Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που ορισμένα τρόφιμα ή φάρμακα προκαλούν κνίδωση (φαγούρα), μια αλλεργική πάθηση που εκδηλώνεται με την εμφάνιση πομφών στο δέρμα. Οι πομφοί είναι προεξέχουσες, οιδηματωδεις πλάκες, συνήθως ωχρές στο κέντρο και ερυθρές στην περιφέρεια, οι οποίες έχουν διάφορες διαστάσεις και μορφές και προκαλούν διαφορετικού βαθμού κνησμό.
Όμως μας εξηγεί η δερματολόγος-αφροδισιολόγος Κατερίνα Λαμπρινοπούλου αυτές οι πλάκες είναι αποτέλεσμα απελευθέρωσης αγγειοδραστικών ουσιών, η έκκριση των οποίων διεγείρεται είτε από την IgE ανοσοσφαιρίνη είτε από φυσικούς εκλυτικούς παράγοντες.
Η κνίδωση χωρίζεται σε οξεία και χρόνια εφ’ όσον η εμφάνιση των βλαβών διαρκεί πάνω από 6 εβδομάδες. Στην τυπική εικόνα της κνίδωσης οι πομφοί έχουν συνήθως κυκλικό ή ωοειδές σχήμα, υποχωρούν εντός 24ωρών, μπορούν να εμφανιστούν σε διάφορα μέρη του σώματος και να συρρέουν σε πολυκυκλικούς σχηματισμούς. Στην οξεία κνίδωση οι βλάβες υποχωρούν σε 6 εβδομάδες συνήθως με αγωγή. Εάν οι βλάβες παραμένουν σταθερές άνω του 24ώρου μιλάμε για κνιδωτική αγγειίτιδα.
Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που η κνίδωση επεκτείνεται πέρα από το δέρμα, στον υποδόριο ιστό, οπότε μιλάμε για αγγειοοίδημα, με χαρακτηριστικό τη διόγκωση των βλεννογόνων όπως τα χείλη, τα βλέφαρα, η γλώσσα και ο λάρυγγας που εγκυμονεί κινδύνους απόφραξης των ανώτερων αεραγωγών.
Εκτός από τις τροφές και τα φάρμακα παράγοντες τόσο της κνίδωσης όσο και του αγγειοοιδηματος θεωρούνται διάφορα αλλεργιογόνα όπως λοιμώξεις, δήγματα ή νυγμοί αλλά και φυσικά αίτια όπως η άσκηση πίεσης στο δέρμα, το κρύο, η ζέστη, η άσκηση.
Για τη χρόνια μορφή της κνίδωσης συνήθως δεν ανευρίσκεται αιτιολογικός παράγοντας (80%-95% των ασθενών) και γι’ αυτό θεωρείται ιδιοπαθής νόσος δηλαδή δεν προκαλείται από αλλεργιογόνο ή φυσικό αίτιο αλλά οφείλεται σε αυτοαντισώματα κατά των IgE ανοσοσφαιρινών ή κατά των υποδοχέων αυτών, τονίζει η κ. Λαμπρινοπούλου. Στο υπόλοιπο ποσοστό των ασθενών με χρόνια μορφή κνίδωσης υπεύθυνοι παράγοντες για τη νόσο θεωρούνται διάφορες εισπνεόμενες ουσίες (σκόνη, γύρη, τρίχωμα ζώων), ουσίες που λαμβάνονται από το στόμα (τροφές, φάρμακα), ενέσιμες ουσίες και δήγματα εντόμων, λοιμώξεις (βακτηριακές ή ιογενείς) καθώς και συστηματικά νοσήματα όπως οι θυρεοειδοπάθειες και ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος. Όταν δεν προκύπτει κάποια σαφής αιτία πρέπει να γίνονται εξετάσεις αίματος (γενική αίματος, βιοχημικός έλεγχος και έλεγχος αντισωμάτων) για αποκλεισμό νόσων συστηματικών ή μη.