Ανάλυση: Τα Στενά του Ορμούζ, η εκεχειρία που κρέμεται από μια κλωστή και τι θέλουν Τραμπ και Ιράν - «Ναυάγιο» στις διαπραγματεύσεις στο Ισλαμαμπάντ

Ανάλυση: Τα Στενά του Ορμούζ, η εκεχειρία που κρέμεται από μια κλωστή και τι θέλουν Τραμπ και Ιράν - «Ναυάγιο» στις διαπραγματεύσεις στο Ισλαμαμπάντ

Ο Τραμπ επιχειρεί έξοδο έστω και χωρίς καθαρή νίκη, οι Μουλάδες «επενδύουν» στα Στενά του Ορμούζ ως μέσον πίεσης προς τη διεθνή κοινότητα και το Ισραήλ επικεντρώνει στον Λίβανο τις στρατιωτικές του επιχειρήσεις - Οι αγορές προσμετρούν μόνιμα τον γεωπολιτικό κίνδυνο

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Ανάλυση: Τα Στενά του Ορμούζ, η εκεχειρία που κρέμεται από μια κλωστή και τι θέλουν Τραμπ και Ιράν - «Ναυάγιο» στις διαπραγματεύσεις στο Ισλαμαμπάντ
Η εκεχειρία ΗΠΑ - Ιράν άνοιξε ξανά τον δρόμο για να ανοίξει -αν αυτό συμβεί τελικώς- και το Ορμούζ, αλλά δεν αποκατέστησε ούτε την ενεργειακή ισορροπία ούτε τη στρατηγική τάξη στην περιοχή. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι τι σταματά τώρα, αλλά τι ετοιμάζεται για την επόμενη ημέρα - από τα διυλιστήρια του Κόλπου έως το μέτωπο του Λιβάνου.

Οι χθεσινές συνομιλίες ΗΠΑ–Ιράν στο Ισλαμαμπάντ, που ολοκληρώθηκαν χωρίς τελική συμφωνία έπειτα από πολύωρες διαπραγματεύσεις (21 ωρών), επιβεβαίωσαν ότι η επόμενη ημέρα παραμένει ασαφής και ότι τα βασικά ζητήματα ασφάλειας και επιρροής στην περιοχή παραμένουν ανοικτά.

«Κάναμε σαφές ποιες είναι οι κόκκινες γραμμές μας», είπε ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς αναχωρώντας από το Ισλαμαμπάντ, ενώ με τη σειρά της η Τεχεράνη έκανε λόγο για «παράλογες απαιτήσεις».

Την ίδια ώρα, ο Ντόναλντ Τραμπ αμέσως μετά τις κρίσιμες διαπραγματεύσεις άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο για ναυτικό αποκλεισμό του Ιράν μετά το αδιέξοδο. Συγκεκριμένα ο Αμερικανός πρόεδρος κοινοποίησε άρθρο στο οποίο γίνεται αναφορά στο ενδεχόμενο επιβολής ναυτικού αποκλεισμού στο Ιράν, εφόσον η Τεχεράνη δεν αποδεχθεί τις αμερικανικές απαιτήσεις.

Μεγάλη δυσπιστία


Η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, βασικός στόχος των Ηνωμένων Πολιτειών όταν συμφώνησαν με το Ιράν για κατάπαυση του πυρός, είναι ασφαλώς το πρώτο βήμα για να αρχίσει ξανά να ρέει ενέργεια μέσω του Περσικού Κόλπου. Μόνο που είναι ακριβώς αυτό, το πρώτο βήμα. Τίποτε περισσότερο. Η εικόνα που επιχειρείται να παρουσιαστεί από την Ουάσινγκτον ως μερική επιστροφή στην κανονικότητα είναι στην πραγματικότητα μια εύθραυστη παύση μέσα σε ένα σύστημα που έχει ήδη τραυματιστεί βαθιά. Και το τραύμα αυτό δεν κλείνει μέσα σε 15 ημέρες.

Οι ίδιες οι συνομιλίες στο Πακιστάν κατέδειξαν ότι η δυσπιστία μεταξύ των δύο πλευρών παραμένει υψηλή και ότι οι διαφωνίες εκτείνονται πέρα από το άμεσο στρατιωτικό πεδίο, αγγίζοντας το πυρηνικό πρόγραμμα και τον περιφερειακό ρόλο της Τεχεράνης. Διυλιστήρια, εγκαταστάσεις αποθήκευσης, πεδία πετρελαίου και φυσικού αερίου σε τουλάχιστον εννέα χώρες, από το Ιράν έως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, βρέθηκαν στο στόχαστρο επιθέσεων. Η καταστροφή δεν περιορίζεται στο ορατό μέρος της, δηλαδή στις φλόγες, στις κατεστραμμένες δεξαμενές και τις μαύρες στήλες καπνού.

Αφορά και το αόρατο: τις εφοδιαστικές αλυσίδες που διαλύθηκαν, τα πληρώματα που διασκορπίστηκαν, τους τεχνικούς που αποχώρησαν, τα πλοία που έμειναν ακινητοποιημένα, τις αγορές που άρχισαν να τιμολογούν όχι απλώς τον πόλεμο αλλά και την πιθανότητα της επανάληψής του.

Εδώ βρίσκεται και το πρώτο μεγάλο πρόβλημα της εκεχειρίας. Δεν σταματά έναν πόλεμο που ολοκληρώθηκε. Παγώνει έναν πόλεμο που απλώς μπήκε σε αναμονή. Και όταν το σύνολο της περιφερειακής ενεργειακής αρχιτεκτονικής λειτουργεί υπό τον όρο «αν όλα πάνε καλά για δύο εβδομάδες», τότε η κανονικότητα δεν επιστρέφει. Απλώς αναστέλλεται ο πανικός.

Ο κίνδυνος παραμένει


Η συμφωνία προβλέπει ότι το Ιράν θα επιτρέψει τη διέλευση πλοίων από τα Στενά χωρίς επιθέσεις. Αυτό ήταν το ελάχιστο που χρειαζόταν η αμερικανική πλευρά για να ισχυριστεί ότι απέσπασε ένα στρατηγικό αποτέλεσμα. Η επαναλειτουργία όμως του Ορμούζ δεν σημαίνει αυτόματα και επανεκκίνηση του ενεργειακού συστήματος του Κόλπου.

Για να επιστρέψει πραγματικά η παραγωγή χρειάζονται επιθεωρήσεις, τεχνικές παρεμβάσεις, αντικατάσταση εξειδικευμένου εξοπλισμού, σταδιακή επαναφορά πίεσης στα κοιτάσματα, αποκατάσταση των βοηθητικών υποδομών και -το σημαντικότερο- μια στοιχειώδης βεβαιότητα ότι οι εγκαταστάσεις που θα ξανανοίξουν δεν θα ξαναχτυπηθούν.

Αυτό ακριβώς λείπει σήμερα. Οι εταιρείες ενέργειας, οι διαχειριστές τερματικών σταθμών, οι ασφαλιστικές και οι ναυτιλιακές λειτουργούν με βάση όχι τις πολιτικές δηλώσεις, αλλά την πρόβλεψη κινδύνου. Και ο κίνδυνος έχει ενσωματωθεί πλέον στον τρόπο με τον οποίο διαβάζεται ολόκληρη η περιοχή.

Γι’ αυτό και ακόμη και αν τα πρώτα φορτία αρχίσουν να κινούνται με μεγαλύτερη ασφάλεια, η αγορά γνωρίζει ότι μιλάμε για μερική επανεκκίνηση. Αλλο πράγμα, όμως, η εκκένωση δεξαμενών και άλλο η επαναφορά μιας σύνθετης παραγωγικής αλυσίδας που έχει δεχθεί πλήγματα σε πολλά επίπεδα. Ορισμένες γεωτρήσεις ίσως επιστρέψουν σε λειτουργία μέσα σε ημέρες ή εβδομάδες. Μια πιο πλήρης αποκατάσταση, ωστόσο, απαιτεί μήνες. Και σε ορισμένες περιπτώσεις χρόνια.

Ανάλυση: Τα Στενά του Ορμούζ, η εκεχειρία που κρέμεται από μια κλωστή και τι θέλουν Τραμπ και Ιράν - «Ναυάγιο» στις διαπραγματεύσεις στο Ισλαμαμπάντ
ΠΗΓΗ: MARINE TRAFFIC (8 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026) - Γράφημα: Getty Images / Ideal images

Οι ζημιές που δεν φαίνονται


Το ενεργειακό σύστημα του Κόλπου δεν είναι ένας διακόπτης που κλείνει και ανοίγει κατά βούληση. Είναι ένα περίπλοκο πλέγμα πίεσης, θερμοκρασιών, χημικών ισορροπιών, μεταφορών, ανταλλακτικών και ανθρώπινης εξειδίκευσης. Οταν μια πετρελαιοπηγή ή μια γεώτρηση φυσικού αερίου τεθεί εκτός λειτουργίας, η επανεκκίνηση δεν είναι ποτέ αυτονόητη. Οσο περισσότερο διαρκεί η αδράνεια τόσο πιο δύσκολη γίνεται η αποκατάσταση.

Η πίεση στο υπέδαφος απορρυθμίζεται. Νερό μπορεί να συσσωρευτεί εκεί όπου δεν πρέπει. Υδρόθειο και άλλα διαβρωτικά στοιχεία επιδρούν επί μακρόν στον εξοπλισμό. Στη Σαουδική Αραβία και στο Ιράκ, όπου η άντληση στηρίζεται σε διαδικασίες έγχυσης αερίου ή νερού για τη διατήρηση της πίεσης, η παύση δεν σημαίνει απλώς διακοπή παραγωγής. Σημαίνει ανατροπή μιας τεχνικής ισορροπίας που χτίζεται με ακρίβεια και διατηρείται με συνεχή παρακολούθηση.

Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι οι 15 ημέρες της εκεχειρίας δεν είναι αρκετές ούτε για να καταγραφεί με σαφήνεια το μέγεθος της ζημιάς, πόσω μάλλον για να ξεκινήσει μια σοβαρή αποκατάσταση. Πολλές χώρες της περιοχής δίνουν ελάχιστα στοιχεία για το τι πραγματικά έχει χτυπηθεί και σε ποιον βαθμό.

Οι εταιρείες λειτουργούν με περιορισμένη εικόνα, οι κυβερνήσεις με πολιτικό υπολογισμό και οι αγορές με το δυσμενέστερο σενάριο. Ετσι, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος αβεβαιότητας που παρατείνει την κρίση πέρα από το πεδίο των μαχών.

Το κόστος της παύσης


Για τους καταναλωτές, όλα αυτά μεταφράζονται σε κάτι πολύ απλό - απτό και παραδοσιακά «επώδυνο»: οι τιμές δεν επιστρέφουν εύκολα εκεί που βρίσκονταν πριν από τον πόλεμο. Ακόμη και αν οι διεθνείς τιμές υποχωρούν προσωρινά με την ανακοίνωση μιας εκεχειρίας, η αγορά ξέρει ότι τα αποθέματα που χρησιμοποιούνται τώρα είναι προπολεμικά αποθέματα. Δεν είναι η νέα κανονικότητα. Είναι το μαξιλάρι ασφαλείας ενός συστήματος που προσπαθεί να κερδίσει χρόνο.

Οσο η κρίση παρατείνεται τόσο οι υψηλές τιμές τείνουν να αποκτούν μονιμότερα χαρακτηριστικά. Το πετρέλαιο μπορεί να φύγει από τα ακραία επίπεδα πολέμου, αλλά δύσκολα θα επιστρέψει σε εκείνα που θα ίσχυαν αν η σύρραξη δεν είχε ξεσπάσει ποτέ.

Με άλλα λόγια, ακόμη και αν η αγορά αποκλιμακωθεί, θα συνεχίσει να τιμολογεί τον γεωπολιτικό κίνδυνο ως μόνιμο συντελεστή. Κι αυτό είναι ίσως το βαθύτερο αποτύπωμα της παρούσας κρίσης: η Μέση Ανατολή ξαναγίνεται για τις αγορές ένας χώρος αβεβαιότητας που δεν διαχειρίζεται κανείς πραγματικά.

Η αναθεώρηση των εκτιμήσεων για την πορεία της ενέργειας δείχνει ακριβώς αυτό. Ο πόλεμος δεν μεταβάλλει μόνο τις τρέχουσες τιμές. Μεταβάλλει ολόκληρη την καμπύλη προσδοκιών για το επόμενο διάστημα. Το κόστος μεταφέρεται στις οικονομίες, στις βιομηχανίες, στις μεταφορές και τελικά στα νοικοκυριά.

Η προσπάθεια εξόδου


Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν η ισχυρότερη δύναμη στον πλανήτη. Ωστόσο, η υπεροχή ισχύος δεν αναιρεί ένα ιστορικά επαναλαμβανόμενο αμερικανικό πρόβλημα: την αδυναμία εύκολης εξόδου από πολέμους που επέλεξε η ίδια να ανοίξει. Από το Βιετνάμ έως πιο πρόσφατες εκστρατείες, η Ουάσινγκτον έχει βρεθεί ξανά και ξανά αντιμέτωπη με το ίδιο παράδοξο - η στρατιωτική ισχύς μπορεί να επιβάλει την είσοδο, αλλά δεν εγγυάται μια καθαρή αποχώρηση.

Κάτι ανάλογο διακρίνεται και τώρα. Η αμερικανική πλευρά θέλει να παρουσιάσει την εκεχειρία ως αποτέλεσμα πίεσης και ως βήμα προς τη σταθερότητα. Στην πράξη, ωστόσο, μοιάζει περισσότερο με μια αναγκαστική προσπάθεια παγώματος ενός μετώπου του οποίου το κόστος άρχισε ήδη να ξεπερνά τα προσδοκώμενα κέρδη. Τα αμερικανικά πλήγματα δεν μπορούν να δημιουργήσουν από μόνα τους το πολιτικό αφήγημα της ολοκληρωτικής νίκης που είχε ανάγκη ο Λευκός Οίκος.

Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται το πρόβλημα του Ντόναλντ Τραμπ. Η δική του προσέγγιση στη διεθνή κρίση είναι βαθιά προσωποκεντρική. Θυμίζει πολλές φορές επιχειρηματική διαπραγμάτευση υψηλού ρίσκου, στην οποία ένα τολμηρό χτύπημα ή μια κίνηση αιφνιδιασμού μπορεί να ανατρέψει την παρτίδα.

Μόνο που εδώ το διακύβευμα δεν είναι μια εμπορική συμφωνία ή το γόητρο ενός διαπραγματευτή, αλλά η σταθερότητα μιας ολόκληρης περιοχής, το κόστος της ενέργειας για τον πλανήτη και η προοπτική ενός νέου, πιο εκτεταμένου πολέμου.

Η παύση μοιάζει έτσι όχι με λύση, αλλά με την τελευταία προσπάθεια εξόδου χωρίς επίσημη παραδοχή ότι δεν υπήρξε καθαρή νίκη. Και αυτή η προσπάθεια μπορεί να αποδειχθεί ανεπαρκής αν το Ιράν, το Ισραήλ ή τρίτοι παίκτες κρίνουν ότι το επόμενο βήμα πρέπει να γίνει αλλού.

Δώρο στην Τεχεράνη


Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Ιράν -το καθεστώς, οι Φρουροί της Επανάστασης, ο κρατικός μηχανισμός και όχι ασφαλώς ο ιρανικός λαός- λαμβάνει ένα ανέλπιστο στρατηγικό δώρο από εκείνους που το βομβάρδισαν επί εβδομάδες. Πριν από την αμερικανική εμπλοκή, η Τεχεράνη δεν είχε προχωρήσει στο απόλυτο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, παρότι διέθετε τα μέσα να απειλήσει σοβαρά τη ναυσιπλοΐα.

Δεν το έκανε ούτε όταν ο ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης της χώρας έπεσε νεκρός από το πρώτο κύμα πληγμάτων. Σήμερα, όμως, γνωρίζει καλύτερα από ποτέ ότι τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι απλώς ένα θαλάσσιο πέρασμα. Είναι το σημαντικότερο πολιτικό-διπλωματικό εργαλείο που διαθέτει.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ δεν αποδέχονται δημόσια καμία συζήτηση που θα αναγνώριζε στο Ιράν θεσμικό ρόλο διαχείρισης της κομβικής αυτής περιοχής. Στην πράξη, όμως, οι δικές τους κινήσεις έχουν ενισχύσει ακριβώς αυτή την ιρανική βαρύτητα. Διότι ακόμη και αν ελέγξεις στρατιωτικά ένα τέτοιο σημείο, δεν είναι εύκολο να το διατηρήσεις για μακρό χρονικό διάστημα χωρίς να εντάξεις τελικά το Ιράν στην εξίσωση της επόμενης ημέρας.

Το Ορμούζ και η νήσος Χαργκ μπορεί να μετατραπούν σε πεδία επιχειρήσεων. Το διπλωματικό τους βάρος, ωστόσο, θα παραμένει ιρανικό. Το κόστος διατήρησης μιας τόσο κομβικής ζώνης υπό μόνιμο εξωτερικό έλεγχο είναι τεράστιο, δυσανάλογο και προκαλεί πολιτική φθορά.

Με άλλα λόγια, η Ουάσινγκτον, επιχειρώντας να τιθασεύσει τον χώρο, κατέληξε να αναβαθμίσει τη σημασία του Ιράν ως αναπόφευκτου παράγοντα. Αυτό το «χρίσμα» δεν ανήκει υποχρεωτικά στη σημερινή ιρανική ηγεσία. Ανήκει στη χώρα.

Η γεωγραφία της ανασφάλειας


Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην ιρανική ακτή. Στο Κουβέιτ, στο Κατάρ, στη Σαουδική Αραβία, σε ολόκληρο τον άξονα του Κόλπου, η ζημιά είναι τέτοια που ακόμη και οι πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις μιλούν για μακρά επιστροφή. Το Κουβέιτ είχε ήδη προειδοποιήσει ότι μπορεί να επαναφέρει μέρος της παραγωγής σε λίγες ημέρες, αλλά πλήρη αποκατάσταση σε ορίζοντα μηνών.

Αυτό συνέβη προτού γίνουν νέες επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές. Στο Κατάρ, το Ρας Λαφάν, ένας από τους πυλώνες της παγκόσμιας αγοράς LNG, δεν χρειάζεται να έχει ισοπεδωθεί πλήρως για να αλλάξει τις ενεργειακές ισορροπίες. Αρκεί να έχουν χτυπηθεί βασικοί πυρήνες ψύξης και επεξεργασίας για να παραταθεί για πολύ η απώλεια δυναμικότητας.

Η γεωγραφία του Κόλπου είναι τέτοια ώστε η ανασφάλεια μεταδίδεται ταχύτερα και από τα κύματα κρούσης. Μια επίθεση σε έναν τερματικό σταθμό ή σε ένα διυλιστήριο δεν επηρεάζει μόνο τον ιδιοκτήτη του.

Επηρεάζει ασφαλιστικά κόστη, ναυτιλιακές διαδρομές, χρονοδιαγράμματα φόρτωσης, διαθέσιμα πληρώματα, ανταλλακτικά, ακόμη και τη σειρά προτεραιότητας στα εργοστάσια που παράγουν τον απαιτούμενο εξοπλισμό. Γι’ αυτό και η επόμενη μέρα δεν είναι τεχνικά ουδέτερη. Είναι μια περίοδος στην οποία η ίδια η έννοια της περιφερειακής αξιοπιστίας θα δοκιμαστεί.

Ο Λίβανος ως αντάλλαγμα


Κι εδώ φτάνουμε στη δεύτερη μεγάλη διάσταση της επόμενης ημέρας, ίσως πιο πολιτική και πιο επικίνδυνη από την ενεργειακή. Αν η Ουάσινγκτον χρειάζεται μια εκεχειρία με την Τεχεράνη για να αποσυμπιέσει τον Κόλπο και να απομακρύνει το ενδεχόμενο μιας γενικευμένης κρίσης στην ενέργεια, τότε το Ισραήλ χρειάζεται κάτι άλλο για να αποδεχθεί αυτό το προσωρινό πάγωμα. Το «κάτι άλλο» φαίνεται πως είναι ο Λίβανος.

Η λογική που αναδύεται είναι σκληρή αλλά διακριτή: όπως στον προηγούμενο πόλεμο υπήρξαν άλλες παραχωρήσεις και σιωπηρές ανοχές για να ισορροπήσουν τα μέτωπα, έτσι και τώρα η Χεζμπολάχ εμφανίζεται ως το πιθανό νέο πεδίο ελευθερίας κινήσεων για το Ισραήλ. Με απλά λόγια, για να περιοριστούν ή να ανασταλούν τα πλήγματα προς την Τεχεράνη, το Τελ Αβίβ φαίνεται να λαμβάνει περισσότερο χώρο δράσης στον βόρειο άξονα.

Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα άμεση ολοκληρωτική εισβολή στον Λίβανο. Σημαίνει όμως κάτι ίσως πιο ρεαλιστικό και πιο διαρκές: ότι οι ισραηλινές επιχειρήσεις εκεί νομιμοποιούνται πολιτικά περισσότερο από πριν.

Αν αυτή η ανάγνωση είναι σωστή, τότε ο Λίβανος δεν είναι απλώς ένα παράπλευρο μέτωπο, είναι το αντάλλαγμα. Και ένα τέτοιο αντάλλαγμα κρύβει έναν σοβαρό κίνδυνο: να μετατραπεί η παύση του πολέμου με το Ιράν σε μονιμοποίηση ενός χαμηλής ή μέσης έντασης πολέμου στον Βορρά του Ισραήλ.

Για το Τελ Αβίβ αυτό έχει εσωτερική και στρατηγική λογική. Η Χεζμπολάχ παραμένει η πιο άμεση, πιο οργανωμένη και πιο επικίνδυνη προέκταση της ιρανικής ισχύος στην άμεση γειτονιά του. Αν η στιγμή προσφέρεται για αποδυνάμωσή της, το Ισραήλ δύσκολα θα την αφήσει να περάσει.

Από την αμερικανική σκοπιά, ο Λίβανος ίσως φαίνεται ως διαχειρίσιμο πεδίο σε σύγκριση με μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση στον Περσικό Κόλπο. Μόνο που αυτή η λογική συχνά παράγει το αντίθετο αποτέλεσμα: μεταφέρει την κρίση, δεν τη λύνει.

Η Χεζμπολάχ δεν είναι ένας παθητικός στόχος. Αν πιεστεί υπαρξιακά, μπορεί να επιχειρήσει να ανακτήσει τον ρόλο της μέσω κλιμάκωσης. Και τότε η εκεχειρία των 15 ημερών θα αποδειχθεί απλώς μια αναδιάταξη προτεραιοτήτων και όχι ουσιαστική αποκλιμάκωση. Ο πόλεμος δεν θα έχει τελειώσει. Θα έχει αλλάξει διεύθυνση.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Δείτε Επίσης