Ο πόλεμος με το Ιράν αποδεικνύεται εξαιρετικά επικερδής για τις αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες, καθώς έχουν καταγράψει κέρδη άνω των 130 δισ. δολαρίων, ενώ την ίδια ώρα που οι καταναλωτές πληρώνουν πολύ υψηλότερες τιμές για βενζίνη, πετρέλαιο κίνησης και άλλα καύσιμα.
Η συγκεκριμένη εκτίμηση, που παρουσιάζουν οι New York Times, χαρακτηρίζεται συντηρητική και βασίζεται στα οικονομικά αποτελέσματα άνω των 50 μεγάλων αμερικανικών εταιρειών πετρελαίου και φυσικού αερίου - στην πλειονότητά τους παραγωγών ή διυλιστηρίων - για το εξάμηνο από τον Απρίλιο έως τον Σεπτέμβριο. Στο ποσό αυτό δεν περιλαμβάνονται τα κέρδη του Μαρτίου, του πρώτου μήνα του πολέμου, ούτε του Οκτωβρίου.
Συνολικά, οι εν λόγω εταιρείες είχαν καταγράψει κέρδη κάτω των 47 δισ. δολαρίων κατά την αντίστοιχη περίοδο του 2025 - μια ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία, κατά την οποία το πετρέλαιο ήταν φθηνότερο και οι επιχειρήσεις διαχειρίζονταν τις πρώτες συνέπειες του εμπορικού πολέμου του Ντόναλντ Τραμπ.
Το μακροχρόνιο ερώτημα στους πολέμους: Ποιος ωφελείται και ποιος πληρώνει τι τίμημα
Τα φετινά κέρδη - ρεκόρ επαναφέρουν στο προσκήνιο τους μακροχρόνιους προβληματισμούς σχετικά με το ποιος ωφελείται και ποιος πληρώνει το τίμημα όταν οι πολεμικές συγκρούσεις διαταράσσουν τη ροή της ενέργειας. Μέχρι αυτή την εβδομάδα, οι Αμερικανοί πολίτες είχαν δαπανήσει επιπλέον 147 δισ. δολάρια σε βενζίνη και ντίζελ από τις 28 Φεβρουαρίου, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ ξεκίνησαν τα πλήγματα κατά του Ιράν, σύμφωνα με ανάλυση του Climate Solutions Lab του Πανεπιστημίου Brown. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε περισσότερα από 1.100 δολάρια ανά νοικοκυριό.
Τα στοιχεία που επεξεργάστηκαν οι New York Times, δείχνουν πως ορισμένες εταιρείες επωφελούνται περισσότερο από άλλες, ενώ τα αμερικανικά διυλιστήρια έχουν σημειώσει ιδιαίτερα υψηλές επιδόσεις, καθώς οι μονάδες παραγωγής καυσίμων έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές από τις εχθροπραξίες στη Μέση Ανατολή και τη Ρωσία. Με λιγότερα διαθέσιμα διυλιστήρια για την κάλυψη της παγκόσμιας ζήτησης, τα περιθώρια κέρδους εκτοξεύτηκαν για όσα παραμένουν σε λειτουργία.
Η πολεμική αυτή «έκρηξη ανάπτυξης» επεκτάθηκε και στους Αμερικανούς παραγωγούς, οι περισσότεροι εκ των οποίων αποκομίζουν υψηλότερα έσοδα λόγω των αυξημένων τιμών, χωρίς να έρχονται αντιμέτωποι με τους κινδύνους ή το κόστος λειτουργίας σε ζώνες συγκρούσεων. Παρόλα αυτά, τα κέρδη τους παραμένουν γενικά χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2022, όταν η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία προκάλεσε ραγδαία άνοδο στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Οι τιμές του αμερικανικού αργού κυμάνθηκαν κατά μέσο όρο γύρω στα 90 δολάρια το βαρέλι από τον Απρίλιο έως τον Σεπτέμβριο του τρέχοντος έτους, έναντι περίπου 100 δολαρίων την αντίστοιχη περίοδο του 2022.
Τα υψηλότερα κέρδη τρίτου τριμήνου ανακοίνωσαν οι Exxon Mobil και Chevron
Η Exxon Mobil και η Chevron, οι μεγαλύτεροι πετρελαϊκοί όμιλοι των ΗΠΑ, ανακοίνωσαν την Παρασκευή τα υψηλότερα κέρδη τρίτου τριμήνου των τελευταίων ετών, λαμβάνοντας ώθηση από τον τομέα της διύλισης.
«Αναγνωρίζουμε ασφαλώς ότι οι υψηλότερες τιμές των καυσίμων ασκούν πίεση στις οικογένειες και τις επιχειρήσεις», δήλωσε σε συνέντευξή του ο Νιλ Χάνσεν, οικονομικός διευθυντής της Exxon και πρόσθεσε: «Πρόκειται, όμως, για μια κατάσταση και για έναν κλάδο όπου δεν μπορείς απλώς να επενδύσεις για να αλλάξεις άμεσα τις συνθήκες από τη μια μέρα στην άλλη. Οι αποφάσεις που έχουν σημασία σήμερα ελήφθησαν πριν από χρόνια».
Τα κέρδη τρίτου τριμήνου της Exxon υπερδιπλασιάστηκαν, ενώ της Chevron σχεδόν τριπλασιάστηκαν.
«Τα κεφάλαια κατευθύνονται στον ισολογισμό», δήλωσε η Έιμιρ Μπόνερ, οικονομική διευθύντρια της Chevron και συνέχισε: «Πρόκειται για ένα περιουσιακό στοιχείο στο οποίο προφανώς στηριζόμαστε σε δύσκολες περιόδους και το οποίο ενισχύουμε όταν οι τιμές είναι υψηλές».
Δεκάδες άλλες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες αναμένεται να ανακοινώσουν αποτελέσματα τρίτου τριμήνου τις επόμενες εβδομάδες. Η ανάλυση των New York Times βασίστηκε σε συνδυασμό δημοσιευμένων οικονομικών αποτελεσμάτων και εκτιμήσεων αναλυτών από την εταιρεία χρηματοοικονομικών δεδομένων FactSet, όπου τα επίσημα στοιχεία δεν ήταν ακόμη διαθέσιμα. Η έρευνα δεν συμπεριέλαβε εταιρείες διαχείρισης αγωγών ή παρόχους υπηρεσιών, των οποίων τα αποτελέσματα επηρεάζονται λιγότερο άμεσα από το παγκόσμιο πετρελαϊκό σοκ.
Προς το παρόν, πολλές εταιρείες ακολουθούν κοινή στρατηγική: αποπληρώνουν χρέη και διακρατούν τη ρευστότητά τους, αντί να επενδύσουν στην παραγωγή περισσότερου πετρελαίου πέραν του αρχικού τους σχεδιασμού ή στην επέκταση της δυναμικότητας διύλισης.
«Δεν πρόκειται να αλλάξουμε την προσέγγισή μας ως προς τις κεφαλαιουχικές δαπάνες απλώς και μόνο επειδή διαθέτουμε άφθονη ρευστότητα», δήλωσε την περασμένη εβδομάδα σε αναλυτές της Wall Street ο Χόμερ Μπούλαρ, οικονομικός διευθυντής του κολοσσού διύλισης Valero Energy. Τα κέρδη τρίτου τριμήνου της Valero σημείωσαν υπερεξαπλασιασμό. «Με την πάροδο του χρόνου, όλη η πλεονάζουσα ρευστότητα που συσσωρεύουμε θα κατευθυνθεί τελικά προς τους μετόχους μας», πρόσθεσε ο κ. Μπούλαρ. Παρότι δεν υπεισήλθε σε λεπτομέρειες, η πρακτική αυτή συνήθως μεταφράζεται σε αύξηση μερισμάτων ή επαναγορές ιδίων μετοχών.
Πώς ωφελήθηκαν τα διυλιστήρια
Τα αμερικανικά διυλιστήρια κατέγραψαν εξαιρετικές επιδόσεις κυρίως επειδή μεγάλο μέρος του πετρελαίου που επεξεργάζονται μεταφέρεται μέσω αγωγών, γεγονός που τα προστατεύει από τα υπέρογκα ναύλα των θαλάσσιων μεταφορών. Οι εταιρείες αυτές αποτελούν ζωτικό κρίκο μεταξύ των παραγωγών πετρελαίου και των καταναλωτών, καθώς μετατρέπουν το αργό πετρέλαιο που αντλείται από το υπέδαφος σε χρήσιμα καύσιμα, όπως η βενζίνη και το ντίζελ. Ορισμένες εταιρείες, όπως η Exxon και η Chevron, δραστηριοποιούνται τόσο στην παραγωγή όσο και στη διύλιση, ωστόσο πολλές άλλες εξειδικεύονται αποκλειστικά στον έναν από τους δύο τομείς.
Εντυπωσιακά κέρδη ανακοίνωσαν και οι μεγάλοι ευρωπαϊκοί όμιλοι. Η Shell κατέγραψε κέρδη 12,06 δισ. δολαρίων το τρίτο τρίμηνο, υπερδιπλασιάζοντας τα αποτελέσματά της σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, εν μέρει λόγω της υψηλής κερδοφορίας του κλάδου διύλισης. Παράλληλα, τα κέρδη τρίτου τριμήνου της γαλλικής TotalEnergies επίσης υπερδιπλασιάστηκαν, φθάνοντας τα 8,26 δισ. δολάρια.
Η United Refining, μη εισηγμένη εταιρεία παραγωγής καυσίμων στη δυτική Πενσυλβάνια, σχεδιάζει να αξιοποιήσει τα φετινά απροσδόκητα κέρδη (windfall profits) για την αποπληρωμή χρέους, δήλωσε ο Τζον Κατσιματίδης, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας και επί μακρόν σύμμαχος του Τραμπ. Ή, ενδεχομένως, για την αγορά ενός νέου εταιρικού αεροσκάφους. «Μιλάω σοβαρά», ανέφερε ο κ. Κατσιματίδης σε συνέντευξή του. «Ξέρετε γιατί; Είμαι 78 ετών. Αν δεν αγοράσω ένα καινούργιο αεροπλάνο τώρα, πότε θα το αγοράσω; Όταν πεθάνω;».