Σε μια κίνηση ήθους, πολιτικής βούλησης αλλά και υψηλών συμβολισμών που σχετίζονται με το πάγιο ελληνικό αίτημα για τον επαναπατρισμό των Γλυπτών του Παρθενώνα, η Ελλάδα παρέδωσε στην Κύπρο 48 κυπριακές αρχαιότητες.
Πρόκειται για αρχαιότητες προερχόμενες από τη συλλογή του πρέσβη Χρήστου Ζαχαράκη και αποτελούν εξαιρετικά δείγματα του κυπριακού πολιτισμού, καλύπτοντας μιαν ευρύτατη χρονολογική περίοδο, από την πρώιμη Εποχή του Χαλκού έως και τα μεσαιωνικά χρόνια. Μετά τον θάνατο του συλλέκτη, οι κληρονόμοι του προχώρησαν στην άμεση παράδοση όλων των αρχαιοτήτων της συλλογής του στο ελληνικό δημόσιο, με μόνη επιθυμία να διερευνηθεί η προέλευση και να επιστραφούν, όπου ανήκουν.
Η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη με την υφυπουργό Πολιτισμού της Κύπρου Λίνα Κασσιανίδου
«Είναι μεγάλη η χαρά και η συγκίνηση μας, όταν υποδεχόμαστε ξενιτεμένες αρχαιότητες στη χώρα μας. Όμως, είναι εξίσου μεγάλη η χαρά μας όταν αποδίδουμε, όταν επιστρέφει η Ελλάδα, αρχαιότητες στη χώρα όπου ανήκουν. Γιατί αυτό είναι το δέον και το ηθικό. Και η χαρά και η συγκίνηση αυτή γίνεται μεγαλύτερη, επειδή επαναπατρίζουμε αρχαιότητες στην Κύπρο μας» δήλωσε η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη η οποία παρέδωσε τις αρχαιότητες στην υφυπουργό Πολιτισμού της Κυπριακής Δημοκρατίας Λίνα Κασσιανίδου, σε ειδική τελετή που πραγματοποιήθηκε στο στο Κυπριακό Μουσείο.
Η υπουργός Πολιτισμού ευχήθηκε να ακολουθήσουν και άλλοι το παράδειγμα αυτό: «Να προχωρήσουν σε οικειοθελείς επιστροφές αρχαιοτήτων στις χώρες που ανήκουν, στους λαούς που τις δημιούργησαν και των οποίων αποτελούν συστατικό της πολιτιστικής τους ταυτότητας. Η Κύπρος, όπως η Ελλάδα, έχει λεηλατηθεί από διάφορους κατακτητές. Θυμόμαστε τον αγώνα για τον επαναπατρισμό των κλεμμένων πολιτιστικών κυπριακών αγαθών από τα κατεχόμενα, όπως των τοιχογραφιών της Κανακαριάς. Η κατοχή μοναδικών κυπριακών αρχαιολογικών και μνημειακών συνόλων, όπως η αρχαία πόλη της Σαλαμίνας ή η Έγκωμη, δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Απαιτεί συνεχή εγρήγορση, εκ μέρους όλων μας, μέχρι την επανένωση της Κύπρου, όπως προβλέπει το διεθνές δίκαιο και επιβάλλει η ιστορική και εθνική μας ευθύνη» υπογράμμισε.
Από την πλευρά της, η υφυπουργός Πολιτισμού Λίνα Κασσιανίδου επισήμανε πως η επιστροφή των αρχαιοτήτων αυτών αποτελεί, κυρίως, ένα απτό παράδειγμα, του πώς υλοποιείται στην πράξη η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και του δικαιώματος των κοινωνιών να διατηρούν ζωντανή τη σχέση τους με την ιστορία, τη μνήμη και την ταυτότητά τους. «Για χώρες, όπως η Κύπρος και η Ελλάδα, η συζήτηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα. Και οι δύο χώρες διαθέτουν πολιτιστική κληρονομιά ανεκτίμητης αξίας. Και οι δύο έχουν βιώσει, με διαφορετικούς τρόπους και σε άλλες εποχές, την απώλεια και την αποστέρηση, και διεκδικούν την επιστροφή των πολιτιστικών αγαθών τους. Ο αγώνας μας είναι κοινός και άρρηκτα συνδεδεμένος με την προσπάθεια μας να διαφυλάξουμε την ιστορική μνήμη και τις ρίζες μας» σημείωσε με νόημα.
Αναφερόμενη στη στήριξη της Κυπριακής Δημοκρατία στο αίτημα της Ελλάδας για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα, η κ. Κασσιανίδου εξήγησε: « Η θέση αυτή δεν αποτελεί απλώς έκφραση αλληλεγγύης προς την Ελλάδα, αλλά έκφραση μας κοινής αρχής: ότι τα πολιτιστικά αγαθά αποκτούν σημασία και αξία όταν βρίσκονται σε ουσιαστική σχέση με τον τόπο, τους ανθρώπους του, και την ιστορία τους».
Η σύγχρονη μεταλλευτική δραστηριότητα, δεν καθορίζεται μόνο από την παραγωγή πρώτων υλών, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο εντάσσεται στο κοινωνικό, οικονομικό και περιβαλλοντικό πλαίσιο, στο οποίο λειτουργεί και το πως αλληλοεπιδρά με αυτό.