Μετά τις δύο τελευταίες αναρτήσεις μου για τα λαμόγια που μας περιβάλλουν, ιδού και μια επιστολή διαμαρτυρίας που γράφτηκε σε εφημερίδα του 1930 από κάποιον αφελή. Είναι γραμμένη με τρεμουλιαστό γράψιμο και έχει γενικά από άποψης χαρτιού και φακέλου μια άθλια εμφάνιση:
«Αξιότιμε Κύριε,
Άδικα καταφέρεστε κατά των καταχραστών υπαλλήλων. Πολύ καλά έκαναν οι άνθρωποι. Και αυτό είμαι σε θέση να σας το βεβαιώσω εγώ, που υπήρξα σαράντα χρόνια δημόσιος υπάλληλος.
Παρακαλώ ακούστε πρώτα και μετά κρίνατε. Είχα την ηλιθιότητα σχεδόν για μισό αιώνα να υπηρετήσω αυτό το κράτος τίμια και ευσυνείδητα. Δεν το γράφω για να καυχηθώ, γιατί είναι γελοίο να καμαρώνει κανένας για την κουταμάρα του. Αλλά έτσι είναι. Φαίνεται πως γεννήθηκα κουτός.
Νόμιζα πως για να προκόψει κανείς σε αυτό τον κόσμο, για να έχει την υπόληψη των ανθρώπων, και να τον ευλογούν μια μέρα τα παιδιά του, πρέπει να ζήσει τίμια την ζωή του. Και τράβηξα μπροστά!
Και σε μένα παρουσιάστηκαν, στην μακρόχρονη υπηρεσία μου, χίλιες περιστάσεις για να πλουτίσω, να αποκτήσω μέγαρα, να γίνω μέγας και πολύς. Δεν το έκανα. Προσπάθησα πάντα, με χίλια δύο βάσανα, να τα φέρνω γύρω όπως-όπως με τον πενιχρό μισθό που έπαιρνα, και έφυγα από την Υπηρεσία φτωχός μεν, μα με το μέτωπο καθαρό.
Κλείσιμο
Δεν μου λέτε, παρακαλώ, τί κέρδισα; Κανένας δεν μου είπε ποτέ «ευχαριστώ». Το Κράτος, μια μέρα, όπως πετάνε στο σκυλί ένα ξεροκόμματο, μου πέταξε και εμένα μια ψωροσύνταξη, που δεν μου φτάνει ούτε για το ψωμί των παιδιών μου, και με έστειλε στο σπίτι μου.
Αυτό ήταν το «ευχαριστώ» του Κράτους για την τιμιότητά μου, την στιγμή που οι άλλοι που το κλέβανε είχανε όλες τις τιμές του και τις περιποιήσεις του.
Έλεγα, τουλάχιστον, πως θα είχα την υπόληψη του κόσμου. Πέτυχα και σε αυτό! Κανένας δεν καταδέχεται να με κοιτάξει. Με βλέπουνε όλοι σαν ένα ψωριάρικο σκυλί. Τις χαιρετούρες και τον σεβασμό του κόσμου τις έχουνε εκείνοι που στείλανε την τιμιότητα τους περίπατο, τότε που δουλεύαμε μαζί στην ίδια Υπηρεσία...
Μου απόμενε μονάχα η παρηγοριά πως τα παιδιά μου θα με ευλογούνε, που τους αφήνω ένα τίμιο όνομα. Εδώ και αν είναι που πέτυχα! Με βλαστημάνε μέρα και νύχτα. Γι’ αυτά είμαι ο ανίκανος, ο γρουσούζης που δεν στάθηκα ικανός, σαν τους άλλους γονιούς, να τους εξασφαλίσω το μέλλον τους. Τους ακούω να μου λένε συνέχεια «καλύτερα να μας άφηνες πέντε παράδες, παρά να μας αφήσεις το τίμιο όνομά σου»!
Αυτά, λοιπόν, είναι ο, τι κέρδισα ύστερα από σαράντα χρόνια ευδόκιμης υπηρεσίας...
Όταν πεθάνω ας γράψουν πάνω στον σταυρό μου «Εδώ αναπαύεται ένας κουτός που υπηρέτησε για σαράντα χρόνια τίμια την Πατρίδα του».
Με πολλή ντροπή
Ένας απόμαχος»
Τι να προσθέσω τώρα εγώ; Αυτά έγραφε μια εφημερίδα του 1930 ή μήπως ήταν του 2025 και έκανα λάθος;
Θωμάς Σιταράς, Αθηναιογράφος- Συγγραφέας, FB: Σιταράς Θωμάς
Η πραγματική ανανέωση ξεκινά εκεί όπου σώμα και μυαλό κάνουν reset, φορτίζουν μπαταρίες και ξαναβρίσκουν τον ρυθμό τους. Και κάπως έτσι, οι χειμερινές εκπτώσεις της Dunlopillo αποκτούν ξαφνικά νόημα, πολύ πιο ουσιαστικό από μια απλή αγορά.