Η μαζικότητα με την οποία οι καταναλωτές στρέφονται τα τελευταία χρόνια στις πατροπαράδοτες τεχνικές θέρμανσης με ξύλα, έχει ανοίξει την όρεξη στους επιτήδειους που διακινούν στο εμπόριο ακατάλληλα προϊόντα. Πρακτικές όπως «βρέχω τα καυσόξυλα» για να αυξηθεί το βάρος ή κλοπές στο ζύγι είναι από τις πιο συνηθισμένες με αποτέλεσμα το υπουργείο Ανάπτυξης να αλλάξει τον αγορανομικό νόμο ώστε η διακίνηση των ξύλων να γίνει με βάση το κυβικό μέτρο και όχι το βάρος. Και πάλι όμως τα προβλήματα δεν εκλείπουν αφού η ποιότητα του ξύλου είναι ένας καθοριστικός παράγοντας για ορθή και υγιεινή χρήση. Η πλειοψηφία των ξύλων που διακινείται στο εμπόριο είναι εισαγωγής από τις χώρες των Βαλκανίων και κυρίως τη Βουλγαρία ενώ η απουσία επαρκών ελέγχων διευκολύνει την διακίνηση στην αγορά χαμηλής ποιότητας υλικών. Η μεγάλη ζήτηση έχει εκτινάξει το κόστος του ξύλου το οποίο ανά περιοχή διαφοροποιείται αισθητά. Στην Αττική πέρσι ο τόνους πωλούνταν έως και 200 ευρώ ενώ στην Θεσσαλονίκη 140 ευρώ. Σε περιοχές όπως η Φλώρινα οι τιμές ήταν κάτω από τα 100 ευρώ.
Καθηλωτικές εμπειρίες σε έναν εμβληματικό προορισμό που φέρνουν τους ανθρώπους πιο κοντά και επαναπροσδιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο βιώνουν την ψυχαγωγία και την απόλαυση, έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν τα μέλη της κοινότητας του Ploom*.
Σήμερα, οι επιχειρήσεις δεν αναζητούν απλώς θεωρητικές γνώσεις, αλλά ανθρώπους που μπορούν να ενταχθούν άμεσα στην παραγωγή, να χειριστούν σύγχρονες τεχνολογίες και να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις ενός περιβάλλοντος που αλλάζει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς