Παυλόπουλος: Μνήμες και διδάγματα από το Ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων

Παυλόπουλος: Μνήμες και διδάγματα από το Ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων

Η ομιλία πραγματοποιήθηκε στην Θεσσαλονίκη με πρωτοβουλία της Ισραηλιτικής Κοινότητας - Ομιλία και στην Αίγινα  για τον Ιωάννη Καποδίστρια

Παυλόπουλος: Μνήμες και διδάγματα από το Ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων
Για το ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων μίλησε  ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ακαδημαϊκός και επίτιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Προκόπης Παυλόπουλος. Η ομιλία πραγματοποιήθηκε   στην Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο της εκδήλωσης για την "ημέρα μνήμης" που οργάνωσε η Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης και ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:

«Με αισθήματα ύψιστης τιμής και ανείπωτης συγκίνησης βρίσκομαι σήμερα εδώ, μαζί σας, κατά την Ημέρα Μνήμης των Ελλήνων Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος αποτίοντας, για μιαν ακόμη φορά, τον οφειλόμενο φόρο τιμής στην Ιερή Μνήμη των Συμπατριωτών μας Εβραίων της Θεσσαλονίκης, τραγικών θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Και η συγκίνησή μου αυτή εντείνεται περισσότερο όταν γυρίζω πίσω στον χρόνο για να θυμηθώ ότι ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας υπέγραψα, την 29η Δεκεμβρίου 2017, το διάταγμα για την ανέγερση του εμβληματικού Εβραϊκού Μουσείου Ολοκαυτώματος, του δεύτερου από πλευράς μεγέθους και συμβολισμών Μουσείου αυτής της μορφής παγκοσμίως. Το οποίο σύντομα θα ολοκληρωθεί και θα εκπέμπει ακτινοβολία μνήμης και διδαχής, προκειμένου να μας καθοδηγεί ως φάρος εκπλήρωσης ενός αυτονόητου και διαχρονικού χρέους απέναντι στον Άνθρωπο και στην Ανθρωπότητα, όπως θα εκθέσω στην συνέχεια διεξοδικότερα.

Η ιστορική διαδρομή της Εβραϊκής Κοινότητας Θεσσαλονίκης
Ξεκινώ από την, ουσιαστικώς αυτονόητη, επισήμανση ότι η ανέγερση του Εβραϊκού Μουσείου Ολοκαυτώματος στην Θεσσαλονίκη συνιστά πράξη απόδοσης ιστορικής δικαιοσύνης, αν αναλογισθούμε ότι τα φρικτά πάθη των Ελλήνων Εβραίων της Θεσσαλονίκης κατά την διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου είναι μία μικρογραφία του συνολικού Ολοκαυτώματος των Εβραίων, ως του ειδεχθέστερου εγκλήματος κατά της Ανθρωπότητας. Και αυτό επιβάλλει, και στο πλαίσιο της σημερινής εκδήλωσης, μία σύντομη αναδρομή στην πορεία εξέλιξης της Εβραϊκής Κοινότητας της Θεσσαλονίκης, αφότου άρχισε να εγκαθίσταται σε αυτή την Πόλη που εδώ και χιλιετίες διαγράφει την λαμπρή ιστορική πορεία της εντός του ευρύτερου γεωγραφικού χώρου της μίας και αυθεντικής Ελληνικής Μακεδονίας.

Οι ρίζες της Εβραϊκής Κοινότητας της Θεσσαλονίκης χάνονται στα βάθη των αιώνων. Πιθανότατα δε οι πρώτοι Εβραίοι εγκαταστάθηκαν στην Θεσσαλονίκη επί Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας προ Χριστού. Όμως τα γνωστά ιστορικά τεκμήρια ως προς την Κοινότητα αυτή ανατρέχουν στους πρώτους Μεταχριστιανικούς χρόνους, κατά την περίοδο της ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οπότε και στην Εβραϊκή Κοινότητα Θεσσαλονίκης είχε εκχωρηθεί από τους Ρωμαίους ένα καθεστώς σχετικώς ευρείας διοικητικής αλλά και θρησκευτικής αυτονομίας. Περί το 1160, στην Μεσοβυζαντινή Θεσσαλονίκη είχαν εγκατασταθεί 500 Εβραίοι. Το 1376 παρατηρείται η πρώτη ομαδική εγκατάσταση στην Θεσσαλονίκη των Εβραίων Ασκεναζίμ, προερχόμενων κυρίως από την Ουγγαρία και την Γερμανία αρχικώς, αλλά και από την Προβηγκία, την Ιταλία και την Σικελία στην συνέχεια. Ένα πολύ μεγαλύτερο ρεύμα εγκατάστασης Εβραίων στην Θεσσαλονίκη εμφανίζεται μετά το 1492. Όταν λόγω των εναντίον τους διωγμών, από τους βασιλείς της Ισπανίας Φερδινάνδο και Ισαβέλλα, φθάνουν από εκεί –αλλά και από την Πορτογαλία ύστερα- στην Θεσσαλονίκη πάνω από 15.000, ίσως και 20.000, Εβραίοι Σεφαραδίμ.

Κατά τον 19ο και κατά το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα η πρόοδος των Ελλήνων Εβραίων της Θεσσαλονίκης υπήρξε εντυπωσιακή, ιδίως στον οικονομικό –και κατ’ εξοχήν στον εμπορικό- τομέα. Εξ ίσου σημαντική υπήρξε και η συμμετοχή τους στην εν γένει κοινωνική αλλά και πολιτική ζωή της Πόλης. Άξια μνείας είναι η δράση των εργατών Ελλήνων Εβραίων της Θεσσαλονίκης μέσα από το πρωτοποριακό για την εποχή του κίνημα της ιστορικής «Φεντερασιόν», υπό την ηγεσία του Αβραάμ Μπεναρόγια. Μεγάλο όμως ήταν, για την Εβραϊκή Κοινότητα της Θεσσαλονίκης, το πλήγμα της πυρκαγιάς του 1917, υποχρεώνοντας πολλά μέλη της να μεταναστεύσουν για να επιβιώσουν και για να κάνουν μία νέα αρχή ζωής. Το 1940, η Εβραϊκή Κοινότητα Θεσσαλονίκης αριθμούσε και πάλι πάνω από 50.000 ψυχές. Από αυτούς στον επικό Πόλεμο 1940-1941 κατά του φασισμού -και ύστερα του ναζισμού- συμμετείχαν πάνω από 13.000 Έλληνες Εβραίοι, εκ των οποίων 343 ως αξιωματικοί. Έπεσαν στο πεδίο της μάχης 513, ενώ τραυματίσθηκαν 3.743.

Την 9η Απριλίου 1941 τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής μπήκαν στην Θεσσαλονίκη, και σχεδόν αμέσως άρχισαν να εφαρμόζουν επί της εκεί Εβραϊκής Κοινότητας τις βάρβαρες ναζιστικές μεθόδους τους, αρχικώς με μέτρα ασφυκτικού περιορισμού και απροκάλυπτης γκετοποίησης. Την 15η Μαρτίου 1943 ξεκίνησαν από την Θεσσαλονίκη για το μαρτυρικό ταξίδι τους τα πρώτα τρένα μεταφοράς προς εξόντωση των Ελλήνων Εβραίων με προορισμό τα κολαστήρια του Άουσβιτς-Μπιρκενάου. Ως το τέλος του ναζιστικού καθεστώτος, από τους συνολικώς 67.000 Έλληνες Εβραίους πάνω από 46.000 Έλληνες Εβραίοι της Θεσσαλονίκης μεταφέρθηκαν στα ως άνω στρατόπεδα φρικτού θανάτου. Από αυτούς μόνο 1.950 επέζησαν –όπως επέζησαν- και επέστρεψαν στην Θεσσαλονίκη για να ξαναχτίσουν την, οπωσδήποτε ολιγομελέστερη αλλά και πάλι κραταιά, Εβραϊκή Κοινότητα της Πόλης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τόνισα, ευθύς εξ αρχής, ότι η εξόντωση των χιλιάδων Ελλήνων Εβραίων της Θεσσαλονίκης, προεχόντως στα στρατόπεδα Άουσβιτς-Μπιρκενάου, είναι μία μικρογραφία του συνολικού Ολοκαυτώματος των Εβραίων, της οποίας το ιστορικό και συμβολικό αποτύπωμα θα υπενθυμίζει στο διηνεκές, και σε όλη την Υφήλιο, το Εβραϊκό Μουσείο Ολοκαυτώματος στην Θεσσαλονίκη.

Σύγχρονες διαστάσεις του «Δεν Ξεχνάμε-Ποτέ Ξανά»
Όλα τ’ ανωτέρω εξηγούν την άφατη συγκίνηση και την βαθιά αίσθηση χρέους με τις οποίες προσέρχομαι σήμερα στην εκδήλωση για τους Έλληνες Εβραίους της Θεσσαλονίκης που υπήρξαν Ήρωες και Μάρτυρες, ταυτοχρόνως, του Ολοκαυτώματος. Του απαράγραπτου αυτού εγκλήματος κατά της Ανθρωπότητας, της αδιανόητης αυτής τραγωδίας που διαπράχθηκε από τους Γερμανούς ναζί κατά την διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου και σημάδεψε, μια για πάντα, την Παγκόσμια Ιστορία. Γι’ αυτό και η ομιλία μου θα ήταν προδήλως ελλιπής και επιφανειακή αν περιοριζόταν σε μία απλή παράθεση των γεγονότων του Ολοκαυτώματος των Ελλήνων Εβραίων της Θεσσαλονίκης, δίχως την έστω και στοιχειώδη κατάθεση και επικαιροποίηση των διδαγμάτων του θεμελιώδους προτάγματος «Δεν ξεχνάμε-Ποτέ Ξανά». Δίχως δηλαδή την αναγωγή στα βασικά χαρακτηριστικά του δικού μας χρέους εν προκειμένω, πολλώ μάλλον όταν η δυστοπική εποχή μας πρέπει να μας διδάσκει το καθήκον αδιάλειπτης εγρήγορσης μπροστά στους σύγχρονους, εν πολλοίς υποδόριους και γι’ αυτό εξαιρετικά διαβρωτικούς, κινδύνους που υποδαυλίζουν κατ’ εξοχήν τους πολέμους και τις ανισότητες υπονομεύοντας, ταυτοχρόνως, τους Δημοκρατικούς Θεσμούς και το Κράτος Δικαίου και περιθωριοποιώντας προκλητικώς τις αρχές και τις αξίες του Ανθρωπισμού, της Αλληλεγγύης, της Ειρήνης και της Κοινωνικής Δικαιοσύνης.

Στο σημείο αυτό ας μου επιτραπεί να προσφύγω, τόσο για την αφετηρία όσο και για την οριστική διαμόρφωση των περαιτέρω σκέψεών μου εν προκειμένω, σε δύο, κλασικές κυριολεκτικώς, μελέτες ως προς τα αίτια που γέννησαν την πανανθρώπινη τραγωδία του Ολοκαυτώματος. Ο Mark Mazower, στην βαθυστόχαστη μελέτη του «Σκοτεινή Ήπειρος»,1 απέδειξε ότι, δυστυχώς, η Ευρώπη στον εικοστό αιώνα «δεν ήταν η φυσική πατρίδα της ελευθερίας και της δημοκρατίας όσο ένα εφιαλτικό εργαστήρι κοινωνικού και πολιτικού πειραματισμού». Με αποτέλεσμα, έως το 1940 τα δημοκρατικά ιδεώδη και η αξία της δημοκρατικής διακυβέρνησης να έχουν υποχωρήσει δραματικά στις συνειδήσεις αρκετών Ευρωπαϊκών Λαών, γεγονός που ευνόησε την άνοδο του Χίτλερ και του ναζιστικού ολοκληρωτισμού στην εξουσία. Και ο Saul Friedländer, στην υποδειγματικώς τεκμηριωμένη μελέτη του «Η ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι»2, ανέδειξε με ενάργεια και, ως εκ τούτου, με απόλυτη πειστικότητα ότι η ναζιστική ιδεολογία ήταν αυτή που υπαγόρευσε την γερμανική πολιτική της εποχής εκείνης, καθιστώντας την εξόντωση των Εβραίων αναπόσπαστο μέρος της και πρωταρχικό της στόχο. Ο έγκριτος αυτός, τσεχικής καταγωγής, ιστορικός δίνει, στην προμνημονευόμενη μελέτη του, έμφαση στην φυλετική -αντισημιτική ρητορική του ναζισμού, όπως και στο γεγονός ότι ο ίδιος ο Χίτλερ ενεχόταν στην λήψη όλων των σημαντικών αποφάσεων για την εξόντωση των Εβραίων. Σύμφωνα με τον Saul Friedländer, η αντισημιτική εμμονή βρισκόταν στην καρδιά του ναζιστικού «ιδεολογικού σύμπαντος», ως ενοποιητικός κώδικας της φυλετικής κοινότητας και ως μέσο διαρκούς κινητοποίησης του καθεστώτος.

Το Άουσβιτς, επομένως, όπως και κάθε αντίστοιχο ναζιστικό κολαστήριο της εποχής θα έπρεπε να είχαν προβλεφθεί ως το, νομοτελειακώς επερχόμενο, φρικιαστικό αποτέλεσμα της ναζιστικής ιδεολογίας. Έχει απόλυτο δίκαιο, λοιπόν, ο Saul Friedländer όταν επιγραμματικώς, σημειώνει: «Κάθε ιστορικό έργο για τα γεγονότα αυτής της περιόδου θα πρέπει να πραγματοποιείται ή να εξετάζεται σε σχέση με τα γεγονότα του Άουσβιτς…Εδώ η ιστορία φθάνει στα όριά της». Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ανακαλώ, με ιερή συγκίνηση, στην μνήμη μου την περιήγησή μου, όταν επισκέφθηκα ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας το Ισραήλ, στο Μουσείο του Ολοκαυτώματος, στο Γιαντ Βασσέμ.  Θεωρώ αυτό το προσκύνημα ως την κορυφαία στιγμή της τότε επίσκεψής μου στο Ισραήλ. Και υπό τα δεδομένα αυτά αισθάνομαι ότι εξεπλήρωσα αυτονοήτως οφειλόμενο χρέος όταν, όπως ήδη επισήμανα, ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας υπέγραψα το προεδρικό διάταγμα για την ανέγερση του Μουσείου του Ολοκαυτώματος στην Θεσσαλονίκη. Εμείς, οι Έλληνες, πιστεύουμε ότι το Μουσείο αυτό είναι ο ελάχιστος φόρος τιμής στην Ιερή Μνήμη των συμπατριωτών μας Εβραίων που έπεσαν θύματα της ναζιστικής θηριωδίας.
Πολλώ μάλλον όταν ήταν Έλληνες κρατούμενοι στο Άουσβιτς οι οποίοι, τον Οκτώβριο του 1944, πιστοί στην Ελληνική παράδοση του Ανθρωπισμού και της Ελευθερίας τόλμησαν να εξεγερθούν μέσα σε αυτό το αδιανόητων βασανιστηρίων κολαστήριο και να προτιμήσουν την στυγνή εκτέλεση από την απάνθρωπη σκλαβιά. Και έτσι, ως γνήσιοι Έλληνες, έδωσαν για μιαν ακόμη φορά νόημα στον Ύμνο προς την Ελευθερία του Διονυσίου Σολωμού. Ήτοι στον Εθνικό μας Ύμνο τον οποίο, κατά τις μαρτυρίες της εποχής, έψαλαν πριν την εκτέλεσή τους. Επιπλέον, επιθυμώ να εξάρω το γεγονός ότι το Μουσείο του Ολοκαυτώματος στην Θεσσαλονίκη θα λειτουργεί και ως λίκνο αντίστοιχων πολύτιμων διδαγμάτων για το μέλλον. Με την έννοια ότι, φυσικά μαζί με τα άλλα αντίστοιχα Μουσεία ανά τον κόσμο, θα στέλνει urbi et orbi το εξής μήνυμα: Κάθε μέλος της Διεθνούς Κοινότητας έχει χρέος να θυμάται, για χάρη του Ανθρώπου και της Ανθρωπότητας, ότι το Ολοκαύτωμα είναι το ειδεχθέστερο έγκλημα κατά της Ανθρωπότητας το οποίο δεν πρέπει να επαναληφθεί, με κάθε κόστος. Περαιτέρω δε το Ολοκαύτωμα σηματοδοτεί την απερίφραστη καταδίκη κάθε Γενοκτονίας, όπου Γης. Κάτι που για εμάς, τους Έλληνες, προσλαμβάνει τεράστια σημασία, αφού έχουμε, ως Λαός και ως Έθνος, ζήσει την τραγωδία δύο Γενοκτονιών με βάρβαρο και ακόμη αμετανόητο θύτη την Τουρκία: Της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου και της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας.

Εν τέλει, και για την πληρότητα της περιγραφής των ιστορικών δεδομένων των ανά την Ελλάδα Εβραϊκών Κοινοτήτων και των παθών τους, πρέπει να υπενθυμίσω και ότι υπάρχουν σήμερα άκρως διαφωτιστικές μελέτες για την ιστορία των Εβραϊκών Κοινοτήτων στην Θεσσαλονίκη, στα Γιάννενα, στην Βέροια, στην Σίφνο και σε άλλα μέρη της Πατρίδας μας. Επιπλέον, έχουν ιδιαίτερη σημασία οι προσωπικές μαρτυρίες όλων των Ελλήνων Εβραίων που επέζησαν του Ολοκαυτώματος. Διότι αυτοί οι συμπολίτες μας δεν αποτελούν απλώς «ζωντανή Ιστορία», αφού η μνήμη χρειάζεται για να στηρίζει την Ιστορία. Τα όσα αυτοί οι άνθρωποι μαρτυρούν συνιστούν, επιπλέον, ηχηρή υπόμνηση αιώνιου χρέους -όχι μόνο δικού μας, αλλά και όλων των Ευρωπαίων- να καταστήσουμε την Ευρώπη, μέσα από την τωρινή θεσμική της έκφραση ως Ευρωπαϊκής Ένωσης, μία περιοχή της Υφηλίου στην οποία θα εξακολουθήσει να ακμάζει ένας Πολιτισμός πιστός στις αρχές που υπαγορεύουν οι αρχετυπικές του ρίζες, δηλαδή οι απαράγραπτες παρακαταθήκες του Ανθρωπισμού, της Αλληλεγγύης, της Ειρήνης και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κάτι το οποίο, δυστυχώς, δεν φαίνεται να κατανοούν επαρκώς οι σημερινές ηγεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και αρκετών Κρατών-Μελών της. Η σχετικώς πρόσφατη επανέκδοση, για παράδειγμα, της κλασικής μελέτης της Έρικα Κούνιο-Αμαρίλιο και του Αλμπέρτου Ναρ, «Προφορικές Μαρτυρίες Εβραίων της Θεσσαλονίκης για το Ολοκαύτωμα»,4 συμβάλλει καθοριστικώς στον εμπλουτισμό της ιστορικής μας γνώσης και της εθνικής μας αυτοσυνειδησίας, οπότε λειτουργεί και ως δείκτης πορείας για την πραγμάτωση του κατά τ’ ανωτέρω χρέους μας.

Η σημερινή εκδήλωση μου παρέχει την ευκαιρία να θυμίσω και πάλι και να τονίσω εμφατικώς πως για εμάς, τους Έλληνες, το Ολοκαύτωμα είναι, ταυτοχρόνως, μία χαίνουσα «πληγή» και μία αενάως ηχούσα «καμπάνα». Μία χαίνουσα «πληγή» στο «σώμα» της Ανθρωπότητας, από την οποία ρέει και θα ρέει πάντοτε το αθώο αίμα εκείνων οι οποίοι έπεσαν θύματα μίας αδιανόητης βαρβαρότητας. Και μία αενάως ηχούσα «καμπάνα», η οποία θα χτυπά πάντα πένθιμα για να διατηρεί αμείωτη την εγρήγορση της συνείδησής μας προκειμένου να μην πέσει, ποτέ ξανά, στον λήθαργο της λησμονιάς. Γιατί ήταν αυτός ο λήθαργος της λησμονιάς που άφησε να φυτρώσουν εκείνοι οι ζοφεροί εφιάλτες του ναζισμού. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε, κυρίως γιατί πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου ότι το Ολοκαύτωμα δεν είναι παρελθόν. Τούτο θα συμβεί μόνο όταν αυτά τα εγκλήματα, τα αδιανόητα, θα είναι μία μεγάλη «σφραγίδα» χαραγμένη ανεξίτηλα στην συνείδηση κάθε Ανθρώπου, άρα θα είναι ένα κομμάτι από το DNA της ίδιας μας της ψυχής, της ψυχής κάθε Ανθρώπου, για να μπορούμε να το μεταδίδουμε και στις επόμενες γενιές. Διότι όσο υπάρχει ο Άνθρωπος –που κουβαλάει μέσα του οιονεί εκ φύσεως το καλό και το κακό- θα υποβόσκει αυτός ο μεγάλος κίνδυνος. Το βλέπουμε ακόμη και σήμερα. Το βλέπουμε μέσα από φαινόμενα τα οποία δυστυχώς υποτιμάμε αλλά που μπορεί να μετατραπούν -αν δεν έχουν ήδη αρχίσει να μετατρέπονται- σε νέους εφιάλτες βαρβαρότητας.

Οι, αναγκαίως ελλιπείς, σκέψεις που εξέθεσα προβάλλουν, θέλω να πιστεύω ευκρινώς, τουλάχιστον το εξής διπλό χρέος, σε όλους μας. Πρώτον, ως μέλη της Διεθνούς Κοινότητας οφείλουμε να θυμόμαστε, για χάρη της ίδιας της Ανθρωπότητας, ότι το Ολοκαύτωμα υπήρξε το ειδεχθέστερο έγκλημα εναντίον της, καθώς προσέβαλε την ανθρώπινη ύπαρξη στον πυρήνα της, απαξιώνοντας πλήρως την αξία του Ανθρώπου, ήτοι της Ζωής, της Ελευθερίας και της Αξιοπρέπειάς του. Επομένως δεν πρέπει να επαναληφθεί, ποτέ ξανά, με κάθε κόστος. Και, δεύτερον, οφείλουμε να μην εφησυχάζουμε, διότι ο κίνδυνος των νοσταλγών του ναζισμού και του φασισμού ξαναπροβάλλει στην Ήπειρό μας, την επανειλημμένως πολύπαθη στο παρελθόν Ευρώπη. Αντιθέτως, πρέπει να λάβουμε υπόψη ιδίως τις ακόλουθες δύο διαπιστώσεις και να δράσουμε αναλόγως: Πρώτον, οι φωνές υποστήριξης ενός, άκρως διαβρωτικού, «ιστορικού αναθεωρητισμού» ακούγονται σήμερα όλο και πιο δυνατές. Οικοδομούν πάνω στην άγνοια και την αδιαφορία αρκετών Ευρωπαίων συμπολιτών μας το στρεβλό, και άκρως επικίνδυνο, πολιτικό τους «αφήγημα» με το οποίο επιχειρούν να αμφισβητήσουν την, εντούτοις αδιάψευστη, ιστορική πραγματικότητα της διάπραξης του εγκλήματος του Ολοκαυτώματος των Εβραίων από τους ναζί. Και, δεύτερον, δεν πρέπει να τρέφουμε την ψευδαίσθηση ότι οι εφιάλτες του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου έχουν οριστικώς απομακρυνθεί, όσο δεν έχουν εκλείψει οι συνθήκες που μπορεί να οδηγήσουν στην επανεμφάνισή τους. Αναφέρομαι, εκ νέου και κατ’ εξοχήν, στα πολεμοχαρή συμπτώματα και στην ανεξέλεγκτη διεύρυνση των ανισοτήτων, επέκεινα δε στην υποχώρηση του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου που εκμεταλλεύονται, για την ανάπτυξη της δικής τους «δυναμικής», τα ναζιστικά και φασιστικά μορφώματα τα οποία έχουν επανεμφανισθεί, υπό την λεοντή μίας προφανώς διεστραμμένης δήθεν ασυμβίβαστης «νεωτερικότητας», σε Δύση και Ανατολή και πρωτίστως στην Ευρώπη. Πρέπει, λοιπόν, να αντιμετωπισθούν στην ρίζα τους οι αιτίες που ρίχνουν «νερό στο αυλάκι» των θιασωτών των ολοκληρωτικών ιδεολογιών. Από εδώ, από την Θεσσαλονίκη της Ιστορίας αλλά και του Πολιτισμού ας στείλουμε, προς κάθε κατεύθυνση, το μήνυμα ότι εμείς, οι Έλληνες, και ως Ευρωπαίοι Πολίτες διακηρύσσουμε ότι είμαστε ενωμένοι, αποφασισμένοι και ανυποχώρητοι. Καθώς και ότι οι συνειδήσεις μας παραμένουν διαρκώς σε αντίστοιχη εγρήγορση ως προς την εκπλήρωση του χρέους που μας αναλογεί με βάση την Ιστορία μας και τον Πολιτισμό μας αφότου, εδώ και πολλές χιλιετίες, ξεκίνησε η αδιατάρακτη πορεία δημιουργίας του Έθνους των Ελλήνων

Ομιλία για τον Καποδίστρια στην Αίγινα 
Μια ημέρα νωρίτερα ο Προκόπιος Παυλόπουλος μίλησε για τον Ιωάννη Καποδίστρια ως ιδρυτής του Νεότερου Ελληνικού Κράτους στο πλαίσιο της εκδήλωσης την οποία διοργάνωσε ο Δήμος Αίγινας. Ο κ. Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:

«Συμμετέχω σε αυτή την Εκδήλωση του Δήμου Αίγινας που είναι αφιερωμένη στην εθνικώς εμβληματική προσωπικότητα του Ιωάννη Καποδίστρια, του Πρώτου Κυβερνήτη του Νεότερου Ελληνικού Κράτους, στον οποίο η Πατρίδα μας οφείλει, κυριολεκτικώς, την υπόστασή της. Και τα αισθήματά μου αυτά είναι τόσο περισσότερο ειλικρινή, όσο η σημερινή εκδήλωση συμπίπτει με την 198η επέτειο από την ορκωμοσία εδώ στην Αίγινα, την πρώτη Πρωτεύουσα της Νεότερης Ελλάδας, την 26η Ιανουαρίου 1828 του Ιωάννη Καποδίστρια ως Κυβερνήτη. Αντί άλλης εισαγωγής παραπέμπω στην ακόλουθη περιγραφή της ιστορικής αυτής ημέρας από την «Γενική Εφημερίδα» της εποχής εκείνης: «Πρὶν ἔλθη ἡ 10 ὥρα πρὸ μεσημβρίας τῆς ἡμέρας αὐτῆς εἶχον γίνει ὅλαι αἱ εἰς τὴν πάνδημον ταύτην τελετὴν ἀνήκουσαι προετοιμασίαι. Ὁ δρόμος ὁ φέρων ἀπὸ τὴν οἰκίαν τοῦ Κυβερνήτου εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Μητροπόλεως, ὅπου ἔμελλε νὰ τελεσθῇ ἡ ὁρκωμοσία, ἦτο κατεστρωμένος ἀπὸ ἐλαιῶν κλάδους. Ὅταν ἔφθασεν ἡ προσδιορισμένη ὥρα, ὁ Κυβερνήτης, συνοδευόμενος ἀπὸ τὰ ἤδη ἐκλεχθέντα μέλη τοῦ Πανελληνίου καὶ τὸν Γραμματέα τῆς Ἐπικρατείας, ἦλθεν εἰς τὴν Μητρόπολιν μετὰ τῆς προσηκούσης τάξεως ἐν μέσῳ πολυαρίθμου λαοῦ. Προηγοῦντο δὲ εἰς τὴν πομπὴν πρῶτον μὲν οἱ παῖδες τῆς Ἀλληλοδιδακτικῆς Σχολῆς μὲ τὴν σημαία των, φέροντες ὅλοι ἀνὰ χεῖρας κλάδους ἐλαίας· ἔπειτα δὲ δύο σημαῖαι Ἑλληνικαὶ καὶ ἡ μουσικὴ τοῦ Ἀγγλικοῦ δικρότου Οὐάρσπιτ. Ὅταν δὲ ἔφθασαν εἰς τὸν Ναόν, πρῶτον μὲν ἐτελέσθη παρὰ τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου ἡ συνήθης Παράκλησις· ἔπειτα δὲ σταθεὶς ὁ Κυβερνήτης κατὰ πρόσωπον τοῦ Μητροπολίτου κρατοῦντος εἰς χεῖρας τὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιον, καὶ ἀνατείνας τὴν δεξιὰν ὡρκίσθη τὸν εἰς τὸ Ε΄ Ψήφισμα περιεχόμενον ὅρκον. Ἑπομένως ὡρκίσθησαν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ τὰ μέλη τοῦ Πανελληνίου μετὰ τοῦ Γραμματέως τῆς Ἐπικρατείας τὸν παρὰ τοῦ αὐτοῦ Ψηφίσματος προσδιοριζόμενον ὅρκον. Τελεσθείσης τῆς ὁρκωμοσίας, ἐψάλη μικρὰ δοξολογία πρὸς τὸν Θεόν, καὶ μετ’ αὐτὴν ἡ συνήθης δέησις ὑπὲρ τῶν τριῶν Ἡγεμόνων τῶν προστατευόντων τὴν Ἑλλάδα. Εἰς τὴν δέησιν ταύτην ἡ πόλις ἐκανονοβόλησεν εἴκοσι καὶ μίαν. Μετὰ ταῦτα ἔγινεν ἑτέρα δέησις ὑπὲρ τοῦ Κυβερνήτου Κόμητος Καποδίστρια καὶ τῆς νέας Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὰ ἐν τῷ λιμένι Ἀγγλικὰ καὶ Ρωσσικὰ πλοῖα ἐκανονοβόλησαν δέκα καὶ ἐννέα, ὑψώσαντα τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, καὶ ἔχοντα ἐπὶ τῶν καταρτίων ἀναπεπταμένας ποικιλοχρόους πτερυγίας (Flammes). Ἀπεπληρώθη ἡ πάνδημος αὕτη τελετὴ διὰ τῆς συχνῆς ἀνευφημίας τοῦ λαοῦ «Ζήτω ὁ Κυβερνήτης ἡμῶν» καὶ ἡ Ἐξοχότης του ἐπέστρεψεν εἰς τὴν οἰκίαν του μὲ τὴν αὐτὴν πομπήν, μὲ τὴν ὁποίαν ἦλθεν εἰς τὸν Ναόν. Ἀμέσως δὲ ἐπροσφέρθη ἓν πρόγευμα, εἰς τὸ ὁποῖον παρευρέθησαν τὰ μέλη τοῦ Πανελληνίου, ὁ Γραμματεὺς τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἀλλογενεῖς ἀξιωματικοί, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον προέπιον ὑπὲρ τῶν τριῶν Ἡγεμόνων καὶ προστατῶν τῆς Ἑλλάδος, ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους καὶ ὑπὲρ τῆς κατευοδώσεως τῆς νέας Κυβερνήσεως. Ἡ ἡμέρα αὕτη ὑπῆρξεν ἡμέρα κοινῆς χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως καὶ θεωρεῖται ὡς μία τῶν ἐπισημοτέρων ἡμερῶν τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν καθίδρυσιν τῆς νέας Κυβερνήσεως». Αναπολώ νοσταλγικώς την πρώτη μου επίσκεψη στην Αίγινα, με την ιδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας, την 26η Ιανουαρίου 2016 στο πλαίσιο μίας ανάλογης εκδήλωσης για τον Ιωάννη Καποδίστρια και, εν πολλοίς και κατ’ ανάγκη, αναφέρομαι εκ νέου στα όσα είχα τονίσει στην τότε ομιλία μου.

Η αρχική πολιτική πορεία του Ιωάννη Καποδίστρια
Ο Ιωάννης Καποδίστριας υπήρξε όχι μόνον ένας από τους μεγαλύτερους πολιτικούς της Νεότερης Ελλάδας, αλλά και ένας κορυφαίος διπλωμάτης ο οποίος, προτού αναλάβει τα ηνία της διακυβέρνησης της Πατρίδας μας και ενόσω υπηρετούσε στην Ρωσική Αυλή, επηρέασε και διαμόρφωσε, όσο κανένας άλλος Έλληνας, την διεθνή πολιτική σκηνή της εποχής του. Ο Μεγάλος αυτός Έλληνας γεννήθηκε στην Κέρκυρα, στα ιερά χώματα της οποίας και αναπαύεται αιωνίως. Η ολοκληρωτική αφοσίωσή του στην αγωνιώδη προσπάθειά του να οικοδομήσει Κράτος, μέσα στο χάος του μετεπαναστατικού τοπίου που παρέλαβε όταν παρέπαιε, κυριολεκτικώς, η πορεία ευόδωσης της Εθνεγερσίας του 1821, υπήρξε μοναδική και ανυπέρβλητη. Πραγματική «Εθνική Παρακαταθήκη» προσήλωσης στο Εθνικό Χρέος και διαρκές παράδειγμα προς μίμηση, ιδίως για τους Έλληνες Πολιτικούς. Είναι αδύνατο να αναφερθεί κανείς λεπτομερώς, στο πλαίσιο μίας τέτοιας ομιλίας, σε όλους τους σταθμούς της λαμπρής πολιτικοδιπλωματικής πορείας του Ιωάννη Καποδίστρια. Ας μου επιτραπεί, λοιπόν, να αναφερθώ σε ορισμένους εξ αυτών, και ιδίως στην Εθνική προσφορά του για την ίδρυση του Νεότερου Ελληνικού Κράτους με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830. Η πρώτη ανάμειξη του Ιωάννη Καποδίστρια στην πολιτική λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της Ιονίου Πολιτείας.

Τον Απρίλιο του 1801 κλήθηκε να αντικαταστήσει τον πατέρα του, Αντώνιο-Μαρία Καποδίστρια, στην αποστολή που αυτός είχε αναλάβει, μαζί με τον Νικόλαο Σιγούρο, για την αποκατάσταση της τάξης στην Κεφαλονιά. Έτσι την 27η Απριλίου 1801 αποβιβάσθηκε, μαζί με τον Νικόλαο Σιγούρο, στην Κεφαλονιά και με την ιδιότητα των Αυτοκρατορικών Επιτρόπων ανέλαβαν την διοίκηση του Νησιού. Στις αρχές Σεπτεμβρίου, και αφού είχε αποκατασταθεί πλήρως η τάξη, επέστρεψαν στην Κέρκυρα. Τον Απρίλιο του 1803 ο Ιωάννης Καποδίστριας αναλαμβάνει την θέση του Γραμματέως του Κράτους στο Τμήμα Εξωτερικών Υποθέσεων της Ιονίου Πολιτείας, έχοντας ως αρμοδιότητα την επικοινωνία με τους επιτετραμμένους της Δημοκρατίας στο εξωτερικό. Τον Μάιο του 1805, ύστερα από πρόταση του Ρώσου πληρεξουσίου, η Γερουσία εξέλεξε δεκαμελή επιτροπή, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και ο Ιωάννης Καποδίστριας, προκειμένου να συντάξει έκθεση ως προς τις διατάξεις του Συντάγματος της Ιονίου Πολιτείας που θα έπρεπε να αναθεωρηθούν. Η έκθεση παραδόθηκε τον επόμενο χρόνο και οι μεταρρυθμίσεις εγκρίθηκαν λίγους μήνες αργότερα. Τον Μάιο του 1806 έληξε η θητεία του ως Γραμματέως του Κράτους και τον επόμενο μήνα ανέλαβε την διεύθυνση της Δημόσιας Σχολής της Δημοκρατίας, που είχε ιδρυθεί με δική του πρωτοβουλία.

Στις εκλογές του 1806 ο Ιωάννης Καποδίστριας εξελέγη όγδοος σε ψήφους Πληρεξούσιος στην Κέρκυρα. Εξελέγη, επίσης, Γραμματέας της Γερουσίας και, στην συνέχεια, Γραμματέας και Εισηγητής της Επιτροπής που θα συνέτασσε το σχέδιο του νέου Συντάγματος. Κατά την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων του διαφώνησε με τον Ρώσο πληρεξούσιο, Ζακυνθινό κόμη Γεώργιο Μοτσενίγο, καθώς οι αλλαγές που ο Ιωάννης Καποδίστριας πρότεινε ήταν, κατά πολύ, πιο φιλελεύθερες σε σχέση με αυτές της Ρωσικής Αυλής. Παρ’ όλα αυτά και προς αποφυγήν αδιεξόδου, ο Ιωάννης Καποδίστριας επιδεικνύοντας μοναδική πολιτική ανιδιοτέλεια εισηγήθηκε στην Γερουσία την ψήφιση του Συντάγματος, με το επιχείρημα ότι κανένα άλλο κείμενο δεν θα μπορούσε να εγκριθεί και ότι μόνο αυτό που είχε προτείνει ο Γεώργιος Μοτσενίγος θα τύγχανε έγκρισης από την Ρωσική Αυλή, της οποίας η επιρροή ήταν τότε καθοριστική.

Τα γεγονότα της Λευκάδας
 Κατ’ αυτήν την περίοδο λαμβάνουν χώρα στην Λευκάδα ορισμένα εξαιρετικής σημασίας γεγονότα που αφενός μαρτυρούν για τις εξαιρετικές ικανότητες του Ιωάννη Καποδίστρια, όχι μόνο στον διπλωματικό στίβο –όπου ήταν ήδη γνωστές- αλλά και στον στρατιωτικό τομέα. Και αφετέρου, δείχνουν την ετοιμότητα των Ελλήνων Οπλαρχηγών να πολεμήσουν για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον τουρκικό ζυγό. Συγκεκριμένα, κατά την διάρκεια του Ρωσο-Τουρκικού πολέμου (1807-1912) και στο πλαίσιο της συμμαχίας του Ναπολέοντα με τον Σουλτάνο, ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων πρότεινε στους Γάλλους την οργάνωση ενός είδους αντιπερισπασμού, με ξαφνική επίθεση στην Λευκάδα. Με τον αντιπερισπασμό αυτό θα υποχρεωνόταν ο Ρωσικός στρατός να αποσπάσει δυνάμεις από την Κέρκυρα προς την Λευκάδα, οι οποίες έτσι δεν θα μπορούσαν να διατεθούν στο κύριο μέτωπο της Ρωσο-Γαλλικής αναμέτρησης, δηλαδή στην Δαλματία. Ο Αλή Πασάς μάλιστα, χωρίς να περιμένει την γαλλική απάντηση, άρχισε αμέσως να συγκεντρώνει δυνάμεις, πυροβόλα και πυρομαχικά στην απέναντι ακτή, όπου ενίσχυσε το φρούριο του Αγίου Γεωργίου, προετοιμάζοντας την εισβολή στην Λευκάδα. Όλα αυτά συνέβησαν από τον Δεκέμβριο του 1806 έως τον Φεβρουάριο του 1807.

Η Ιόνιος Πολιτεία διόρισε τον νεαρό Ιωάννη Καποδίστρια, την 2α Ιουνίου 1807, Έκτακτο Στρατιωτικό Διοικητή της Λευκάδας, τότε Αγίας Μαύρας. Φθάνοντας στην Λευκάδα πρώτο μέλημά του υπήρξε η οργάνωση της άμυνας από στεριά και θάλασσα. Η Λευκάδα χωριζόταν από την ηπειρωτική Ελλάδα με μία αβαθή τάφρο. Η τάφρος διανοίχθηκε και τοποθετήθηκαν τρία πυροβολοστάσια για την προάσπισή της. Κάλεσε όλο τον λαό να βοηθήσει στο έργο αυτό και δεν δίστασε να εργασθεί και ο ίδιος, ώστε να εμπνεύσει και να εμψυχώσει τους Λευκαδίτες. Αφού δε ολοκλήρωσε την οργάνωση της άμυνας από την ξηρά, ο Ιωάννης Καποδίστριας οργάνωσε και την άμυνα από την θάλασσα. Μίσθωσε πλοία από Κεφαλονίτες πλοιάρχους, φοβούμενος ενδεχόμενη συνεργασία του γαλλικού ναυτικού με τον Αλή Πασά. Ο Αλή Πασάς, τελικά, βλέποντας την οργανωμένη άμυνα και έχοντας την απειλή των ηπειρωτικών στρατιωτικών σωμάτων στα μετόπισθεν του στρατού του, αποχώρησε. Επρόκειτο για μεγάλη στρατιωτική νίκη του ίδιου του Ιωάννη Καποδίστρια.

Σπουδαίο ιστορικό γεγονός της εποχής αυτής –και αδικαιολογήτως υποβαθμισμένο εν πολλοίς έως σήμερα- υπήρξε η σύναξη των Οπλαρχηγών που προκάλεσε ο Ιωάννης Καποδίστριας, μαζί με τον Μητροπολίτη Άρτης Ιγνάτιο, η οποία πραγματοποιήθηκε στην παραλία του «Μαγεμένου» στην Νικιάνα της Λευκάδας, τον Ιούλιο του 1807. Συγκεντρώθηκαν πολλοί Οπλαρχηγοί, όπως ο Αντώνης Κατσαντώνης, ο Κίτσος Μπότσαρης, ο Λάμπρος Τζαβέλας, ο Γρίβας, ο Βαρνακιώτης, ο Μπουκουβάλας κ.ά. Λέγεται ότι εκεί γνώρισε ο Ιωάννης Καποδίστριας τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.
Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης αναφέρει χαρακτηριστικά: «Τὸ μεγαλύτερον, τὸ θαυμαστότερον, τὸ ἑλληνικότερον κατόρθωμα τοῦ ἀειμνήστου Καποδιστρίου ὑπῆρξεν ἡ ἐν Λευκάδι συγκέντρωσις ὅλων τῶν ἐνδοξωτέρων καπετανάτων της Ρούμελης πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς κινδυνευούσης Λευκάδος. Καὶ ὁ ἀδελφικὸς σύνδεσμος ὅστις προέκυψεν ἐκ τῆς συγκεντρώσεως ταύτης μεταξὺ τῶν σημαντικοτέρων ὁπλαρχηγῶν τῆς δουλωμένης Ἑλλάδος. Οἱ κλέφται μετεμορφώθησαν εἰς κλεφτουριάν, δηλαδὴ ἀπέβαλον τὴν ἰδέαν τῆς ἀτομικῆς κεχωρισμένης κατὰ τῶν ἐχθρῶν ἀντιδράσεως καὶ συνησπίσθησαν καὶ συνετάχθησαν ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν του Κατσαντώνη εἰς στρατὸν ἐθνικόν, μὲ ἕν καὶ μόνον σύνθημα, ἄσπονδον κατὰ τῶν τυράννων τῆς πατρίδος πόλεμον, μὲ ἕνα καὶ μόνον σκοπόν, τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς βασανιζομένης μητρός των».

Ας σημειωθεί ότι, κατά την επικρατούσα ιστορικώς άποψη, κατά την διάρκεια αυτής της σύναξης ο Ιωάννης Καποδίστριας, απευθυνόμενος στους Καπεταναίους, έκανε την ακόλουθη πρόποση: «Eλπίζω ἡ Πατρὶς νὰ σᾶς καλέσει συντόμως διὰ σκοπὸν πολὺ ὑψηλότερον». Ο Κατσαντώνης, απαντώντας εκ μέρους όλων των Οπλαρχηγών, ορκίσθηκε να μην καταθέσουν τα όπλα προτού δουν την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Στο μεταξύ οι Ρώσοι ηττήθηκαν από τον Ναπολέοντα, συνήψαν ανακωχή μαζί του και υπέγραψαν την Συνθήκη του Τιλσίτ, την 8η Ιουλίου του 1807. Τα Επτάνησα παραχωρήθηκαν στην Γαλλία και η Επτάνησος Πολιτεία καταργήθηκε. Ο Εθνικός Ξεσηκωμός για την απελευθέρωση της Πατρίδας έπρεπε να περιμένει ως το 1821. Όμως η σύναξη των Οπλαρχηγών στου «Μαγεμένου», κάτω από την ιστορική καρυδιά, με πρωτοβουλία του Ιωάννη Καποδίστρια και του Μητροπολίτη Άρτης Ιγνατίου όπως προεκτέθηκε, μπορεί να εκληφθεί και ως ο οιωνός που προανήγγειλε την εμβληματική επαναστατική σύναξη της Αγίας Λαύρας, την 25η  Μαρτίου 1821, καθώς και την μετέπειτα έλευση του Ιωάννη Καποδίστρια ως Πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, τον Ιανουάριο του 1828.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας ως Πολιτικός και Διπλωμάτης στην Ρωσία
Αφού αρνήθηκε τα αξιώματα που του προσέφερε ο Γάλλος στρατηγός Μπερτιέ (Berthier), ο Ιωάννης Καποδίστριας αποδέχθηκε την πρόταση που ήλθε από την Ρωσία, τον Μάιο του 1808, όταν ο Κόμης Νικολάι Πετρόβιτς Ρουμιάντσεφ, επικεφαλής του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, του απέστειλε επιστολή με την οποία, αφού του ανακοίνωνε ότι τιμήθηκε με τον τίτλο του Ιππότη Β΄ Τάξεως του Τάγματος της Αγίας Άννας, τον προσκαλούσε στην Αγία Πετρούπολη, όπου αυτός κατέφθασε τον Ιανουάριο του επόμενου έτους. Τελικώς ο Ιωάννης Καποδίστριας διορίσθηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών ως κρατικός σύμβουλος και έτσι ξεκίνησε η λαμπρή διπλωματική του σταδιοδρομία στην Ρωσική Αυλή.
Συγκεκριμένα: Μετά από μία σειρά επιτυχών διπλωματικών ελιγμών του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελβετία όπου, ως μυστικός απεσταλμένος του Τσάρου Αλέξανδρου, κατόρθωσε να ακυρώσει τα σχέδια της Αυστρίας και του Μέττερνιχ για εγκαθίδρυση φίλα προσκείμενης κυβέρνησης με σκοπό να εξασφαλίσει άδεια διέλευσης των αυστριακών στρατευμάτων από την ελβετική επικράτεια, ο Τσάρος Αλέξανδρος τον διόρισε έκτακτο απεσταλμένο του και Πληρεξούσιο Υπουργό για την Ελβετία. Από την θέση αυτή ο Ιωάννης Καποδίστριας  συνέβαλε τα μέγιστα στην θέσπιση του Ελβετικού Συντάγματος, εν μέρει πάνω στις αρχές της αρχαιοελληνικής άμεσης δημοκρατίας, και συνεισέφερε, με προσωπικά προσχέδια, στο τελικό ελβετικό πολιτειακό σύστημα, το οποίο προέβλεψε αυτόνομα κρατίδια (καντόνια) ως μέλη της Ελβετικής Ομοσπονδίας ή, ορθότερα, Συνομοσπονδίας. Η συμμετοχή της Γενεύης στην νέα Συνομοσπονδία βασίσθηκε καθαρά σε δική του πρωτοβουλία. Ανακηρύχθηκε πρώτος Επίτιμος Πολίτης του Καντονίου της Γενεύης. Τους δεσμούς που τον έδεναν εξ αρχής με την Πατρίδα καταδεικνύει με ενάργεια το ότι με δικά του χρήματα σπούδασαν 300 Ελληνόπουλα στην Ευρώπη, αλλά –τι περίεργο παιχνίδι της μοίρας- σύμφωνα με μία εκδοχή και ο ένας εκ των δύο δολοφόνων του.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1814 άρχισε το Συνέδριο της Βιέννης. Συνέδριο σταθμός για την Ευρωπαϊκή Ιστορία, στο οποίο ο Ιωάννης Καποδίστριας συμμετέσχε ως μέλος της Ρωσικής Αντιπροσωπείας. Στα τέλη του 1814 διορίσθηκε αντιπρόσωπος της Ρωσίας στις επίσημες συνεδριάσεις της Επιτροπής των Πέντε. Η παρουσία του Ιωάννη Καποδίστρια στο Συνέδριο της Βιέννης κρίνεται ως καταλυτική, καθώς με τις συμβουλές του επηρέασε αποφασιστικά τον Τσάρο. Κατά την μαρτυρία του ιππότη φον Γκεντς, συμβούλου του Μέττερνιχ, η τελική πράξη του Συνεδρίου, που υπογράφηκε τον Μάιο του 1815, ήταν δημιούργημα του Ιωάννη Καποδίστρια και του ιδίου.

Μία από τις σημαντικότερες επιτυχίες στην προσωπική διαδρομή του ως διπλωμάτη υπήρξε η σύναψη της Συνθήκης των Παρισίων, της 5ης Νοεμβρίου 1815, όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας, εκπροσωπώντας την Ρωσία, πέτυχε να εξασφαλίσει τόσο την ακεραιότητα της Γαλλίας -αφού προηγουμένως είχε πείσει για την ορθότητα αυτής της επιλογής τον ίδιο τον Τσάρο- όσο και την επιβολή συνταγματικής δημοκρατικής διακυβέρνησης στα Επτάνησα. Με δική του παρέμβαση κατέστη δυνατό οι «Ηνωμένες Πολιτείες των Ιονίων Νήσων» να αποκτήσουν τα βασικά χαρακτηριστικά Κράτους. Δηλαδή Σύνταγμα, Ένοπλες Δυνάμεις, εκλεγμένη Κυβέρνηση και Σημαία. Μετά την επιτυχία του αυτή ο Τσάρος διόρισε τον Ιωάννη Καποδίστρια Γραμματέα επί των Εξωτερικών Υποθέσεων, θέση που θα μοιραζόταν με τον ήδη διορισθέντα, το 1814, Νέσελροντ.

Το 1820 και το 1821 συμμετείχε στα Συνέδρια του Τροπάου και του Λάϊμπαχ. Στα δύο αυτά Συνέδρια ο Τσάρος Αλέξανδρος, επηρεασμένος από τον Μέττερνιχ, ακολούθησε σε σημαντικό βαθμό την πολιτική της Αυστρίας, παραμερίζοντας ουσιαστικώς τον Ιωάννη Καποδίστρια. Στο Συνέδριο του Λάϊμπαχ ήλθε η είδηση για την εξέγερση του Αλέξανδρου Υψηλάντη και την Επανάσταση στην Μολδοβλαχία, την οποία ο Τσάρος καταδίκασε αυστηρά. Η ανοικτή διαφωνία μεταξύ του Τσάρου και του Ιωάννη Καποδίστρια δεν άργησε να εκδηλωθεί, ενώ από τα τέλη του 1821 είχε πλέον χάσει την αυτοκρατορική εύνοια. Στις αρχές του 1822 ο Τσάρος αποφάσισε να του αφαιρέσει την διαχείριση του Ανατολικού Ζητήματος. Την 19η Αυγούστου του 1822 ο Ιωάννης Καποδίστριας αναχώρησε από την Αγία Πετρούπολη, αφού πρώτα παραιτήθηκε από την Ρωσική Κυβέρνηση. Και λίγους μήνες αργότερα εγκαταστάθηκε στην Γενεύη, όπου έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης, κυρίως προκειμένου να βοηθήσει ενεργώς την Ελληνική Επανάσταση. Το 1827 η Γ΄ Εθνική Συνέλευση, την 3η Απριλίου 1827 και με το ΣΤ΄ Ψήφισμά της, εξέλεξε τον Ιωάννη Καποδίστρια πρώτο «Κυβερνήτη της Ελλάδος».

Η έλευση του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα και η ανάληψη των καθηκόντων του
Την 8η Ιανουαρίου 1828 ο Ιωάννης Καποδίστριας έφθασε στην Ελλάδα, στο Ναύπλιο. Ανέλαβε τα καθήκοντά του την 11η Ιανουαρίου 1828 στην Αίγινα, όταν του μεταβιβάσθηκε η Εκτελεστική Εξουσία από την «Αντικυβερνητικήν Επιτροπήν». Η ορκωμοσία του ως πρώτου «Κυβερνήτη της Ελλάδος» πραγματοποιήθηκε, όπως προεξέθεσα, την 26η Ιανουαρίου 1828. Η κατάσταση που αντιμετώπισε, ευθύς εξ αρχής, ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν, κατά την επιεικέστερη έκφραση, δραματική. Αντί άλλης περιγραφής αρκεί το εξής απόσπασμα από τα «Απόλογα του Καποδίστρια» του Γ. Τερτσέτη, όπου καταγράφεται συνομιλία του Κυβερνήτη με τον Γεωργάκη Μαυρομιχάλη: «Εἶναι καιροὶ ποὺ πρέπει νὰ φοροῦμε ὅλοι ζώνη δερματένια καὶ νὰ τρῶμε ἀκρίδες καὶ μέλι ἄγριο. Εἶδα πολλὰ εἰς τὴν ζωήν μου, ἀλλὰ σὰν τὸ θέαμα ὅταν ἔφθασα ἐδῶ στὴν Αἴγινα δὲν εἶδα κάτι παρόμοιο ποτέ, καὶ ἄλλος νὰ μὴν τὸ ἰδεῖ... Ζήτω ὁ Κυβερνήτης, ἐφώναζαν γυναῖκες ἀναμαλιασμένες, ἄνδρες μὲ λαβωματιὲς πολέμου, ὀρφανὰ γδυτά, κατεβασμένα ἀπὸ σπηλιές. Δὲν ἦταν τὸ συναπάντημά μου φωνὴ χαρᾶς, ἀλλὰ θρῆνος».


Ουδείς, λοιπόν, μπορεί να αμφισβητήσει, και δη με τεκμηριωμένα ιστορικά δεδομένα, ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας είχε να αντιμετωπίσει μία κατάσταση πραγματικής έκτακτης ανάγκης, μέσα στο πλαίσιο της οποίας έπρεπε να πάρει, χωρίς χρονοτριβή, αποφάσεις στοιχειώδους ανάταξης της Ελλάδας προκειμένου να συνεχισθεί ο Αγώνας της Απελευθέρωσης και να οργανωθεί η ανακούφιση του δεινώς χειμαζόμενου πληθυσμού. Και ναι μεν το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», το ισχύον τότε «Σύνταγμα της Τροιζήνας» του 1827, συνιστούσε έναν θεσμικώς άψογο «Καταστατικό Χάρτη» για την οργάνωση μίας σύγχρονης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας με επικεφαλής τον «Κυβερνήτη της Ελλάδος». Πλην όμως είναι, και σήμερα, προφανές ότι η πλήρης και συνεπής εφαρμογή του, υπό τις συνθήκες της εποχής, ήταν ουσιαστικώς αδύνατη, ιδίως καθ’ ο μέτρο έπρεπε να ληφθούν μέτρα τεράστιας σημασίας μέσα σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα.

Μία λύση θα ήταν η κατά περίπτωση εφαρμογή του «Πολιτικοῦ Συντάγματος τῆς Ἑλλάδος», κάτι όμως το οποίο αφενός δεν συνάδει προς την ίδια την φύση κάθε σύγχρονου Συντάγματος –αυθαίρετη εφαρμογή του Συντάγματος à la carte ισοδυναμεί με υποβάθμιση και, εν τέλει, αναίρεσή του στην πράξη– και, αφετέρου, ήταν εντελώς αντίθετη προς την νοοτροπία του Ιωάννη Καποδίστρια. Στην νοοτροπία του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, με βάση και τον ασυμβίβαστο –όπως είχε φανεί καθαρά σε όλη την πολιτική διαδρομή του– χαρακτήρα του, ταίριαζε το «salus populi suprema lex esto» υπό την αμιγώς αρχαιορωμαϊκή του εκδοχή. Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους ο Ιωάννης Καποδίστριας έκρινε, αμέσως, απαραίτητη την αλλαγή του τρόπου οργάνωσης και λειτουργίας του Πολιτεύματος έτσι ώστε, συγκεντρώνοντας εν πολλοίς στα χέρια του την κρατική εξουσία, από την μία πλευρά να λάβει τις αναγκαίες μεγάλες αποφάσεις για την «Σωτηρίαν τῆς Πατρίδος». Και, από την άλλη πλευρά, να καταδείξει στο εξωτερικό -και ιδίως προς την «Ἱερὰ Συμμαχία», που καραδοκούσε για να επιβάλει την άποψη ότι το Ελληνικό Έθνος-Κράτος δεν μπορούσε να οργανωθεί και να λειτουργήσει– πως το εγχείρημα θεμελίωσης του Νεότερου Ελληνικού Κράτους δεν ήταν «ἀγώνισμα ἐς τὸ παραχρῆμα ἀκούειν».

Με ειλικρινείς και αποφασιστικούς χειρισμούς ο Ιωάννης Καποδίστριας προσήλθε στην Βουλή προκειμένου να την πείσει για την κρισιμότητα των καιρών. Και έτσι, με το Ψήφισμα ΝΗ΄ της 18ης Ιανουαρίου 1828, η Βουλή αποδέχθηκε και ενέκρινε ομοφώνως –γεγονός που συνιστά αποστομωτική απάντηση σε όσους ισχυρίζονται ότι έδρασε αυτογνωμόνως και οιονεί αυταρχικώς- την εισήγηση του Κυβερνήτη για «σχέδιον μεταβολῆς διοικήσεως προσωρινῆς», με το ακόλουθο αιτιολογικό: «Ἐπειδὴ ὁ παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ἐμπεπιστευμένος τὰ ἡνία τῆς Κυβερνήσεως Κύριος Ἰωάννης Α. Καποδίστριας ἔφθασεν εἰς τὴν Ἑλλάδα· Ἐπειδὴ αἱ δειναὶ τῆς Πατρίδος περιστάσεις καὶ ἡ διάρκεια τοῦ πολέμου δὲν ἐσυγχώρησαν, οὔτε συγχωροῦσι τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἐν Τροιζήνι ἐπικυρωθέντος καὶ ἐκδοθέντος Πολιτικοῦ Συντάγματος καθ’ ὅλην αὐτοῦ τὴν ἔκτασιν· Ἐπειδὴ ἡ σωτηρία τοῦ Ἔθνους εἶναι ὁ ὑπέρτατος πάντων τῶν Νόμων· καὶ Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἀνεδέχθη παρὰ τῶν Λαῶν τὴν πρόνοιαν τῆς ἑαυτῶν σωτηρίας· Ἡ Βουλὴ μόνον σκοπὸν ἔχουσα τὸ νὰ σωθῇ ἡ Ἑλλάς, καὶ ὡς ἱερώτερόν της χρέος θεωροῦσα τοῦτο, καὶ τὴν εὐδαιμονίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους τοῦ ὁποίου ἐνεπιστεύθη τὴν φροντίδα· Καὶ ἐπειδὴ ὁ Κυβερνήτης ἐπρόβαλε σχέδιον μεταβολῆς Διοικήσεως προσωρινῶς». Υπό τις συνθήκες αυτές και με την σύμπραξη της Βουλής ανεστάλη η εφαρμογή του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος» του 1827. Η Βουλή ουσιαστικώς αυτοκαταργήθηκε- «ἀποτίθεται ἡ Βουλή, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε χρέος τῆς νομοδοτικῆς ἐξουσίας»– και οργανώθηκε «προσωρινὴ Διοίκησης τῆς Ἐπικρατείας». Η νομοθετική εξουσία περιήλθε στον Κυβερνήτη και ιδρύθηκε συμβουλευτικό συλλογικό όργανο, το «Πανελλήνιον». Το όργανο αυτό αποτελούσαν 27 μέλη που διόριζε ο Κυβερνήτης και διαιρείτο σε τρία τμήματα, με ειδικότερα για καθένα αντικείμενα τις γνωμοδοτήσεις προς τον Κυβερνήτη επί οικονομικών θεμάτων, θεμάτων περί τα εσωτερικά ζητήματα και περί τα ζητήματα για τις Ένοπλες Δυνάμεις, πριν από την λήψη εκ μέρους του των τελικών αποφάσεων με την μορφή ψηφισμάτων.

Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας λειτούργησε εφεξής ως μονοπρόσωπο κυβερνητικό όργανο, επικουρούμενος από τον «Γραμματέα τῆς Ἐπικρατείας» –πρώτος ορίσθηκε ο Σπυρίδων Τρικούπης, προσκείμενος στο «αγγλικό κόμμα»– και από ένα στοιχειώδες Υπουργικό Συμβούλιο, του οποίου τα μέλη «παραδέχονται τὴν διεύθυνσιν τοῦ Κυβερνήτου τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰ ἐμπιστευθέντα εἰς αὐτοὺς ἔργα». Όταν ολοκληρώθηκαν αυτές οι θεσμικές διεργασίες, ο Ιωάννης Καποδίστριας αποφάσισε την σύγκληση της Δ΄ Εθνικής Συνέλευσης, εντός του Απριλίου του 1828, για την θέσπιση νέου Συντάγματος. Στο μεταξύ διευκρινίσθηκε ότι γίνεται αποδεκτό «σύστημα προσωρινῆς Κυβερνήσεως, θεμελιωμένου, ἐν τοσούτῳ, ἐπάνω εἰς τὰς βάσεις τῶν πράξεων τῆς Ἐπιδαύρου, τοῦ Ἄστρους καὶ τῆς Τροιζῆνος».

Στο σημείο αυτό, ως στοιχείο της μεγάλης προσφοράς του Ιωάννη Καποδίστρια στην ολοκλήρωση της προσπάθειας δημιουργίας του Νεότερου Ελληνικού Κράτους, πρέπει να επισημανθεί και το εξής ιστορικό δεδομένο: Κατά την Συνδιάσκεψη των Πληρεξουσίων των Τριών Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας) στο Λονδίνο –20 Ιουνίου/2 Ιουλίου 1828– μεταξύ άλλων δόθηκαν κοινές οδηγίες προς τους αντίστοιχους πρέσβεις για την έναρξη διαπραγματεύσεων και με την Ελλάδα, ιδίως ως προς τον καθορισμό των ορίων του υπό ίδρυση Νεότερου Ελληνικού Κράτους. Με εμπιστευτικό υπόμνημά του προς τους πρέσβεις –κατά την Συνδιάσκεψη του Πόρου την 12η Δεκεμβρίου 1828– ο Ιωάννης Καποδίστριας πρότεινε συγκεκριμένα όρια μέσα από μία οξυδερκέστατη ανάλυση, η οποία στηριζόταν βεβαίως στην «αρχή της αυτοδιάθεσης» (ή «αρχή των εθνοτήτων»), και δι’ αυτού του τρόπου προσέθετε περιοχές που ήταν απαραίτητες για την, υπό όρους διάρκειας, ασφάλεια του Ελληνικού Κράτους. Χαρακτηριστικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα του υπομνήματος αυτού του Ιωάννη Καποδίστρια (βλ. Αντ. Μπερεδήμα, Διεθνές Δίκαιο και Διπλωματία στα χρόνια της Επανάστασης του 1821, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2021, σελ. 12 επ.).

«Τὸ περὶ ὁρίων σπουδαιότατο ζήτημα θέλει λυθεῖ συμφωνότατα πρὸς τὴν λογικὴ καὶ τὸν σκοπὸν τῆς συνθήκης, ἂν ἡ ὀροθετικὴ γραμμὴ χωρίση ἀπὸ τῆς Ὀθωμανικῆς κυριότητος μόνον τὰς ἐπαρχίας καὶ τὰς νήσους ὅπου ἡ ἀρχὴ τῆς ἐπὶ τὸ ἐν αὐτῷ ἀσυμβίβαστον συνυπάρξεως τῶν δύο λαῶν ἀκριβέστατα προσαρμόζεται, τῶν Ἑλλήνων πολὺ ὑπερεχόντων τῶν Τούρκων κατὰ τὸ πλῆθος». «Τὰ μάλιστα περιωρισμένα ὅρια τῆς Ἑλλάδος ἤθελον εἶσθαι τὰ ἀπὸ τοῦ Κόλπου τοῦ Βόλου ἀρχόμενα, καὶ ἀφήνοντας μὲν εἰς τοὺς Τούρκους τὴν Θεσσαλίαν καὶ πολλὰ τῆς Ἠπείρου μέρη, διὰ δὲ τῶν ἰσχυροτάτων ὅσων ἔνεστι ὀρεινῶν τόπων φθάνοντα εἰς Σαγιάδα. Καὶ ὅμως ἡ τοιαύτη ὀροθεσία ἤθελε παραδώση εἰς τοὺς Τούρκους ἐπαρχίας τὸ πλεῖστον καὶ χρησιμώτατον μέρος τῶν κατοίκων ἐχούσας ἐξ Ἑλλήνων».

«Ἐπειδὴ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν περιοχῶν αὐτῶν (Ἤπειρος, Θεσσαλία) συστρατεύονται στὴν Ἑλλάδα μὲ τοὺς ἐπὶ οκταετία πολεμήσαντες τοὺς Τούρκους συμπατριώτας τους, πὼς οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν ποὺ μένουν ἐκεῖ θὰ μποροῦσαν νὰ ὑποφέρουν στὸ ἑξῆς νὰ θεωρήσουν ὑποφερτὴ τῶν Τούρκων δεσποτείαν; Καί, ἂν πάλι δεχθοῦμε αὐτοὺς εἰς τὴν Ἑλληνικὴ ἐπικράτειαν μποροῦμε νὰ τοὺς κρατήσουμε ἐντὸς τῶν χαραγμένων ὁρίων; ἢ ἐπειδὴ θὰ ἔχουν αὐτοὶ τὴν σφοδρὰν ἐπιθυμίαν νὰ ἀπολαύσουν τὶς ἑστίες τους, δὲν θὰ ἐφαρμόσουν καὶ ἀνοίξουν καὶ πάλι τὸν πόλεμο σ’ ἐκεῖνες τὶς ἐπαρχίες ὅπου οἱ καπετάνιοι αὐτῶν ζοῦν ἐδῶ καὶ αἰῶνες ἀπὸ τὴν τέχνη τῶν ὅπλων καὶ τῶν ἄλλων παρεπομένων;».

«Ἡ φυσικωτάτη ὀροθεσία ἐξ ἧς μόνον ἤθελεν ἀποκτήσει ἡ νέα Ἐπικράτεια τὸν προσήκοντα σχηματισμὸν πρὸς προφύλαξιν ἀπὸ τῶν Τούρκων καὶ πρὸς ἀποκατάστασιν ὅρων ὑγιοῦς διαβιώσεως, θὰ ἦταν στὴν μὲν ξηρὰ ἡ γραμμὴ ἀπὸ τὴν βάσιν τοῦ Ὀλύμπου στὸν Θερμαϊκὸ Κόλπο, διὰ μέσου τοῦ ὅρους Χάσια καὶ Μετσόβου καὶ Χαρμόβου καὶ Σαμαρίνας καὶ Γαρδικίου, στὸ Παλέρμο, στὴν Ἀδριατικὴ θάλασσα. Ὡς πρὸς δὲ τὰ νησιά, θὰ πρέπει νὰ περιληφθοῦν ἐντὸς τῶν ἑλληνικῶν ὁρίων ἡ Εὔβοια καὶ ἡ Κρήτη, τὸ νοτιότερο μέρος τῆς μεθορίου».

«Τῆς Κρήτης ἡ παρὰ τῶν Ἑλλήνων κατοχὴ ἀπαραίτητος φαίνεται πρὸς ἀσφάλειαν καὶ τοῦ Αἰγαίου καὶ τῆς Πελοποννήσου, διότι, μένουσα εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν Τούρκων ἢ τοῦ Μεχμὲτ Ἀλή, δύναται νὰ ἀποβῇ ποτὲ δεινὸν ὁρμητήριον ἐχθρικῶν ἐπιχειρήσεων μετὰ μεγάλων δυνάμεων κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἔπειτα, ὁ λαὸς τῆς Κρήτης ἔτι καὶ σήμερον κατὰ τῶν Τούρκων διαμαχόμενος, ἂν ἡ Κρήτη μείνει εἰς τοὺς Τούρκους, δὲν ἤθελε συρρεύση ὡς τῆς Ἑλλάδος τὰς νήσους; Καὶ ἐκ τούτου δὲν ἤθελεν ὑποπέσει ἄρα γὲ πάλιν ἡ κοινὴ ἐμπορία εἰς τὰς προλαβούσας συμφοράς;».

Το ιστορικό έργο του Ιωάννη Καποδίστρια
Μετά τα προεκτεθέντα επανέρχομαι στο ζήτημα του γιατί ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν, οιονεί νομοτελειακώς, υποχρεωμένος να προσφύγει και σε έκτακτες εξουσίες, ορισμένες φορές εκτός του κανονιστικού πλαισίου του Συντάγματος της Τροιζήνας του 1827, προκειμένου να αντεπεξέλθει αποτελεσματικώς στον κρίσιμο ρόλο του Κυβερνήτη, τον οποίο είχε επωμισθεί θεσμικώς και πολιτικώς. Και κατά τούτο είναι αναγκαίο να γίνει ένας συνοπτικός απολογισμός του τεράστιου έργου που συντελέσθηκε επί των ημερών του στο εσωτερικό της τότε Ελληνικής Επικράτειας, με συνοπτική αναφορά στο εντός του τότε Ελληνικού Κράτους έργο του.

Πραγματικά στο εσωτερικό ο Ιωάννης Καποδίστριας είχε να αντιμετωπίσει την πειρατεία, την διάλυση του στρατού, καθώς και την κακή οικονομική κατάσταση της Χώρας. Ιδιαίτερη μέριμνα επέδειξε ο Ιωάννης Καποδίστριας για την δημιουργία δικαστηρίων, θεσπίζοντας και Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Στην προσπάθεια αναδιοργάνωσης του Στρατού περιλαμβάνεται και η ίδρυση της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων. Ίδρυσε, επίσης, Εθνικό Νομισματοκοπείο, ενώ καθιέρωσε τον Φοίνικα ως Εθνικό Νόμισμα. Όσον αφορά την εκπαίδευση, ανήγειρε νέα σχολεία, εισήγαγε την μέθοδο του αλληλοδιδακτικού σχολείου και ίδρυσε Εκκλησιαστική Σχολή στον Πόρο. Ανήγειρε, ακόμη, το Ορφανοτροφείο Αίγινας. Δεν ίδρυσε Πανεπιστήμιο, καθώς θεωρούσε ότι έπρεπε να υπάρξουν πρώτα απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης, ικανοί να προετοιμάσουν τους νέους για ανώτερες σπουδές. Μερίμνησε για τον επανασχεδιασμό και την ανοικοδόμηση Ελληνικών Πόλεων, όπως το Ναύπλιο, το Άργος, το Μεσολόγγι και η Πάτρα, έργο που ανέθεσε στον Κερκυραίο αρχιτέκτονα Σταμάτιο Βούλγαρη. Ουσιαστική ήταν και η συμβολή του στο εμπόριο, με την παραχώρηση δανείων στους νησιώτες για την αγορά πλοίων και για την κατασκευή ναυπηγείων στον Πόρο και το Ναύπλιο. Τον Οκτώβριο του 1829 ίδρυσε το πρώτο Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αίγινα.

Όσον αφορά την Ελληνική Οικονομία, ο Ιωάννης Καποδίστριας επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την γεωργία, βασική πηγή πλούτου της Ελλάδας. Ίδρυσε την Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας και ενεθάρρυνε την καλλιέργεια της πατάτας. Επίσης, προσπαθώντας να ενισχύσει την Ελληνική Οικονομία, ο Ιωάννης Καποδίστριας ίδρυσε την «Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα», η οποία όμως απέτυχε. Είτε γιατί, κατά μία άποψη, το Δημόσιο εκμεταλλευόταν χωρίς όρους τα χρήματα των καταθετών, είτε εξαιτίας της αντίθεσης των προυχόντων προς το καποδιστριακό καθεστώς και της έλλειψης εμπιστοσύνης προς τον νέο αυτό θεσμό. Σχετικά με την εσωτερική του πολιτική πρέπει να μνημονευθεί η μεγάλη έμπρακτη συμβολή του φίλου του Ιωάννη Καποδίστρια, Ελβετού τραπεζίτη Εϋνάρδου, ο οποίος δικαίως θεωρείται και ο θεμελιωτής της μακράς και ανέφελης Ελληνο-Ελβετικής Φιλίας.

Συμπερασματικώς ο Ιωάννης Καποδίστριας αφιέρωσε, κυριολεκτικώς, τον εαυτό του στον ιερό σκοπό της δημιουργίας, εκ του μηδενός, σύγχρονου Ελληνικού Κράτους, βάζοντας τις βάσεις για μίαν Ελλάδα αντάξια του παρελθόντος της αλλά και της προοπτικής της.  Ακαταπόνητος και αποφασιστικός, εργάσθηκε «με λογισμό και μ’ όνειρο», για να θυμηθούμε τον στίχο του Διονυσίου Σολωμού στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους». Μόλις τριάμισι χρόνια μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, την 27η Σεπτεμβρίου του 1831, η δολοφονία του στο Ναύπλιο, καθαρώς πολιτική δολοφονία από τον Κωνσταντίνο και τον Γιώργο Μαυρομιχάλη –και εκείνους βεβαίως που κρύβονταν πίσω τους, ως ηθικοί αυτουργοί, εντός και εκτός Ελλάδας- έβαλε θλιβερό τέλος στο μεγαλόπνοο έργο του και βύθισε τον Ελληνικό Λαό σε βαρύ πένθος. Εάν δεν είχε δολοφονηθεί ο Ιωάννης Καποδίστριας και, επέκεινα, εάν είχε ολοκληρώσει την θητεία του και το έργο του, μάλλον η Ελλάδα δεν θα είχε καταλήξει να δεχθεί το καθεστώς της «ελέω θεού» μοναρχίας που εγκαθιδρύθηκε με την έλευση του Όθωνος.  Πιθανότατα δε στο μεταξύ θα είχε εμπεδωθεί μία δημοκρατική διακυβέρνηση, εναρμονισμένη με την βούληση και την νοοτροπία των Ελλήνων, όπως αυτή είχε διαφανεί καθ’ όλη την διάρκεια του Αγώνα μετά την Εθνεγερσία του 1821. Υπό τις συνθήκες αυτές η μνήμη του Ιωάννη Καποδίστρια, ιδίως κατά την σημερινή πολλαπλώς κρίσιμη συγκυρία, δεν ανήκει μόνο στην Ιστορία.  Αποτελεί, για όλους μας, δείκτη πορείας προκειμένου να αντιληφθούμε, καθένας στο μέτρο που του αναλογεί, τι πρέπει να πράττουμε κατ’ εξοχήν σε κρίσιμες περιόδους ώστε να ανταποκρινόμαστε, κατά τα προτάγματα της Ιστορίας μας, στο χρέος μας ως Ελλήνων, τεταγμένων άνευ όρων στην υπεράσπιση της Πατρίδας και στην διασφάλιση του μέλλοντός της, άρα και στην διασφάλιση του μέλλοντος του Έθνους των Ελλήνων

Βιβλίο οι ομιλίες του Παυλόπουλου
Οι ομιλίες του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας και ακαδημαϊκού, Προκόπη Παυλοπούλου, από την εκλογή του το 2022 στην Ακαδημία Αθηνών έως σήμερα, συντίθεται σε μια ειδική έκδοση 467 σελίδων. Οι ομιλίες αυτές, ως ομιλίες στο πλαίσιο του lato sensu Δημόσιου Δικαίου, την έδρα του οποίου κατέχει ο κ. Παυλόπουλος στην Ακαδημία Αθηνών, επικεντρώνονται κατά το μεγαλύτερο μέρος τους στην ανάλυση των θεσμικών και πολιτικών πυλώνων της σύγχρονης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ως εγγύησης της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ιδίως δε, στην ανάλυση του πυλώνα του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας. Ειδικότερα, σημαντικό μέρος των ομιλιών αυτών αφορά αφενός την φύση του κανόνα δικαίου ως συστατικού στοιχείου της Αρχής της Νομιμότητας και, αφετέρου, τις κυρώσεις, κατ’ εξοχήν δικαστικές, σε περίπτωση παράβασης της τελευταίας, με έμφαση στον μηχανισμό της Αστικής Ευθύνης του Δημοσίου. Τέλος, ο συγγραφέας αφιερώνει πολλούς από τους προβληματισμούς του στον εν προκειμένω προσδιορισμό των ορίων αξιοποίησης των μέσων της Τεχνητής Νοημοσύνης κατά την λειτουργία της Δικαστικής Εξουσίας από τα προς τούτο, συνταγματικώς καθορισμένα, όργανα απονομής της, υπό συνθήκες προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης