναξε: «Είμαι μαύρη, φτωχή, μητέρα, και έχω ΑΙDS. Αρα έχω δίκιο!».

Δεν χρειάζεται να έχει περάσει κανείς από τα έδρανα της Φιλοσοφικής Σχολής για να αντιληφθεί τον εξωφρενικό, θεμελιώδη παραλογισμό του ισχυρισμού που προέβαλε η ακροάτρια. Ας πούμε απλώς ότι στην προκειμένη περίπτωση ορισμένες ιδιότητες (μαύρη, φτωχή, μητέρα, πάσχουσα από ΑΙDS) χρησιμοποιούνται ως επιχείρημα - και μάλιστα, ως δόγμα, ως αξίωμα με καθολική και αυτόματη ισχύ, πέραν πάσης αμφισβήτησης. Ωστόσο, η στοιχειώδης λογική λέει ότι ένας άνθρωπος που μπορεί να έχει αυξημένες ανάγκες πρόνοιας και φροντίδας δεν σημαίνει απαραιτήτως πως έχει το αλάθητο, πως έχει δίκιο σε οτιδήποτε λέει.

Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, αν υπήρχε σχετικός νόμος της ανθρώπινης κοινωνίας, γραπτός ή εθιμικός, τότε, φέρ’ ειπείν, ο μηχανισμός της δικαιοσύνης δεν θα είχε κανέναν λόγο ύπαρξης. Οι διαφορές θα λύνονταν ακαριαία με βάση χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των αντιδίκων, όχι με βάση κάποια αίσθηση δικαίου, κάποια νομολογία κ.λπ. Απλούστατα, αν υπήρχε διένεξη ανάμεσα σε έναν λευκό και έναν μαύρο (Αφροαμερικανό), ο λευκός θα ήταν a priori ένοχος. Ομοίως και για μια γυναίκα Vs έναν άνδρα, ένα non-binary άτομο Vs κάποιον ετεροφυλόφιλο κ.ο.κ.

Γυναικοκτονία ναι, ανδροκτονία όχι

Ως προς τη θεμελιώδη λογική της, η προσέγγιση αυτή στο δίκιο και το άδικο δεν διαφέρει από κανέναν αυταρχισμό. Το ότι κάποτε, λόγου χάριν στη χιτλερική Γερμανία, οι ναζιστές θεωρούσαν ότι ως αποκλειστικοί εκπρόσωποι της αρίας φυλής ήταν ανώτεροι οποιουδήποτε άλλου, τον οποίο, ακριβώς λόγω της κατωτερότητάς του, όφειλαν εκείνοι να εξολοθρεύσουν, οδήγησε στο αιματοκύλισμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης κ.λπ.

Υπερβολικός ο παραλληλισμός; Τι κοινό, άλλωστε, θα μπορούσε να έχει με τους ναζί μια κατατρεγμένη από τη μοίρα και την άδικη κοινωνία γυναίκα (μαύρη, φτωχή, μητέρα, ασθενής με ΑΙDS); Σε πρώτη ανάγνωση, δεν υπάρχει κανένα κοινό. Κατά βάθος, όμως, το ξεχείλωμα του δικαιωματισμού, του άκριτου και εν τέλει δογματικού πλασαρίσματος της διαφορετικότητας, όπως κι αν αυτή νοείται, ως καταλυτικό προνόμιο, καταλήγει στην εγκαθίδρυση μιας γενικευμένης παράνοιας.


Εις βάρος εν τέλει όχι μόνο του στοιχειώδους ορθολογισμού, αλλά και των ίδιων των θυμάτων, των ατόμων και ομάδων που υφίστανται διακρίσεις, κακοποίηση, περιθωριοποίηση, αλλά προτάσσοντας την ασπίδα της νέας πολιτικής ορθότητας μετατρέπονται σε δυνάστες όλων των υπολοίπων.   

Ενα απλό παράδειγμα που θα μπορούσε να θεωρηθεί χαρακτηριστικό σε σχέση με τις εγγενείς αντιφάσεις της ακραιφνούς πολιτικής ορθότητας είναι η επινόηση του νεολογισμού «γυναικοκτονία». Στο γενικότερο πνεύμα ενός πουριτανισμού νέας κοπής, σε αξεδιάλυτη σύγχυση με μια ελάχιστα επεξεργασμένη εκδοχή του φεμινισμού, το αναμφίβολα τραγικό και αποτρόπαιο γεγονός μιας δολοφονίας σήμερα κρίνεται πρέπον να χρωματίζεται με βάση το φύλο του θύματος.

Γυναικοκτονία, λοιπόν, όχι απλώς ανθρωποκτονία. Η γυναίκα, αναρωτιέται κανείς ενστικτωδώς, δεν είναι άνθρωπος; Δεν αρκεί να καταγραφεί η βίαιη θανάτωσή της ως ανθρωποκτονία, αλλά να ενσωματωθεί σε έναν σεξισμό από την ανάποδη; Και γιατί δεν είναι «ανδροκτονία» όταν φονεύεται ένας άνδρας; Εμμέσως, μάλιστα, με τη χρήση του όρου «γυναικοκτονία» καταλογίζεται στον δράστη ένα συγκεκριμένο κίνητρο, με βάση τον συλλογισμό «τη σκότωσε επειδή ήταν γυναίκα. Αν δεν ήταν γυναίκα, δεν θα την άγγιζε καν».

Είναι προφανής ο παραλογισμός ενός καινοφανούς όρου «πολιτικώς ορθού», πολλώ δε μάλλον ενός όρου πολιτικώς ορθού in extremis, όπως η λέξη «γυναικοκτονία». Διότι αφορμάται από μια υπερβάλλουσα προθυμία να προστατευτεί η γυναικεία υπόσταση ως μια κοινωνική συνομοταξία η οποία αδικείται συστηματικά από τις έμφυλες διακρίσεις, την έμφυλη βία κ.ο.κ. Ωστόσο, με λεκτικά εφευρήματα του τύπου «γυναικοκτονία» εν τέλει επιβεβαιώνεται -και μάλλον ενθαρρύνεται περαιτέρω- η ανισότητα βάσει φύλου.

Το τέλος της πλάκας

Τα αδιέξοδα στα οποία οδηγούν συχνά η υπερβολική προσήλωση στις αρχές της woke κουλτούρας, της κουλτούρας ακύρωσης (cancel culture) και γενικότερα η κατάχρηση της πολιτικής ορθότητας, αντί να εξουδετερώνουν, στην πράξη καθιερώνουν μια καινούρια τοξικότητα. Η οποία συνορεύει με τον φανατισμό, τη μισαλλοδοξία, την επανεφεύρεση και την ολική επαναφορά της σεμνοτυφίας - έστω κι αν οι νυν ιεραπόστολοί της είναι τα προηγούμενα θύματά της.


Σε αυτό το περιβάλλον αντιλήψεων και στάσεων, το φλερτ, πρώτο απ’ όλα, στιγματίζεται και στοχοποιείται ως απροκάλυπτη εκδήλωση της πρόθεσης για τη διάπραξη σεξουαλικού εγκλήματος. Για τους «οσιομάρτυρες» (τους ιεροεξεταστές, μάλλον) της woke κουλτούρας, πίσω από οποιαδήποτε χειρονομία προσέγγισης με φανερή ή υπονοούμενη ερωτική διάθεση υπάρχει και ένας βιασμός που απλώς τελεί εν αναμονή για να διαπραχθεί.

Το σαφάρι για την εξολόθρευση των «προσβλητικών και απαξιωτικών» λέξεων από το καθημερινό λεξιλόγιο, η συστηματική εκστρατεία αποκάθαρσης της γλώσσας και ευρύτερα των διανθρώπινων συνδιαλλαγών στη σφαίρα του δημόσιου βίου, εκτός από το ερωτικό παιχνίδι, τείνουν να ευνουχίζουν, να πλήττουν θανάσιμα το χιούμορ και τη σάτιρα. Σε πολύ μεγάλο βαθμό, ορθώς και δικαίως, η διακωμώδηση απαγορεύεται πια να αφορά σωματικά χαρακτηριστικά, οπότε τα ανέκδοτα για κοντούς/ψηλούς/ξανθές/μελαχρινές κ.ο.κ. δεν επιτρέπεται να υπάρχουν ούτε καν ως ανάμνηση. 

Συναφώς, το αγαπημένο, ανάλαφρο τραγούδι του Σταμάτη Κραουνάκη «Πάμε στον Αδωνη για καφέ», με τους απολύτως άκακους στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου, πυροδότησε μια δημόσια συζήτηση, περίπου 40 χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του, σχετικά με το κατά πόσο είναι θεμιτό, αρμόζον κ.λπ. να συμμορφώνεται η αυθεντική εκδοχή ενός τραγουδιού που έχει ήδη κερδίσει τη θέση του στην ιστορία και τον λαϊκό πολιτισμό απαλείφοντας λέξεις που δεν συνάδουν με τα νέα ήθη. Εφαρμόζοντας επί της ουσίας μια σύγχρονη, πλην εξίσου αμείλικτη με οποιαδήποτε άλλη λογοκρισία.

Για την ιστορία, πάντως, όταν η Αλκηστις Πρωτοψάλτη τροποποίησε τον όψιμα επίμαχο στίχο περί της μυθικής «χοντρής», ο Κραουνάκης αρκέστηκε να σχολιάσει την πρωτοβουλία της τραγουδίστριας δηλώνοντας ότι «κάθε ερμηνευτής στη ζωντανή απόδοση των τραγουδιών έχει το δικαίωμα να πειράξει οτιδήποτε. Εγώ όταν λέω το συγκεκριμένο τραγούδι, τη “χοντρή“ τη δείχνω. Και όλες οι χοντρούλες από κάτω ενθουσιάζονται. Αυτό είναι μια προσωπική άποψη της Αλκηστης, θεωρεί ότι κάτι φταίει και δεν κάνει να λέμε τους ανθρώπους χοντρούς κ.λπ. Αλλά το τραγούδι είναι 40 ετών και είναι αθώο».

Η ιερή ταυτότητα φύλου

Στον τομέα της κωμωδίας, η προσπάθεια περιστολής της φραστικής ελευθεριότητας, η οποία αποτελεί δομικό στοιχείο του γέλιου και της πλάκας, εκφράζεται ακόμη και με «δήλωση πολιτικών φρονημάτων». Πληθαίνουν τα stand up comedy clubs ανά τον κόσμο τα οποία δεσμεύουν προκαταβολικά τον εκάστοτε καλλιτέχνη ότι δεν θα χρησιμοποιήσει εκφράσεις που θα μπορούσαν να προσβάλουν οποιονδήποτε παριστάμενο και καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Στον αντίποδα, ο σούπερ σταρ αυτού του είδους κωμωδίας, ο Βρετανός Ρίκι Ζερβέ, απλώς βγάζει κοροϊδευτικά τη γλώσσα του στον μετα-πουριτανισμό και τη μανιακή λογοκρισία της νέας πολιτικής ορθότητας. Στις παραστάσεις του ισοπεδώνει κάθε ιερό και όσιο της woke, της cancel και οποιασδήποτε άλλης έκφανσης της αλόγιστης απαίτησης για εξαγνισμό της ανθρωπότητας μέσα από τον απέραντο τρόμο μήπως κάποιος, κάπου, κάπως παρεξηγηθεί.

Παγερά και επιδεικτικά αδιάφορος για το αν με τις βιτριολικές παρλάτες του γίνεται κόκκινο πανί για τους κήνσορες και τους κεντυρίωνες της «κορεκτίλας», ο Ζερβέ προκαλεί επίμονα όσους θα επέχαιραν αν τον έβλεπαν να λιώνει στο πυρ το εξώτερον. Ανάμεσα στα άλλα βλάσφημα και politically incorrect, σε ένα σόου του έλεγε: «Σήμερα όλα πια είναι είτε “σύνδρομα”, είτε “εθισμοί”, είτε “ζητήματα επιλογής”. Θα μπορούσα να κόψω τα πόδια μου με εγχείρηση, να βάλω ρόδες στη θέση τους και να δηλώσω ότι είμαι παιδικό καροτσάκι. Αλλά κανείς δεν θα έχει το δικαίωμα να με πει βλαμμένο. Εγώ βγαίνω στη σκηνή και κάνω πλάκα με το AIDS, με την πείνα, με τον καρκίνο, με το Ολοκαύτωμα των Εβραίων, με τον βιασμό, με την παιδοφιλία, με ό,τι μου κατέβει. Κι εσείς με ακούτε και γελάτε. Αλλά το μόνο που απαγορεύεται να σατιρίσω, αυτό που δεν θα δεχόσασταν με τίποτα, είναι να κάνω πλάκα με την ταυτότητα φύλου».

Στο πυρ Οιδίποδας και Πλάτωνας

Η Ιστορία οφείλει να διαγράψει τον εαυτό της. Ασχέτως εάν επί αιώνες, σχεδόν επί χιλιετίες, από την εποχή του Αριστοφάνη, τα περιπαικτικά αστεία εμπνέονταν κατά κόρον από τις εξωτερικές ιδιαιτερότητες ενός εκάστου. Πλέον, όμως, με τα σύγχρονα ήθη, π.χ. ακόμη και το όνομα «Οιδίπους» θα έπρεπε να περάσει από το καθαρτήριο της πολιτικής ορθότητας. Διότι εκείνος που βάφτισε Οιδίποδα τον Οιδίποδα χρησιμοποίησε μια σωματική ιδιαιτερότητα, εν προκειμένω τα πρησμένα του πόδια. Αντιστοίχως, και ο Πλάτων, όνομα που του δόθηκε λόγω της ευρύστερνης σωματοδομής του, μάλλον υπάγεται στα αθώα και ανύποτα θύματα του αρχαίου body shaming.

Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network