Ενέργεια: Ποιος θα τροφοδοτήσει με ρεύμα τον νέο κόσμο, τι θα καίμε τα επόμενα είκοσι χρόνια
Η «έκρηξη» των data centers, το πλεόνασμα των ΑΠΕ, τα καλώδια-μαμούθ και τα πυρηνικά στο τραπέζι - Οι τεράστιες ανάγκες που προκύπτουν από τη χρήση νέων τεχνολογιών, η «εισβολή» της Τεχνητής Νοημοσύνης και η Ελλάδα που βρίσκεται στο επίκεντρο των εξελίξεων και καλείται να λάβει ιστορικές αποφάσεις
Υπάρχουν στιγμές όπου οι μεγάλες αλλαγές δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά. Δεν συνοδεύονται από κρίσεις ή θεαματικά γεγονότα, αλλά εξελίσσονται αθόρυβα, μέχρι που ξαφνικά γίνονται η νέα κανονικότητα. Η ενέργεια βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη στιγμή. Ενα νέο σύστημα διαμορφώνεται, όπου η ψηφιακή οικονομία, οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) και οι γεωπολιτικές ισορροπίες μπλέκονται σε ένα περίπλοκο αλλά εξαιρετικά κρίσιμο πλέγμα.
Στο κέντρο αυτής της μετάβασης βρίσκεται πλέον και η Ελλάδα, όχι απλώς ως καταναλωτής και εξαγωγέας ενέργειας, αλλά και ως εν δυνάμει κόμβος παραγωγής, μεταφοράς και αποθήκευσης.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει ήδη μπει στην καθημερινότητα, αλλά η πραγματική της επίδραση δεν φαίνεται στις οθόνες. Κρύβεται πίσω από τεράστιες εγκαταστάσεις γεμάτες servers, σε βιομηχανικά κτίρια που καταναλώνουν ενέργεια με ρυθμούς που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αδιανόητοι.
Κάθε ερώτημα σε ένα σύστημα AI, κάθε επεξεργασία δεδομένων, κάθε αλγόριθμος που «μαθαίνει», απαιτεί ισχύ. Και αυτή η ισχύς δεν είναι θεωρητική, είναι ηλεκτρική. Τα σύγχρονα data centers δεν είναι απλώς υποδομές πληροφορικής. Είναι ενεργειακοί κολοσσοί. Ορισμένα από αυτά καταναλώνουν όσο ολόκληρες πόλεις, ενώ η ανάγκη για ψύξη αυξάνει ακόμη περισσότερο το φορτίο.
Σε ολόκληρη την Ευρώπη, η ζήτηση αυξάνεται με ρυθμούς που φτάνει τα δίκτυα στα όριά τους. Σε ορισμένες χώρες, οι Αρχές έχουν ήδη αρχίσει να θέτουν περιορισμούς σε νέες εγκαταστάσεις, φοβούμενες ότι η ανάπτυξη της ψηφιακής οικονομίας θα ξεπεράσει την ενεργειακή ικανότητα των υποδομών.
Η Ελλάδα παρακολουθεί αυτή την τάση με ενδιαφέρον αλλά και επιφυλακτικότητα. Η γεωγραφική της θέση και οι νέες ψηφιακές επενδύσεις δημιουργούν τις προϋποθέσεις για να εξελιχθεί σε κόμβο δεδομένων. Ωστόσο, η βασική προϋπόθεση παραμένει αμείλικτη: χωρίς επαρκή και σταθερή ηλεκτρική ισχύ, το ψηφιακό όνειρο δεν μπορεί να υλοποιηθεί.
Η εικόνα που αποτυπώθηκε πρόσφατα σε εκδήλωση των υπουργείων Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Ανάπτυξης είναι αποκαλυπτική. Το επενδυτικό ενδιαφέρον για data centers στην Ελλάδα ξεπερνά ήδη το 1 GW, δηλαδή πάνω από 20 φορές τη σημερινή εγκαταστημένη ισχύ που βρίσκεται σε λειτουργία. Πίσω από αυτό το νούμερο βρίσκονται περισσότερα από 25 αιτήματα σύνδεσης στο ηλεκτρικό σύστημα, εκ των οποίων περίπου τα μισά έχουν ήδη εξασφαλίσει όρους σύνδεσης.
Η γεωγραφία των επενδύσεων δείχνει ξεκάθαρα πού χτυπά η καρδιά του νέου ψηφιακού χάρτη. Η Αττική συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, όμως το αποτύπωμα επεκτείνεται στη Θεσσαλονίκη, στη Δυτική Μακεδονία, στη Βοιωτία, στην Κόρινθο, στη Μεγαλόπολη και την Κρήτη. Δεν πρόκειται για μεμονωμένα projects, αλλά για ένα κύμα επενδύσεων που προέρχεται από hyperscalers (παρόχους υποδομών cloud) ενεργειακές εταιρείες και διεθνή κεφάλαια.
Το πιο εντυπωσιακό, ωστόσο, δεν είναι το ελληνικό μέγεθος, αλλά η παγκόσμια τάση. Η συνολική ισχύς των data centers διεθνώς αναμένεται να τριπλασιαστεί έως το 2034, από 18 GW σε 58 GW. Η Τεχνητή Νοημοσύνη, τα δίκτυα 5G και η έκρηξη των streaming υπηρεσιών μετατρέπουν την ενέργεια σε βασικό καύσιμο της ψηφιακής εποχής.
Τα γιγαντιαία ηλεκτρικά καλώδια
Αν η ενέργεια είναι το αίμα της οικονομίας, τότε τα δίκτυα είναι το νευρικό της σύστημα. Η νέα εποχή δεν απαιτεί απλώς περισσότερη ενέργεια, αλλά ενέργεια που να μπορεί να μεταφέρεται γρήγορα, αξιόπιστα και σε μεγάλες αποστάσεις. Υποθαλάσσια καλώδια ενώνουν χώρες, ηπείρους και νησιά, δημιουργώντας έναν ολοένα πιο πυκνό ενεργειακό ιστό.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα αυτό είναι κομβικό. Η διασύνδεση των νησιών δεν αποτελεί μόνο έργο υποδομής, αλλά μετασχηματισμό του ενεργειακού μοντέλου της χώρας. Τα απομονωμένα συστήματα αντικαθίστανται από ένα ενιαίο δίκτυο, ικανό να αξιοποιήσει καλύτερα τις ΑΠΕ.
Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας και οι νέες ψηφιακές επενδύσεις δημιουργούν τις προϋποθέσεις για να εξελιχθεί σε κόμβο δεδομένων. Ωστόσο η βασική προϋπόθεση παραμένει αμείλικτη: χωρίς επαρκή και σταθερή ηλεκτρική ισχύ, το ψηφιακό όνειρο δεν μπορεί να υλοποιηθεί
Ταυτόχρονα, οι διεθνείς διασυνδέσεις ενισχύουν τον γεωπολιτικό ρόλο της χώρας. Η ενέργεια παύει να είναι μόνο εσωτερική υπόθεση και γίνεται εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Σε έναν κόσμο όπου η ασφάλεια εφοδιασμού αποκτά ξανά προτεραιότητα, τα καλώδια μπορεί να αποδειχθούν εξίσου σημαντικά με τους αγωγούς. Στην Ελλάδα, ο εθνικός διαχειριστής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας (ΑΔΜΗΕ) βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της στρατηγικής προγραμματίζοντας επενδύσεις 6 δισ. ευρώ έως το 2034 που θα χρηματοδοτήσουν με τα αναγκαία κεφάλαια τις διασυνδέσεις των Δωδεκανήσων και του Βορείου Αιγαίου, καθώς και την δεύτερη διασύνδεση με την Ιταλία. Συγχρόνως, η Ελλάδα εντατικοποιεί τις διεργασίες για ένα γιγαντιαίο πρότζεκτ που ακούει στο όνομα GREGY: η ιδέα είναι η δημιουργία ενός καλωδίου μήκους 954 χιλιομέτρων για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας - Αιγύπτου με δυνατότητα μεταφοράς 3 GW καθαρής ισχύος, που θα μεταφέρει ηλεκτρική ενέργεια από αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα της αιγυπτιακής ερήμου στα ελληνικά και ευρωπαϊκά δίκτυα.
Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας και οι νέες ψηφιακές επενδύσεις δημιουπροϋποθέσεις για να εξελιχθεί σε κόμβο δεδομένων. Ωστόσο η βασική προϋπόθεση παραμένει αμείλικτη: χωρίς επαρκή και σταθερή ηλεκτρική ισχύ, το ψηφιακό όνειρο δεν μπορεί να υλοποιηθεί
Το πόσο θα κοστίσει αυτή η διασύνδεση κανείς δεν μπορεί να πει με ακρίβεια. Ωστόσο ένα τόσο φιλόδοξο project είναι αντιληπτό ότι θα είναι μιας κλίμακας άνω των 4 δισ. ευρώ. Η αιγυπτιακή κυβέρνηση έχει ήδη δεσμεύσει εκτάσεις 2.500 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Εκεί θα αναπτυχθούν αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα συνολικής ισχύος 9 GW, σχεδιασμένα αποκλειστικά για τις ανάγκες του έργου μέσα από μακροχρόνιες συμβάσεις παραχώρησης.
Συνδέοντας την Ελλάδα με την Αίγυπτο, το GREGY δημιουργεί έναν διάδρομο μέσα από τον οποίο μπορεί να ρέει άφθονη και φθηνή πράσινη ενέργεια -παραγόμενη κάτω από τον έντονο ήλιο της Βόρειας Αφρικής- προς την Ευρώπη. Κι αυτή ακριβώς η ροή είναι που αλλάζει τα δεδομένα: όσο περισσότερες είναι οι δυνατότητες μεταφοράς τόσο μεγαλύτερη είναι και η δυνατότητα ανάπτυξης νέων έργων ΑΠΕ.
Για την Ελλάδα, το έργο αυτό έχει διπλή σημασία. Από τη μία ενισχύει τον ρόλο της ως ενεργειακής πύλης, μετατρέποντάς τη σε κρίσιμο πέρασμα για την πράσινη ενέργεια που κατευθύνεται προς την ευρωπαϊκή αγορά. Από την άλλη, προσφέρει ανάσα στο ίδιο της το σύστημα, μειώνοντας τον κίνδυνο συμφόρησης και τις περικοπές παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που έχουν γίνει μια πραγματικότητα.
Οι ΑΠΕ στην επόμενη πίστα
Η αλήθεια είναι ότι για χρόνια οι Aνανεώσιμες Πηγές Ενέργειας αντιμετωπίζονταν ως η απάντηση σε όλα. Και σε μεγάλο βαθμό, παραμένουν. Ηδη στη χώρα μας, οι ΑΠΕ καλύπτουν πάνω από το 50% της ηλεκτροπαραγωγής, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διαμόρφωση χαμηλότερων τιμών ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Σε αντίθεση με τα ορυκτά καύσιμα, όπως το φυσικό αέριο, των οποίων οι τιμές εξαρτώνται από τις διεθνείς αγορές και επηρεάζονται έντονα από γεωπολιτικές και οικονομικές εξελίξεις, οι ΑΠΕ προσφέρουν μεγαλύτερη σταθερότητα και προβλεψιμότητα στο ενεργειακό κόστος. Κι αυτό είναι κάτι που μας που μας διδάσκει η παρούσα ενέργεια κρίση στη Μέση Ανατολή. Η επιτυχία τους, όμως, φέρνει και μια νέα πραγματικότητα, λιγότερο απλή και πολύ πιο απαιτητική.
Σε περιόδους υψηλής παραγωγής, η ενέργεια που παράγεται δεν μπορεί πάντα να απορροφηθεί. Τα δίκτυα φτάνουν στα όριά τους και οι διαχειριστές αναγκάζονται να περιορίσουν την παραγωγή. Το φαινόμενο αυτό, που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν θεωρητικό, γίνεται πλέον καθημερινότητα σε πολλές αγορές.
Η απάντηση βρίσκεται στην αποθήκευση. Μπαταρίες μεγάλης κλίμακας, αντλησιοταμιευτικά έργα και νέες τεχνολογίες καλούνται να εξισορροπήσουν ένα σύστημα που γίνεται όλο και πιο σύνθετο.
Πίσω από τα μεγάλα σχέδια: η πραγματική εικόνα της μετάβασης
Ο καθηγητής Ενεργειακής Οικονομίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου Παντελής Κάπρος πιστεύει ότι η χώρα βρίσκεται ήδη σε τροχιά βαθέος μετασχηματισμού, όμως η μετάβαση εξελίσσεται με ταχείς αλλά διαφορετικούς ρυθμούς. Οι στόχοι που έχουν τεθεί μέσα από το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα και τον κλιματικό νόμο είναι από τους πιο φιλόδοξους στην Ευρώπη: μείωση εκπομπών κατά 80% έως το 2040 και πλήρης απανθρακοποίηση μέχρι το 2050.
Η πρόοδος στις ΑΠΕ είναι εντυπωσιακή και σε μεγάλο βαθμό επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα μπορεί να κινηθεί γρήγορα όταν υπάρχει σαφές επενδυτικό σήμα. Τα φωτοβολταϊκά και τα αιολικά, όπως αναφέρει, έχουν μετατραπεί στην πιο οικονομική μορφή παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και σε βασικό πυλώνα ενεργειακής ασφάλειας, περιορίζοντας την εξάρτηση από τα εισαγόμενα καύσιμα που για δεκαετίες καθόριζαν την αγορά.
Ηδη στη χώρα μας, οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας καλύπτουν πάνω από το 50% της ηλεκτροπαραγωγής, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διαμόρφωση χαμηλότερων τιμών ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις
Ωστόσο, όπως τονίζει ο καθηγητής του ΕΜΠ, η ενεργειακή μετάβαση δεν κρίνεται μόνο στην παραγωγή ενέργειας, αλλά και στο σύνολο της οικονομίας. Κι εκεί η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Ο εξηλεκτρισμός βασικών τομέων, όπως η θέρμανση και οι μεταφορές, προχωρά πιο αργά απ’ ό,τι απαιτούν οι στόχοι.
Οι αντλίες θερμότητας και τα ηλεκτρικά οχήματα δεν έχουν ακόμη αποκτήσει τη μαζική διείσδυση που θα άλλαζε ουσιαστικά το ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας Παράλληλα, η ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων παραμένει περιορισμένη, αφήνοντας ανεκμετάλλευτο ένα από τα μεγαλύτερα πεδία εξοικονόμησης ενέργειας.
Το μεγαλύτερο, ίσως, πρόβλημα εντοπίζεται στις υποδομές. Τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, οι διασυνδέσεις και το σύστημα φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων δεν έχουν αναπτυχθεί με την ταχύτητα που απαιτεί η εκρηκτική αύξηση των ΑΠΕ. Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο: σε περιόδους υψηλής παραγωγής, η πράσινη ενέργεια δεν μπορεί να αξιοποιηθεί και αναγκαστικά χάνεται στα σκουπίδια.
Σε αυτό το σημείο, ο ρόλος της αποθήκευσης αναδεικνύεται καθοριστικός. Ο κ. Παντελής Κάπρος, όμως, παραδέχεται ότι παρά το έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον, καμία μεγάλη μονάδα αποθήκευσης δεν έχει ακόμη τεθεί σε λειτουργία στη χώρα. Οι καθυστερήσεις, κυρίως θεσμικές και γραφειοκρατικές, κρατούν πίσω μια τεχνολογία που θεωρείται κρίσιμη για την επόμενη φάση της ενεργειακής μετάβασης.
Προς το 2050: ένα σύστημα χωρίς καύσιμα
Πώς όμως βλέπει το ενεργειακό μείγμα της χώρας τα επόμενα χρόνια; Αν κοιτάξει κανείς λίγο πιο μακριά, προς το 2050, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ριζική. Η Ευρώπη -και μαζί της η Ελλάδα- έχει δεσμευτεί σε έναν στόχο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια έμοιαζε σχεδόν ουτοπικός: να μηδενίσει τη χρήση ορυκτών καυσίμων.
Σε αυτόν τον κόσμο, ο κ. Παντελής Κάπρος θεωρεί ότι ο εξηλεκτρισμός θα επεκταθεί παντού όπου είναι τεχνικά εφικτός. Τα αυτοκίνητα, τα σπίτια, ένα μεγάλο μέρος της βιομηχανίας θα λειτουργούν με ηλεκτρική ενέργεια που θα παράγεται αποκλειστικά από τεχνολογίες μηδενικών εκπομπών. Η αποθήκευση θα παίζει καθοριστικό ρόλο, εξομαλύνοντας τις διακυμάνσεις και διασφαλίζοντας ότι η ενέργεια θα είναι διαθέσιμη κάθε στιγμή.
Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη. Υπάρχουν τομείς όπου ο εξηλεκτρισμός δεν μπορεί εύκολα να εφαρμοστεί - βαριές μεταφορές, αεροπορία, ναυτιλία, ορισμένες βιομηχανικές διεργασίες. Εκεί, το βάρος μετατοπίζεται σε ένα διαφορετικό ενεργειακό μοντέλο: την παραγωγή υδρογόνου από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και τη μετατροπή του σε συνθετικά καύσιμα, ικανά να αντικαταστήσουν τους παραδοσιακούς υδρογονάνθρακες.
Γύρω από αυτόν τον πυρήνα αναπτύσσεται ένα ολόκληρο πλέγμα τεχνολογιών. Η βιοενέργεια, η δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα από βιομηχανικές δραστηριότητες, η υπόγεια αποθήκευσή του, αλλά και πιο φιλόδοξες λύσεις, όπως η απευθείας απορρόφησή του από την ατμόσφαιρα για την παραγωγή νέων καυσίμων συνθέτουν ένα ενεργειακό σύστημα που δεν θυμίζει σε τίποτα το σημερινό.
Σήμερα πολλές από αυτές τις τεχνολογίες υπάρχουν αλλά κάποιες όπως το υδρογόνο δεν έχουν ακόμη ωριμάσει πλήρως. Το κόστος παραμένει υψηλό.
Η απροσδόκητη επιστροφή της πυρηνικής ενέργειας
Και κάπου εδώ επανέρχεται ένα θέμα στη δημόσια συζήτηση που για χρόνια θεωρούνταν ταμπού: η πυρηνική ενέργεια.
Η πρόσφατη παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκος Μητσοτάκης στη Σύνοδο Κορυφής για την Πυρηνική Ενέργεια στη Γαλλία σηματοδότησε μια σαφή αλλαγή στάσης. Ο ίδιος άνοιξε δημόσια τη συζήτηση για το ενδεχόμενο αξιοποίησης της πυρηνικής ενέργειας, ανακοινώνοντας τη σύσταση επιτροπής που θα εξετάσει όλα τα δεδομένα.
Το μήνυμα ήταν προσεκτικό αλλά ενδεικτικό των νέων ισορροπιών. Η πυρηνική ενέργεια, όπως σημείωσε, αποτελεί μέρος της λύσης σε παγκόσμιο επίπεδο, χωρίς ωστόσο να προδικάζεται η θέση της Ελλάδας. «Eχει έρθει η ώρα και για τη δική μας χώρα να εξερευνήσει αν η πυρηνική ενέργεια και ειδικά αν οι αρθρωτοί αντιδραστήρες μπορούν να διαδραματίσουν ρόλο. Θα ορίσουμε μια διυπουργική επιτροπή έτσι ώστε να υπάρχουν οριστικές συστάσεις προς την κυβέρνηση ως προς αυτό», τόνισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Πίσω από αυτή τη μετατόπιση δεν βρίσκεται μόνο η ενεργειακή κρίση, αλλά και μια βαθύτερη αλλαγή που συνδέεται με την ψηφιακή οικονομία. Η ραγδαία ανάπτυξη των data centers και της Τεχνητής Νοημοσύνης δημιουργεί μια πρωτοφανή ανάγκη για σταθερή και μαζική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Οι υποδομές αυτές απαιτούν συνεχή παροχή ισχύος, σε 24ωρη βάση, κάτι που πολλαπλασιάζει τις ενεργειακές ανάγκες.
Στο επίκεντρο της νέας συζήτησης βρίσκονται οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες, οι λεγόμενοι SMRs. Πρόκειται για μονάδες που υπόσχονται μεγαλύτερη ευελιξία και ταχύτερη ανάπτυξη, προσελκύοντας το ενδιαφέρον μεγάλων οικονομιών.
Η πιο προχωρημένη περίπτωση στην Ευρωπαϊκή Ενωση είναι η Ρουμανία, η οποία σχεδιάζει την κατασκευή του πρώτου SMR στην περιοχή Doicești, σε συνεργασία με την αμερικανική εταιρεία NuScale. Το έργο προβλέπει την εγκατάσταση έξι μικρών αντιδραστήρων συνολικής ισχύος περίπου 462 μεγαβάτ και θεωρείται πιλοτικό για την ευρωπαϊκή αγορά.
Η ελληνική πλευρά φαίνεται να παρακολουθεί στενά αυτές τις εξελίξεις, διερευνώντας τα πιθανά πλεονεκτήματα, χωρίς ωστόσο να παραγνωρίζει ότι η τεχνολογία δεν έχει ακόμη ωριμάσει πλήρως σε εμπορικό επίπεδο. Στο τραπέζι βρίσκεται και η προοπτική διασυνοριακών συνεργασιών με χώρες που διαθέτουν σχετική εμπειρία.
Είναι η πυρηνική ενέργεια λύση για την Ελλάδα;
Οπως επισημαίνει ο Γιώργος Μποροβάς, επικεφαλής Πυρηνικής Ενέργειας στη Νομική Εταιρεία Hunton με έδρα τις ΗΠΑ και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Παγκόσμιου Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, η Δυτική Μακεδονία, θα μπορούσε να δοκιμαστεί σε μια νέα ενεργειακή πραγματικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσει τους μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες όχι ως μοναδική λύση αλλά ως μια πιθανή συνέχεια της βαριάς ενεργειακής δραστηριότητας. Συνηθίζεται άλλωστε όπου επιλέγονται οι SMR να αντικαθιστούν μονάδες άνθρακα ή άλλων ορυκτών καυσίμων.
Ο κ. Γιώργος Μποροβάς εκτιμά ότι η ανάπτυξη πυρηνικών αντιδραστήρων στην Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει σταδιακά, με μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες σε διαφορετικές περιοχές της χώρας. Οπως αναφέρει, κάθε μονάδα θα είχε ισχύ περίπου 300 MW, με την εγκατάσταση δύο ή τριών μονάδων σε πρώτη φάση, δηλαδή συνολικά 600-900 MW. Ωστόσο, τονίζει ότι η συνολική ισχύς θα εξαρτηθεί από τις ενεργειακές ανάγκες της χώρας και το φορτίο του συστήματος. Η επιλογή των τοποθεσιών θα βασιζόταν στη γεωλογία, στη σεισμικότητα και -όπου απαιτείται- στη διαθεσιμότητα νερού, αν και οι νέες τεχνολογίες μειώνουν αυτή την ανάγκη. Το μοντέλο που περιγράφει είναι αποκεντρωμένο.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στα ζητήματα ασφάλειας, υπογραμμίζοντας ότι οι νέες τεχνολογίες βασίζονται σε παθητικά συστήματα, τα οποία μπορούν να οδηγήσουν τον αντιδραστήρα σε ασφαλή κατάσταση χωρίς την ανάγκη ανθρώπινης παρέμβασης. Πρόκειται για ένα επιχείρημα που απευθύνεται άμεσα στις τοπικές κοινωνίες, όπου η επιφυλακτικότητα παραμένει έντονη. Σε ό,τι αφορά τους SMR, αναγνωρίζει ότι πρόκειται για τεχνολογία που ακόμη δοκιμάζεται σε εμπορική κλίμακα και ότι τα μεγέθη ισχύος τους δεν προσφέρουν πάντα τα πλεονεκτήματα των μεγάλων μονάδων. Ωστόσο, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μπορούν να αποτελέσουν μια ρεαλιστική επιλογή.
Στο debate, πάντως, που πάει να ανοίξει για την πυρηνική ενέργεια υπάρχουν πολλές και διαφορετικές απόψεις για την αξιοποίηση της. Μία απ’ αυτές καταθέτει στο «ΘΕΜΑ» και ο κ. Παντελής Κάπρος λέγοντας ότι η πυρηνική ενέργεια, αν και επανέρχεται στη διεθνή συζήτηση, δεν φαίνεται να αποτελεί άμεση επιλογή για τη χώρα. Το υψηλό κόστος και οι μεγάλοι χρόνοι υλοποίησης λειτουργούν αποτρεπτικά, ενώ οι νέες τεχνολογίες, όπως οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες, βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο.
Το μέλλον δεν θα είναι μονοδιάστατο
Ολα δείχνουν ότι η ενέργεια του μέλλοντος δεν θα βασίζεται σε μία μόνο λύση, αλλά σε έναν συνδυασμό τεχνολογιών, υποδομών και στρατηγικών επιλογών.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη θα αυξήσει τη ζήτηση. Οι ΑΠΕ θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται. Τα δίκτυα θα γίνουν πιο έξυπνα και πιο κρίσιμα. Και η πυρηνική ενέργεια θα παραμείνει στο τραπέζι ως μια πιθανή -και για κάποιους αμφιλεγόμενη- λύση.
Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα η ενέργεια δεν είναι απλώς ένας τομέας της οικονομίας. Είναι ο πυρήνας της. Και, όπως φαίνεται, καθαρά η μάχη για τον έλεγχό της μόλις ξεκίνησε.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr