Αντώνης Καλογιάννης: Η φωνή που «πάντρεψε» τα τραγούδια του αγώνα με την τρυφερότητα του έρωτα
Η μυθιστορηματική μουσική διαδρομή του σπουδαίου ερμηνευτή που σημάδεψε ανεξίτηλα το πολιτικό αλλά και το ερωτικό ελληνικό τραγούδι. Τις αναμνήσεις τους από εκείνον διηγούνται στο «Πρώτο Θέμα» η Μαρία Φαραντούρη, η Αλκηστις Πρωτοψάλτη και ο Ηλίας Ανδριόπουλος
Είναι Οκτώβρης του 1966 και ο Μίκης Θεοδωράκηςετοιμάζεται να δώσει την πρώτη συναυλία της παρθενικής περιοδείας του στη Σοβιετική Ενωση. Η σάλα Τσαϊκόφσκι της παγωμένης Μόσχας ζεσταίνεται από το θερμό χειροκρότημα του ενθουσιασμένου κοινού όταν ο συνθέτης ανεβαίνει στη σκηνή μαζί με το συγκρότημά του. Αναμεσά τους είναι κι ένας άγνωστος νεαρός τραγουδιστής, μικρόσωμος, αδύνατος που όταν ανοίγει το στόμα του, όμως, κι αρχίζει να τραγουδά μεταμορφώνεται αυτόματα σε έναν πηγαίο, παθιασμένο ερμηνευτή. Παρά το γεγονός ότι πατάει για πρώτη φορά το πόδι του στη σκηνή, αποδίδει εξαιρετικά κάποια από τα μεγάλα και απαιτητικά έργα του μεγάλου Ελληνα δημιουργού. Λίγες μέρες αργότερα, στη συναυλία που δίνουν στο Λένινγκραντ ο διάσημος Αρμένιοςσυνθέτης και μαέστροςΑράμΧατσατουριάν, εντυπωσιασμένος από την ερμηνεία του, του ζητά αυτόγραφο!
Ετσι μυθιστορηματικά ξεκίνησε η μουσική διαδρομή του ΑντώνηΚαλογιάννη, του φτωχού παιδιού μιας προσφυγικής οικογένειας της Καισαριανής που βρέθηκε, μέσα σε μια νύχτα, από το μικρό τσαγκάρικο όπου έβγαζε με κόπο το μεροκάματο και τις ταβέρνες της φτωχογειτονιάς του όπου τραγουδούσε με τους φίλους του τα βράδια για χαρτζιλίκι, ανάμεσα σε κορυφαίες μουσικές προσωπικότητες της εποχής, καταφέρνοντας μάλιστα να αποσπάσει τον θαυμασμό τους.
Λίγες μέρες πριν δεν μπορούσε να φανταστεί πως η άρνηση του ΓιάννηΠουλόπουλου να ακολουθήσει τον ΜίκηΘεοδωράκη στην περιοδεία του θα γινόταν η αφορμή για να ανοιχτεί μπροστά του ένας νέος, μεγάλος δρόμος, μια ζωή συναρπαστική γεμάτη με τραγούδια, ταξίδια σε ολόκληρα τον κόσμο, επιτυχίες, σημαντικές συνεργασίες, αναγνώριση, αλλά και ιστορικούς αγώνες για την ελευθερία και την δημοκρατία.
«Ο Αντώνης ήταν ένας βιοπαλαιστής, ένας τσαγκάρης που σχεδόν κατά τύχη έγινε τραγουδιστής. Ενας συγγενής του τον σύστησε στον Μίκη, την εποχή που έψαχνε άνδρα τραγουδιστή για την περιοδεία του στην Σοβιετική Ενωση. Τον άκουσε, του άρεσε πολύ και τον πήρε μαζί του», διηγείται στο «protothema.gr» η Μαρία Φαραντούρη, η οποία συνδέθηκε πολύ στενά μαζί του σε επαγγελματικό αλλά και προσωπικό επίπεδο. Μαζί τραγούδησαν στις 30 εκείνες συναυλίες στην πρώην ΣοβιετικήΕνωση, μαζί περνούσαν τα βράδια στο «Τζάκι» της οδού Μουρούζη ερμηνεύοντας κομμάτια με ισχυρά αντιστασιακά μηνύματα. «Στην αρχή είχα αντιρρήσεις. Φοβόμουν ν’ αφήσω πάλι τη δουλειά. Η Φαραντούρη μ’ έπεισε τότε ότι δεν είμαι πια τσαγκάρης, αλλά τραγουδιστής», θα αποκαλύψει, δεκαετίες αργότερα, ο ίδιος για τις αμφιβολίες που είχε εκείνη την εποχή.
Η κοινή διαδρομή του Καλογιάννη και της Φαραντούρη συνεχίζεται στο Παρίσι όπου θα καταφύγουν και οι δύο για να ξεφύγουν από τη χούντα και να αφοσιωθούν στον αντιδικτατορικόαγώνα. Εμφανίζονται μαζί στη γαλλική τηλεόραση τραγουδώντας τα απαγορευμένα στην Ελλάδα τραγούδια του ΜίκηΘεοδωράκη, σε στίχους μεγάλων ποιητών, περνώντας ένα ηχηρότατο μήνυμα αντίστασης. Το 1970, όταν και ο Μίκης καταφτάνει πλέον στο Παρίσι, ξεκινούν τον παγκόσμιο μουσικό τους μαραθώνιο δίνοντας μέσα σε λίγους μήνες περισσότερες από 500 συναυλίες σε Ευρώπη, Αμερική και Αυστραλία. Στα πρόσωπά τους, στις φωνές τους αποτυπώνεται, με ιδανικό τρόπο, η Ελλάδα που αντιστέκεται, που παλεύει για τις αξίες και τα ιδανικά της, για τη Δημοκρατία που γεννήθηκε, αιώνες πριν, στα ιερά χώματά της.
«Ημασταν πολύ δεμένοι. Εκείνος ήταν ένας απλός αλλά έξυπνος άνθρωπος, με βαθιά δημοκρατική συνείδηση και με πολύ χιούμορ, που προσπαθούσε πάντα να μας εμφυσά δύναμη και αισιοδοξία στα δύσκολα. Μοιραστήκαμε ένα μοναδικό ταξίδι, με εκατοντάδες συναυλίες, με μεγάλα έργα, με συγκινητικές ιστορικές στιγμές που εκτυλίχθηκαν στο πλαίσιο του αντιδικτατορικού αγώνα», θυμάται συγκινημένη η ερμηνεύτρια.
Το 1972 το ΑντώνηςΚαλογιάννης μαζί με τη σύζυγό του και τα δύο παιδιά τους επιστρέφουν στην Ελλάδα. Εχει ήδη βάλει την προσωπική ερμηνευτική σφραγίδα του σε δύο σημαντικά έργα του Θεοδωράκη: το «ΠνευματικόΕμβατήριο» σε στίχους ΑγγελουΣικελιανού, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1970 στο RoyalAlbertHall του Λονδίνου, και την «ΚατάστασηΠολιορκίας» σε ποίηση ΡέναςΧατζηδάκη. Ακολουθούν οι ερμηνείες του στα «Λαϊκά» και στα «Ηλιος και Χρόνος / Επιφάνεια Αβέρωφ» το 1975. Ενδιαμέσως συνεργάζεται και με άλλους συνθέτες μεταξύ των οποίων και ο Μίμης Πλέσσας, ο Δήμος Μούτσης και ο Σταύρος Ξαρχάκος. Οταν η χούντα πέφτει και ο Μίκης επιστρέφει από το Παρίσι συνεχίζουν τις ηχογραφήσεις, ενώ δίνουν πανηγυρικές συναυλίες τραγουδώντας ανεπανάληπτα το «Σφαγείο» και το εμβληματικό «Είμαστε δυο» προκαλώντας στο κοινό ρίγη συγκίνησης και ενθουσιασμού.
Μαρία Φαραντούρη, Αντώνης Καλογιάννης
Κλείσιμο
«Με τον Αντώνη Καλογιάννη συνδέθηκα στενά. Σημάδεψε κυριολεκτικά το έργο μου δίνοντας πραγματικά μοναδικές ερμηνείες σε έργα όπως τα “Επιφάνια Αβέρωφ”, το “Πνευματικό Εμβατήριο”, η “Κατάσταση Πολιορκίας”, ο “Ηλιος και Χρόνος”, τα “Τραγούδια του Ανδρέα”, τα “12 Λαϊκά”, η “Νύχτα Θανάτου”, τα “Γράμματα απ’ τη Γερμανία” και σε τόσα άλλα τραγούδια... Εκτός όμως από την πανέμορφη φωνή του, που με συγκινούσε αφάνταστα, ταίριαζαν πολύ και οι χαρακτήρες μας. Ημασταν φίλοι. Σκέφτομαι ότι είναι πολύ άδικο που έφυγε πρώτος και με άφησε πίσω του, να ζω με τις ωραίες μας αναμνήσεις, γεμάτες μουσική και αγάπη», θα δηλώσει εμφανώς συγκινημένος ο ΜίκηςΘεοδωράκης λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση της δυσάρεστης είδησης του θανάτου του.
Από τις πλέον σημαντικές και δημιουργικές συνεργασίες του ΑντώνηΚαλογιάννη ήταν και αυτή με τον πρωτοπόρο νέο συνθέτη της εποχής ΗλίαΑνδριόπουλο στον πρωτοποριακό μουσικά δίσκο «Γράμματα στον Μακρυγιάννη» που κυκλοφόρησε το 1979, σε στίχους ΜάνουΕλευθερίου και ΜιχάληΜπουρμπούλη και περιελάμβανε υπέροχα τραγούδια με κορυφαίο το ντουέτο με την ΑλκηστηΠρωτοψάλτη «Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες».
Μόνο όμορφες αναμνήσεις έχει να θυμάται από εκείνη την εποχή η ερμηνεύτρια: «Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτά τα υπέροχα γαλανά μάτια του για τα οποία του έλεγα συχνά χαριτολογώντας πως καίνε πολλές καρδιές κι εκείνος γελούσε με την ψυχή του. Υπήρξε μια πατρική φιγούρα για μένα και σε προσωπικό και σε καλλιτεχνικό επίπεδο. Δουλέψαμε μαζί τρία χρόνια, κάναμε πολλές συναυλίες με τραγούδια του Θεοδωράκη και του Ανδριόπουλου, τραγουδήσαμε σε μπουάτ της Αθήνας... Εγώ ήμουν τότε στα πρώτα μου βήματα κι εκείνος φτασμένος τραγουδιστής. Δεν χόρταινα να τον βλέπω και να τον ακούω να τραγουδάει. Προσπαθούσα να ρουφήξω την κάθε λέξη, την κάθε ανάσα του. Κι εκείνος πάντα με περιέβαλε με μεγάλη αγάπη, πάνω και κάτω από τη σκηνή. Ηταν ευγενικός, δίκαιος, προσιτός, με μια καρδιά γεμάτη στοργή. Δεν θα ξεχάσω τις συγκεντρώσεις μας στο σπίτι του στην Καισαριανή, όπου πηγαίναμε συχνά μετά τις πρόβες και τρώγαμε και παίζαμε μουσικές και περνούσανε μοναδικές στιγμές. Η πόρτα του ήταν πάντα ανοιχτή. Οπως ανοιχτή και φωτεινή ήταν και η καρδιά του», μας λέει η ίδια.
Αντώνης Καλογιάννης, Μίκης Θεοδωράκης, Μόσχα 1966
Για τον ΗλίαΑνδριόπουλο, πάλι, όπως ο ίδιος μας εξομολογήθηκε, η περίοδος της συνεργασίας του με τον ΑντώνηΚαλογιάννη αποτελεί τον πιο φωτεινό σταθμό της μουσικής του διαδρομής. «Εχω συνδέσει αυτή τη συνάντηση και αυτόν τον δίσκο με την πιο ευτυχή περίοδο της καλλιτεχνικής μου πορείας. Συναντηθήκαμε για πρώτη φορά το 1978, σε δύο συναυλίες με έργα μου που έδωσε στο θέατρο Λυκαβηττού, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Ενα χρόνο αργότερα ηχογραφήσαμε τον δίσκο “Γράμματα στο Μακρυγιάννη”. Παρά λίγο, μάλιστα να μην τα καταφέρει να συμμετάσχει καθώς ήμασταν σε διαφορετικές εταιρείες και τα συμβόλαια ήταν πολύ αυστηρά. Δεδομένου ότι εγώ βρισκόμουν στην αρχή της μουσικής πορείας μου, η συμμετοχή του Καλογιάννη, που ήταν ήδη ιδιαίτερα γνωστός και αγαπητός, βοήθησε πάρα πολύ στο να ακουστούν αυτά τα τραγούδια.
Ο Αντώνης είχε έναν μοναδικό τρόπο να επεξεργάζεται στο μυαλό του τη μουσική και τους στίχους και να τα μεταφράζει με τη φωνή του, να περνάει στον κόσμο τα βαθύτερα μηνύματα του τραγουδιού. Από την άλλη πλευρά ήταν κι ένας άνθρωπος γενναιόδωρος γεμάτος αγάπη, χωρίς ίχνος ανταγωνισμού μέσα του που χαιρόταν για τις επιτυχίες του άλλου. Δεν είναι τυχαίο ότι τραγουδούσε στις εμφανίσεις του τραγούδια μου από τα “Λαϊκά Προάστια”, παρότι δεν είχαν ηχογραφηθεί με την δική του φωνή. Ηταν μια εποχή τότε που το μόνο που μας απασχολούσε ήταν το ίδιο το τραγούδι, η ποιότητα της μουσικής και του στίχου. Δεν μας απασχολούσε καθόλου η επιτυχία. Το μόνο που επιθυμούσαμε ήταν να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι μέσα από τα τραγούδια», θυμάται με νοσταλγία για να απευθύνει αμέσως μετά το τελευταίο, συγκινητικό αντίο στον αγαπημένο συνεργάτη και φίλο: «Αχ, βρε Αντώνη, μας ξάφνιασες... Εφυγες κι εσύ για τους ολάνθιστους μπαξέδες, να ανταμώσεις τους φίλους και να τους κεράσεις τσικουδιά. Τον Χατζιδάκι, τη Μελίνα, τον Ελευθερίου, τον Κηλαηδόνη, τον Τόκα, τον Σπανό, τον Μικρούτσικο και τόσους άλλους. Ομως μην τους πεις τα νέα των ημερών και τους στεναχωρήσεις . Τραγούδησέ τους μόνο. Οπως εσύ ξέρεις, με το βαθύ σου συναίσθημα και την κυματιστή ζεστή φωνή σου που ομορφαίνει τον έρωτα, γλυκαίνει τον καημό και κεραυνοβολεί το άδικο .Στο καλό ακριβέ μου φίλε. Σε ευχαριστώ για τις μοναδικές σου ερμηνείες στα τραγούδια μου και για ό,τι όμορφο ζήσαμε στα ταξίδια μας και στις συναυλίες».
Την ίδια εκείνη χρονιά, το 1979, λίγους μήνες νωρίτερα, θα κυκλοφορήσει ένα ακόμη δίσκος του ΑντώνηΚαλογιάννη που σηματοδοτεί τη συνεργασία του με έναν κορυφαίο Γάλλο καλλιτέχνη διεθνούς φήμης, τον ΖορζΜουστακί. Οι δυο τους είχαν αναπτύξει μια στενή καλλιτεχνική και φιλική σχέση την εποχή της δικτατορίας που ο Καλογιάννης ζούσε στο Παρίσι. Ο Ελληνας ερμηνευτής μελέτησε σε βάθος το ιδιαίτερο στυλ του Μουστακί, αφομοίωσε μάλιστα αρκετά στοιχεία απ’ αυτόν και τα αποτύπωσε στις επόμενες δουλειές του. Γι’ αυτό εξάλλου κι εκείνος τον επέλεξε ως ιδανικό ερμηνευτή του πρώτου και μοναδικού ελληνικού δίσκου του. Οταν οι ευαίσθητες, μεσογειακές μελωδίες του ΖορζΜουστακί συναντήθηκαν με τους γεμάτους εικόνες και συναισθήματα στίχους του ποιητή ΔημήτρηΧριστοδούλου, τις εξαιρετικές κιθαριστικές ενορχηστρώσεις των αδελφών Τζαβάρα και φυσικά τις λιτές αλλά και τόσο δυνατές ταυτόχρονα ερμηνείες του Αντώνη Καλογιάννη γεννήθηκαν τραγούδια-διαμάντια, μεταξύ των οποίων η «Μεσόγειος» και ο διαχρονικά συγκινητικός «Μέτοικος». Ηταν μία ακόμη συνάντηση που έγραψε ιστορία.
«Είχα πολύ καλή συνεργασία με τον Ζορζ Μουστακί. Εκανα και δώδεκα τραγούδια δικά του σε ελληνική μετάφραση του θαυμάσιου Δημήτρη Χριστοδούλου και συναυλίες αρκετές και στο Παρίσι και στην Ελλάδα. Εκανα και τρεις συναυλίες στον Πανιώνιο. Δεν θυμάμαι πού αλλού. Δεν κοιτάζαμε αν το τραγούδι είναι καλό τότε. Το λέγαμε γιατί έτσι αισθανόμαστε. Οταν μιλάς για ένα πολύ καλό τραγούδι, “Είμαστε δυο”, “Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Ανδρέα”, ο Moustaki έλεγε “Nous sommes deux”. Αυτό το πήρε ο γαλλικός λαός, Moustaki ήταν, το πήρε και έφτασε να λέει: “Tι λέει εδώ; Ποιο είναι το τραγούδι; Του Μίκη Θεοδωράκη. Και τι λέει;” Στη γλώσσα σας είναι, καθίστε να το μάθετε», θα διηγηθεί αρκετά χρόνια αργότερα ο τραγουδιστής.
Κάπου εκεί, στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ολοκληρώνεται ο πολιτικός μουσικός κύκλος του ΑντώνηΚαλογιάννη και ανοίγει ένας νέος, αυτός του ποιοτικούερωτικούτραγουδιού που βρίσκει στη βαθιά φωνή του τον ιδανικό εκφραστή της. Είναι η εποχή των μεγάλων επιτυχιών, των ρομαντικών κομματιών, της μελωδίας και του συναισθήματος.
Η έναρξη θα γίνει το 1983 με τον δίσκο «Τα σημερινά» με τραγούδια όπως τα «OμορφήτουΚατερίνα» και «Το πλοίο φεύγει για την Αμοργό». Κορυφαία στιγμή αυτής της νέας μουσικής περιόδου του, όμως, αποτελεί αναμφισβήτητα η συνάντησή του με τον Κύπριο συνθέτη Μάριο Τόκα, το 1984, στον δίσκο «Μικρά Ερωτικά». Περιέχει δέκα τραγούδια σε στίχους Σαράντη Αλιβιζάτου και Γιάννη Ρίτσου, ανάμεσα στα οποία και τα πασίγνωστα «Σ’ αγαπώ (σαν τον ήλιο του Μάη)» και «Αχ Αννούλα του χιονιά» που τραγουδούσε, εκείνη την εποχή, ολόκληρη η Ελλάδα.
Πίσω απ’ αυτό το τελευταίο τραγούδι, μάλιστα, κρύβεται μια άγνωστη σε πολλούς ιστορία ενός ανεκπλήρωτου έρωτα. Η Αννα ήταν ένα κορίτσι που γνώρισε ο στιχουργός ΣαράντηςΑλιβιζάτος στους Ιεχωβάδες, σε μια περίοδο θρησκευτικών αναζητήσεων. Ο ίδιος δεν της εξομολογήθηκε ποτέ τα αισθήματα που έτρεφε για εκείνη για να μην τη φέρει σε δύσκολη θέση. Από τότε που αποχώρησε από τη θρησκευτική αυτή ομάδα, οι δυο τους δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ. Η γνωριμία αυτή, ωστόσο, στάθηκε αφορμή για να γραφτεί ένα από τα πιο τρυφερά κι αγαπημένα τραγούδια της ελληνικής δισκογραφίας αλλά και το κομμάτι με το οποίο έχουν ταυτίσει οι περισσότεροι Ελληνες την υπέροχη φωνή του ΑντώνηΚαλογιάννη.
Μάριος Τόκας, Αντώνης Καλογιάννης
Η απώλεια που τον σημάδεψε
Στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του η μοίρα υπήρξε γενναιόδωρη με τον ΑντώνηΚαλογιάννη, όσο γενναιόδωρος ήταν κι ο ίδιος απέναντι σε όλους, συγγενείς, φίλους, συναδέλφους. Ενα δυνατό, απρόσμενο χτύπημά της, ωστόσο, στάθηκε ικανό να ανατρέψει τα πάντα και να του στερήσει ισοβίως την πηγαία αισιοδοξία που διαχρονικά τον χαρακτήριζε. Στα τέλη του 2006 χάνει ξαφνικά και πρόωρα το ένα από τα δύο παιδιά του. Ο 46χρονοςΒαγγέλης του, ο αγαπημένος γιος και ταυτόχρονα ο καλύτερός του φίλος, όπως ο ίδιος συνήθιζε να λέει, φεύγει από τη ζωή μέσα σε λίγα λεπτά από ανεύρυσμα στον εγκέφαλο. Το σοκ για όλη την οικογένεια είναι μεγάλο και ο πόνος ανείπωτος. Ο γενναίος και δυνατός πατέρας λυγίζει. Ο ΑντώνηςΚαλογιάννης δεν θα ξεπεράσει ποτέ αυτή την απώλεια.
Για χρόνια αρνείται να αναφερθεί στο τραγικό αυτό γεγονός, ακόμη και στους πιο δικούς του ανθρώπους, ενώ ταυτόχρονα παλεύει με όλες του τις δυνάμεις να σταθεί με σθένος και αγάπη δίπλα στα δύο ορφανά εγγόνια του που τον έχουν τόσο ανάγκη. Η υγεία του κλονίζεται όλο και περισσότερο. Ενα σοβαρό πρόβλημα στα μάτια του τού στερεί σταδιακά την όρασή του σχεδόν ολοκληρωτικά, ενώ τα τελευταία χρόνια μένει τον περισσότερο καιρό καθηλωμένοςστοκρεβάτι. Το μεσημέρι της περασμένης Πέμπτης η καρδιά του, αυτή η μεγάλη καρδιά που χώρεσε μέσα της τόση αγάπη κι έγινε μάρτυρας τόσων δυνατών συναισθημάτων, σταμάτησε για πάντα να χτυπά. Τα υπέροχα τραγούδια του όμως παραμένουν εδώ ολοζώντανα για να θυμίζουν στιγμές μιας μουσικής εποχής που μοιάζει τόσο μακρινή αλλά και τόσο οικεία συνάμα.
Η σύγχρονη μεταλλευτική δραστηριότητα, δεν καθορίζεται μόνο από την παραγωγή πρώτων υλών, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο εντάσσεται στο κοινωνικό, οικονομικό και περιβαλλοντικό πλαίσιο, στο οποίο λειτουργεί και το πως αλληλοεπιδρά με αυτό.