Ένα ακόμη βήμα υπονόμευσης της αξιοπιστίας του ΝΑΤΟ και της αμερικανικής εγγύησης για την ασφάλεια της Ευρώπης αποτελεί η απόφαση του Αμερικανού προέδρου για
απόσυρση 5.000 Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία, μια απόφαση η οποία έρχεται μετά από μια σειρά επεισοδίων που θέτουν σε σκληρή δοκιμασία τη διατλαντική σχέση.
Μια κρίση η οποία όμως υπονομεύει τελικά και τα στρατηγικά συμφέροντα και της ίδιας της Ουάσιγκτον.
Κυρίως όμως, η απόφαση αυτή, που ήρθε ως
«τιμωρία» προς το Βερολίνο
λόγω των διαφορετικών εκτιμήσεων που εξέφρασε ο καγκελάριος Μερτς για τον πόλεμο εναντίον του Ιράν, στέλνει ένα λάθος μήνυμα και προς τον πρόεδρο Πούτιν, σε μια στιγμή που ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι σε κρίσιμη καμπή: ότι οι ΗΠΑ υλοποιούν στην πράξη το δόγμα Τραμπ για αποστασιοποίηση από την αμερικανική εγγύηση για την ασφάλεια της Ευρώπης και για στήριξη των Ευρωπαίων συμμάχων αλλά και της Ουκρανίας.
Η διατλαντική σχέση
πλήττεται από τις επιλογές του προέδρου Τραμπ, καθώς μετά το επεισόδιο της
Γροιλανδίας, τις επιθετικές και προσβλητικές δηλώσεις για τους συμμάχους, τις απειλές για αντίμετρα εναντίον όσων δεν ακολούθησαν τις επιλογές του για επίθεση στο Ιράν, η χρήση των δασμών ως εργαλείο εκβιασμού των συμμάχων δημιουργεί ένα εξαιρετικά δυστοπικό περιβάλλον στην Ευρώπη.
Ευρωπαϊκή αφύπνιση με υψηλό κόστος
Η αφύπνιση που έχει προκαλέσει το
νέο αυτό δόγμα Τραμπ κινητοποιεί τους Ευρωπαίους για την ανάπτυξη του
ευρωπαϊκού βραχίονα του ΝΑΤΟ. Όμως αυτή είναι μια μακρά και δύσκολη διαδικασία και απαιτεί τεράστιους πόρους από οικονομίες οι οποίες τώρα αντιμετωπίζουν και πάλι συμπτώματα κρίσης λόγω και του πολέμου στο
Ιράν.
Οι επιθέσεις του προέδρου Τραμπ εναντίον της Γερμανίας, της Ισπανίας, της Βρετανίας αλλά και ακόμη και της Ιταλίας, παρά τη μέχρι πρότινος άριστη προσωπική σχέση με την πρωθυπουργό Μελόνι, δεν είναι απλές αντιδράσεις της στιγμής, αλλά κρύβουν μια βαθύτερη επιλογή, η οποία είχε εκδηλωθεί ήδη από την πρώτη θητεία Τραμπ, όταν αμφισβήτησε το ίδιο το ΝΑΤΟ με πρόσχημα τη χαμηλή συνεισφορά των Ευρωπαίων συμμάχων στην κοινή άμυνα.
Όταν όμως, οκτώ χρόνια μετά, οι χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ στην πλειοψηφία τους έχουν πετύχει τον στόχο του 2% στις αμυντικές δαπάνες και έχουν θέσει πλέον ως στόχο και εργάζονται σε αυτή την κατεύθυνση, την αύξησή τους στο 5%, το πρόσχημα αυτό έχει αφαιρεθεί από τον πρόεδρο Τραμπ.
Αναλυτές στην Ουάσιγκτον κάνουν λόγο για μια στροφή που θέλει να κάνει η πολιτική Τραμπ προς την Ασία και την Κίνα αλλά και το «Δυτικο Ημισφαιριο». Όμως η εγκατάλειψη του μετώπου της Ρωσίας, η υποτίμηση της συμμαχίας του ΝΑΤΟ και τα ανοιχτά μέτωπα που παραμένουν στη
Μέση Ανατολή, επηρεάζοντας την παγκόσμια οικονομία αλλά και την οικονομική κατάσταση των ΗΠΑ, είναι προκλήσεις που δεν μπορεί να διαγραφούν και να παρακαμφθούν.
Η απόφαση για αποχώρηση 5.000 Αμερικανών στρατιωτών από τους περίπου 36.000 που σταθμεύουν στη Γερμανία είναι εντελώς ασαφής ακόμη, καθώς δεν έχει γίνει γνωστό ποια δύναμη ακριβώς θα αποσυρθεί, εάν θα μετεγκατασταθεί σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, ή εάν θα ακολουθήσει αποχώρηση πρόσθετων δυνάμεων. Και κυρίως, εάν η απόφαση αυτή αφορά και την εγκατάλειψη του σχεδίου που είχε εγκριθεί από τον πρόεδρο Μπάιντεν για εγκατάσταση στη Γερμανία πυραύλων Tomahawk, με ένα τάγμα που θα αναλάβει τον χειρισμό του πυραυλικού συστήματος.
Η απόσυρση 5.000 ανδρών θα μπορούσε να θεωρηθεί μια συμβολική κίνηση, εάν δεν συνδεθεί με συγκεκριμένες μονάδες,
και ειδικά αυτές που συνδέονται με τους Tomahawk και άλλες ευαίσθητες για την ευρωπαϊκή άμυνα εγκαταστάσεις.
Για τη Γερμανία, οι Tomahawk θα αποτελούν τη μοναδική προς το παρόν ισχυρή αποτροπή έναντι της Ρωσίας, καθώς το Βερολίνο δεν διαθέτει δικούς του πυραύλους ισχυρούς ώστε να σταθούν απέναντι στους ρωσικούς υπερηχητικούς πυραύλους, τους οποίους η Μόσχα δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει εναντίον της Ουκρανίας, περισσότερο ως «φόβητρο» για τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Δεν είναι τυχαίο πάντως ότι ο πρόεδρος Πούτιν είχε ζητήσει να ακυρωθεί η μεταφορά και εγκατάσταση αμερικανικών πυραύλων στο γερμανικό έδαφος, δηλώνοντας ότι αυτό αποτελεί απειλή για τη Ρωσία, τη στιγμή βεβαίως που το ρωσικό πυραυλικό οπλοστάσιο έχει μετακινηθεί στο Καλίνινγκραντ, απειλώντας έως και τις χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης.
«Η μεγαλύτερη απειλή για τη διατλαντική κοινότητα δεν είναι οι εξωτερικοί της εχθροί, αλλά η συνεχιζόμενη αποσύνθεση της συμμαχίας μας», δήλωσε ο πρωθυπουργός της Πολωνίας
Ντόναλντ Τουσκ προσθέτοτνς ότι
«πρέπει όλοι να κάνουμε ό,τι χρειάζεται για να αντιστρέψουμε αυτή την καταστροφική τάση».
Η αντιστροφή της δύσκολης πραγματικότητας απαιτεί όμως μεγάλη αύξηση των αμυντικών δαπανών από τα μέλη του ΝΑΤΟ, ενίσχυση της παραγωγής όπλων, επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες και στενότερη συνεργασία.
Τα τρέχοντα σχέδια προβλέπουν τον διπλασιασμό των αμυντικών δαπανών της Ευρώπης, φθάνοντας το 2030 τα 750 δισ. δολάρια, αλλά η αξιοποίησή τους απαιτεί και μια μεγάλη αλλαγή νοοτροπίας, ώστε να ξεπεραστούν οι προστατευτισμοί που προωθούν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για τις εθνικές αμυντικές βιομηχανίες τους, ώστε να εξασφαλιστούν υψηλά επίπεδα συνεργασίας στην παραγωγή αλλά και στις προμήθειες ολικών συστημάτων.
Ενδεικτική είναι η απειλή κατάρρευσης του σχεδίου για την κατασκευή ευρωπαϊκού μαχητικού 6ης γενιάς λόγω της σύγκρουσης των γαλλικών και των γερμανικών εταιρειών, ενώ η σημαντική υστέρηση σε συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας δημιουργεί ένα σημαντικό κενό ασφαλείας, καθώς το ζήτημα αυτό έχει εναποτεθεί στις προμήθειες πυραύλων από τις ΗΠΑ. Μια προβληματική κατάσταση, και λόγω των επιλογών Τραμπ αλλά και της σημαντικής μείωσης των αποθεμάτων στις ΗΠΑ μετά τον πόλεμο στο Ιράν.
Οι κινήσεις υπονόμευσης του
ΝΑΤΟ όμως τελικά αποτελούν πλήγμα και για την ίδια την αξιοπιστία των ΗΠΑ ως παγκόσμιας δύναμης, καθώς είναι σαφές ότι ένας τέτοιος παγκόσμιος ρόλος δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί χωρίς τη συμβολή της Ευρώπης. Τελευταίο δείγμα, ο πόλεμος στο Ιράν, όπου η γιγαντιαία πολεμική κινητοποίηση των ΗΠΑ δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την απρόσκοπτη χρήση των μεγάλων βάσεων που διαθέτουν στην Ευρώπη.
Οι βάσεις των ΗΠΑ και η χρήση διευκολύνσεων που τους παρέχονται στη Γερμανία με την αεροπορική βάση Ramstein, στην Ιταλία (Sigonella), στην Πορτογαλία (Lajes), στην Ισπανία (Rota), στην Ελλάδα (Σούδα και Λάρισα), στη Βρετανία (RAF Mildenhall), αλλά και στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία, ήταν καθοριστικές για την πολεμική επιχείρηση των ΗΠΑ στο Ιράν και αποδείχθηκε ότι είναι πλήρως ενσωματωμένες στην αμερικανική στρατηγική και αποτελούν τη βάση για την επιχειρησιακή προβολή ισχύος της CENTCOM.
Οι βάσεις αυτές είχαν ρόλο κόμβων ανεφοδιασμού στον αέρα, σημείων μεταστάθμευσης, logistics και επιχειρήσεων Πληροφοριών, Επιτήρησης και Αναγνώρισης (ISR - Intelligence, Surveillance, Reconnaissance) μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Πιθανόν ο Τραμπ θεωρεί ότι με την αποδυνάμωση του ΝΑΤΟ και της αμερικανικής εμπλοκής στην ασφάλεια της Ευρώπης τιμωρεί τους Ευρωπαίους που δεν συμμερίζονται και δεν στηρίζουν τις επιλογές του, οι οποίες φυσικά λαμβάνονται χωρίς να ερωτηθούν.
Τελικά όμως, με αυτή την τακτική «πυροβολεί τα ίδια τα πόδια» της αμερικανικής στρατηγικής ισχύος και την προβολή της στον μεγάλο χώρο της Ευρασίας και στη Μέση Ανατολή.