Εμείς και η νέα εποχή στις ΗΠΑ
Μια ενδιαφέρουσα ανάγνωση των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών, στις οποίες ο Τραμπ υπέστη καταφανώς μια συντριπτική ήττα, είναι ότι οι Αμερικανοί ψηφοφόροι έστειλαν ένα ξεκάθαρο μήνυμα αποδοκιμασίας, αλλά δεν έδωσαν απαραιτήτως εντολή για μια νέα πολιτική εποχή
Σίγουρα βέβαια εξέφρασαν την απόρριψη της σημερινής διακυβέρνησης, γεγονός που σημαίνει ότι ο πρόεδρος εισέρχεται σε μια δύσκολη διετία, έχοντας χάσει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και βλέποντας να ξεκινά η μάχη της διαδοχής του.
Από την άλλη πλευρά, η νίκη των Δημοκρατικών δεν προεξοφλεί την επιστροφή τους στον Λευκό Οίκο το 2028, θα χρειαστούν έναν ηγέτη που θα μπορεί να ενώσει τις διαφορετικές πτέρυγες και να απευθυνθεί πέρα από την παραδοσιακή εκλογική τους βάση.
Πάντως η κύρια πολιτική διαπίστωση είναι ότι η Αμερική μπαίνει στην εποχή της «μετα-Τραμπ» πολιτικής πριν ακόμη ολοκληρωθεί η προεδρία του. Και το πιο ενδιαφέρον ερώτημα είναι αν το 2028 θα αποτελέσει μια αναμέτρηση ανάμεσα σε δύο νέες πολιτικές προτάσεις ή απλώς τη συνέχεια της βαθιάς πόλωσης που χαρακτηρίζει την αμερικανική κοινωνία την τελευταία δεκαετία.
Η μεγάλη εκλογική ανατροπή που συντελέσθηκε την προηγούμενη Τρίτη μπορεί να αποδειχθεί όχι το τέλος μιας πολιτικής περιόδου, αλλά η αρχή μιας πολύ ευρύτερης αναδιάταξης του αμερικανικού πολιτικού συστήματος.
Η ανάκτηση και των δύο Σωμάτων του Κογκρέσου από τους Δημοκρατικούς δημιουργεί σοβαρούς περιορισμούς στους Ρεπουμπλικανούς. Από τον Ιανουάριο του 2027 η νέα πλειοψηφία θα μπορεί να εμποδίζει νομοθετικές πρωτοβουλίες, να διεξάγει κοινοβουλευτικές έρευνες, να ελέγχει κυβερνητικές αποφάσεις και να δυσκολεύει τις επιλογές του προέδρου για σημαντικές θέσεις της ομοσπονδιακής διοίκησης. Δεν θα μπορεί, ωστόσο, να επιβάλλει ανεμπόδιστα τη δική της πολιτική, καθώς ο πρόεδρος διατηρεί το βέτο.
Στην εξωτερική πολιτική ο Τραμπ θα εξακολουθήσει να διαθέτει σημαντικές αρμοδιότητες. Ομως, οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να ασκούν πίεση μέσω του προϋπολογισμού, της εποπτείας και των διαδικασιών έγκρισης κυβερνητικών διορισμών.
Ετσι, λοιπόν, η επόμενη διετία ενδέχεται να εξελιχθεί σε περίοδο έντονης θεσμικής σύγκρουσης, με περιορισμένες δυνατότητες μεγάλων νομοθετικών αλλαγών. Οι δύο παρατάξεις αντιμετωπίζουν διαφορετικές εκδοχές του ίδιου προβλήματος. Οι Ρεπουμπλικανοί πρέπει να αποφασίσουν αν ο τραμπισμός μπορεί να επιβιώσει χωρίς τον ιδρυτή του και ποια από τις αντιφατικές πλευρές του θα κυριαρχήσει. Οι Δημοκρατικοί πρέπει να αποδείξουν ότι μπορούν να μετατρέψουν τη δυσαρέσκεια κατά του Τραμπ σε μια θετική, συνεκτική πολιτική πρόταση.
Στη μία πλευρά, η πιθανή αντιπαράθεση Βανς και Ρούμπιο αφορά το μέλλον του αμερικανικού εθνικισμού και τη θέση των ΗΠΑ στον κόσμο. Στην άλλη, η αντιπαράθεση ανάμεσα στους μετριοπαθείς και την προοδευτική Αριστερά αφορά τον ρόλο του κράτους στην οικονομία, στην κοινωνική πολιτική και τη σχέση της Αμερικής με τις διεθνείς συγκρούσεις.
Οσον αφορά τις αγορές, νομίζω ότι πρόκειται περισσότερο για αφορμή μιας εδώ και μήνες προαναγγελθείσας διόρθωσης που έχει ανάγκη το σύστημα, παρά ενός πραγματικού φόβου ότι οι Δημοκρατικοί με τις πολιτικές τους θα εναντιωθούν στις επενδύσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης. Μέλλει βέβαια να αποδειχθεί τι θα γίνει.
Στα δικά μας, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ήττα του Τραμπ στις ενδιάμεσες εκλογές ανατρέπει τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή και δημιουργεί για την Ελλάδα ευκαιρίες και κινδύνους. Το Ισραήλ κινδυνεύει να χάσει μέρος της προνομιακής σχέσης του με τις ΗΠΑ, ενώ η Τουρκία, παρά την ικανοποίησή της για την αποδυνάμωση του Νετανιάχου, βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πολύ πιο δύσκολο Κογκρέσο, που μπορεί να μπλοκάρει τις επιδιώξεις της για τα F-35.
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή είναι διπλής ανάγνωσης. Η αποδυνάμωση της προσωπικής σχέσης Τραμπ - Ερντογάν είναι θετική, αλλά η πιθανή υποβάθμιση του στρατηγικού άξονα ΗΠΑ - Ισραήλ - Ελλάδας - Κύπρου είναι αρνητική.
Το καθοριστικό ζήτημα, ωστόσο, είναι το Ιράν. Μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει ολόκληρη την περιοχή, να επιδεινώσει την ενεργειακή κρίση και να πλήξει την ευρωπαϊκή οικονομία.
Επομένως, η Ελλάδα δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να επενδύει αποκλειστικά ούτε στον Τραμπ ούτε στο Ισραήλ, αλλά στη δική της αυτοτελή στρατηγική αξία για τις ΗΠΑ και την ισχυρή διακομματική υποστήριξη στο Κογκρέσο.
Η Αθήνα πιθανώς θα πρέπει να προετοιμαστεί για μια Ανατολική Μεσόγειο όπου οι παλιές συμμαχίες δεν θα έχουν απαραίτητα την ίδια ισχύ και οι γεωπολιτικές ισορροπίες θα είναι περισσότερο ρευστές. Ολα αυτά, για να μην ξεχνιόμαστε, απαιτούν μια «κανονική κυβέρνηση», που να μπορεί να παίρνει άμεσα αποφάσεις και να χαράσσει στρατηγική εξωτερικής πολιτικής με λεπτές και συχνά εναλλασσόμενες ισορροπίες. Το ερώτημα είναι αν εμείς θα την έχουμε και με ποιον πρωθυπουργό από την άνοιξη και μετά.
Από την άλλη πλευρά, η νίκη των Δημοκρατικών δεν προεξοφλεί την επιστροφή τους στον Λευκό Οίκο το 2028, θα χρειαστούν έναν ηγέτη που θα μπορεί να ενώσει τις διαφορετικές πτέρυγες και να απευθυνθεί πέρα από την παραδοσιακή εκλογική τους βάση.
Πάντως η κύρια πολιτική διαπίστωση είναι ότι η Αμερική μπαίνει στην εποχή της «μετα-Τραμπ» πολιτικής πριν ακόμη ολοκληρωθεί η προεδρία του. Και το πιο ενδιαφέρον ερώτημα είναι αν το 2028 θα αποτελέσει μια αναμέτρηση ανάμεσα σε δύο νέες πολιτικές προτάσεις ή απλώς τη συνέχεια της βαθιάς πόλωσης που χαρακτηρίζει την αμερικανική κοινωνία την τελευταία δεκαετία.
Η μεγάλη εκλογική ανατροπή που συντελέσθηκε την προηγούμενη Τρίτη μπορεί να αποδειχθεί όχι το τέλος μιας πολιτικής περιόδου, αλλά η αρχή μιας πολύ ευρύτερης αναδιάταξης του αμερικανικού πολιτικού συστήματος.
Η ανάκτηση και των δύο Σωμάτων του Κογκρέσου από τους Δημοκρατικούς δημιουργεί σοβαρούς περιορισμούς στους Ρεπουμπλικανούς. Από τον Ιανουάριο του 2027 η νέα πλειοψηφία θα μπορεί να εμποδίζει νομοθετικές πρωτοβουλίες, να διεξάγει κοινοβουλευτικές έρευνες, να ελέγχει κυβερνητικές αποφάσεις και να δυσκολεύει τις επιλογές του προέδρου για σημαντικές θέσεις της ομοσπονδιακής διοίκησης. Δεν θα μπορεί, ωστόσο, να επιβάλλει ανεμπόδιστα τη δική της πολιτική, καθώς ο πρόεδρος διατηρεί το βέτο.
Στην εξωτερική πολιτική ο Τραμπ θα εξακολουθήσει να διαθέτει σημαντικές αρμοδιότητες. Ομως, οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να ασκούν πίεση μέσω του προϋπολογισμού, της εποπτείας και των διαδικασιών έγκρισης κυβερνητικών διορισμών.
Ετσι, λοιπόν, η επόμενη διετία ενδέχεται να εξελιχθεί σε περίοδο έντονης θεσμικής σύγκρουσης, με περιορισμένες δυνατότητες μεγάλων νομοθετικών αλλαγών. Οι δύο παρατάξεις αντιμετωπίζουν διαφορετικές εκδοχές του ίδιου προβλήματος. Οι Ρεπουμπλικανοί πρέπει να αποφασίσουν αν ο τραμπισμός μπορεί να επιβιώσει χωρίς τον ιδρυτή του και ποια από τις αντιφατικές πλευρές του θα κυριαρχήσει. Οι Δημοκρατικοί πρέπει να αποδείξουν ότι μπορούν να μετατρέψουν τη δυσαρέσκεια κατά του Τραμπ σε μια θετική, συνεκτική πολιτική πρόταση.
Στη μία πλευρά, η πιθανή αντιπαράθεση Βανς και Ρούμπιο αφορά το μέλλον του αμερικανικού εθνικισμού και τη θέση των ΗΠΑ στον κόσμο. Στην άλλη, η αντιπαράθεση ανάμεσα στους μετριοπαθείς και την προοδευτική Αριστερά αφορά τον ρόλο του κράτους στην οικονομία, στην κοινωνική πολιτική και τη σχέση της Αμερικής με τις διεθνείς συγκρούσεις.
Οσον αφορά τις αγορές, νομίζω ότι πρόκειται περισσότερο για αφορμή μιας εδώ και μήνες προαναγγελθείσας διόρθωσης που έχει ανάγκη το σύστημα, παρά ενός πραγματικού φόβου ότι οι Δημοκρατικοί με τις πολιτικές τους θα εναντιωθούν στις επενδύσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης. Μέλλει βέβαια να αποδειχθεί τι θα γίνει.
Στα δικά μας, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ήττα του Τραμπ στις ενδιάμεσες εκλογές ανατρέπει τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή και δημιουργεί για την Ελλάδα ευκαιρίες και κινδύνους. Το Ισραήλ κινδυνεύει να χάσει μέρος της προνομιακής σχέσης του με τις ΗΠΑ, ενώ η Τουρκία, παρά την ικανοποίησή της για την αποδυνάμωση του Νετανιάχου, βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πολύ πιο δύσκολο Κογκρέσο, που μπορεί να μπλοκάρει τις επιδιώξεις της για τα F-35.
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή είναι διπλής ανάγνωσης. Η αποδυνάμωση της προσωπικής σχέσης Τραμπ - Ερντογάν είναι θετική, αλλά η πιθανή υποβάθμιση του στρατηγικού άξονα ΗΠΑ - Ισραήλ - Ελλάδας - Κύπρου είναι αρνητική.
Το καθοριστικό ζήτημα, ωστόσο, είναι το Ιράν. Μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει ολόκληρη την περιοχή, να επιδεινώσει την ενεργειακή κρίση και να πλήξει την ευρωπαϊκή οικονομία.
Επομένως, η Ελλάδα δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να επενδύει αποκλειστικά ούτε στον Τραμπ ούτε στο Ισραήλ, αλλά στη δική της αυτοτελή στρατηγική αξία για τις ΗΠΑ και την ισχυρή διακομματική υποστήριξη στο Κογκρέσο.
Η Αθήνα πιθανώς θα πρέπει να προετοιμαστεί για μια Ανατολική Μεσόγειο όπου οι παλιές συμμαχίες δεν θα έχουν απαραίτητα την ίδια ισχύ και οι γεωπολιτικές ισορροπίες θα είναι περισσότερο ρευστές. Ολα αυτά, για να μην ξεχνιόμαστε, απαιτούν μια «κανονική κυβέρνηση», που να μπορεί να παίρνει άμεσα αποφάσεις και να χαράσσει στρατηγική εξωτερικής πολιτικής με λεπτές και συχνά εναλλασσόμενες ισορροπίες. Το ερώτημα είναι αν εμείς θα την έχουμε και με ποιον πρωθυπουργό από την άνοιξη και μετά.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα