Ταινία σταθμός για το νέο αμερικάνικο σινεμά, «Ο Ταξιτζής», δίχως άλλο είναι η μεγάλη στιγμή συνύπαρξης του εκ των κορυφαίων σκηνοθετών, της μεγάλης γενιάς που βγήκε ουσιαστικά τη δεκαετία του ‘70, Μάρτιν Σκορσέζε, του σπουδαίου σεναριογράφου, Πολ Σρέιντερ και του ανήμερου θηρίου της υποκριτικής, εκείνη την εποχή, Ρόμπερτ Ντε Νίρο. Και βεβαίως του μεγάλου συνθέτη της προηγούμενης γενιάς και στενού συνεργάτη του Χίτσκοκ, Μπέρναρντ Χέρμαν και του έξοχου διευθυντή φωτογραφίας Μάικλ Τσάπμαν.
Με ανεξάντλητη σκηνοθετική ενέργεια, ο Σκορσέζε, στην μόλις τρίτη του ταινία, αξιοποιεί στον μέγιστο βαθμό το κεντημένο ψιλοβελονιά σενάριο του Σρέιντερ, για να δώσει τον απαραίτητο χώρο στον Ντε Νίρο να ξετυλίξει την αδάμαστη ψυχική ένταση του ήρωα-αντιήρωα, περιγράφοντας αφοπλιστικά μία ολόκληρη εποχή, κάνοντας την οθόνη να πάλλεται από πάθος και κινηματογραφικό σθένος. Την Αμερική του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ, της οδυνηρής ήττας στο Βιετνάμ και των νέων φαιδρών υποσχέσεων, από το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο, σε έναν λαβωμένο λαό, για μια νέα περίοδο «δόξης λαμπρής».
Το φιλμ, που συγκαταλέγεται ανάμεσα στα 100 κορυφαία όλων των εποχών, χάρισε το 1976 στον Σκορσέζε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, προτάθηκε για τέσσερα Όσκαρ και κέρδισε τρία BAFTA, ενώ παραδόξως έκανε και ένα πολύ καλό ρεκόρ εισπράξεων, για μια χαμηλού κόστους παραγωγή, στην οποία ενεπλάκησαν και οι συνομήλικοι του Ιταλοαμερικάνου σκηνοθέτη, Μπράιαν Ντε Πάλμα και Στίβεν Σπίλμπεργκ.
Συμπληρώνοντας 50 χρόνια από την πρεμιέρα του, «Ο Ταξιτζής» γίνεται όλο και πιο επίκαιρος στις μέρες μας - όπως συμβαίνει με όλα τα αυθεντικά και μεγάλα καλλιτεχνικά έργα, καθώς πλέον στη θέση του περιφρονημένου και πληγωμένου βαθιά ήρωα του Σκορσέζε βρίσκονται μεγάλα κομμάτια των κοινωνιών παγκοσμίως. Μπορεί οι εποχές να έχουν προχωρήσει, αλλά ο κόσμος φαίνεται να κάνει ολοταχώς βήματα πίσω. Η ασυδοσία των πολιτικών ηγετών, που εξελίσσονται σε αυταρχικούς ηγεμόνες, η κυριαρχία των υπερπλούσιων, που γίνονται όλο και πλουσιότεροι, η αρρωστημένη εξάρτηση από την τεχνολογία, η χειραγώγηση και η αποξένωση, οι πόλεμοι, η φτώχεια, η κατακλυσμιαία ανασφάλεια των πολλών για το μέλλον, φανερώνουν το μέγεθος του προβλήματος. Δεν είναι πλέον μόνο η ζούγκλα της Νέας Υόρκης του ‘70. Είναι, όπως καθημερινά επιβεβαιώνεται από το αστυνομικό δελτίο, όλοι οι δρόμοι της βίας και της ανεξέλεγκτης οργής, από τις μεγάλες μητροπόλεις μέχρι τις κωμοπόλεις και τα χωριά όλου του κόσμου.
Κλείσιμο
Όταν ο Ντε Πάλμα έφερε κοντά τους Σκορσέζε - Σρέιντερ
Όλα ξεκίνησαν από τον Ντε Πάλμα, όταν αυτός γνώρισε τον τότε ακόμη σχεδόν άσημο σεναριογράφο Πολ Σρέιντερ στον Σκορσέζε. Όταν ο σκηνοθέτης διάβασε το σενάριο κατάλαβε αμέσως ότι πρέπει να το μεταφέρει στην οθόνη. Αν και πίστευε ότι «την ταινία δεν θα την έβλεπε κανείς», δεν μπορούσε να συγκρατηθεί και με όλο του το πάθος έβαλε μπροστά το δύσκολο εγχείρημα, δεδομένης και της αγάπης του για τη Νέα Υόρκη, όπου διαδραματίζεται το στόρι.
Το ημερολόγιο, ο Ντοστογιέφσκι και το πορνό
Ο Σρέιντερ, που εμπνεύστηκε το σενάριό του από το ημερολόγιο του Άρθουρ Μπρέμερ, ο οποίος πυροβόλησε τον υποψήφιο για τις Προεδρικές εκλογές του 1972 Τζορτζ Γουάλας, αλλά και το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι «Σημειώσεις από το υπόγειο», επηρεάστηκε εμφανώς και από τις δικές του εμπειρίες και την αποξένωση που βίωσε ο ίδιος από την υπόλοιπη κοινωνία. Τότε, ο σπουδαίος γραφιάς ζούσε μοναχικά στο αυτοκίνητό του, έπινε ασταμάτητα, σύχναζε σε πορνοσινεμά και όταν χρειάστηκε κάποια στιγμή να πάει στο νοσοκομείο, συνειδητοποίησε ότι ο πρώτος άνθρωπος που μίλησε, έπειτα από πολύ καιρό, ήταν η νοσοκόμα.
Το εμπνευσμένο στόρι
Ένας πρώην πεζοναύτης και βετεράνος του πολέμου στο Βιετνάμ, ο Τράβις Μπικλ, ζει πλέον στη Νέα Υόρκη και εργάζεται ως ταξιτζής τη νύχτα, καθώς υποφέρει από αϋπνίες και από κατάθλιψη, ενώ τη μέρα συχνάζει σε πορνό-κινηματογράφους. Αν και προσπαθεί να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες, παραμένει μοναχικός, με έντονη την αίσθηση του σωστού και του λάθους και δυσφορώντας με την κατάπτωση της ανθρωπότητας. Ο Τράβις, παθαίνει ψύχωση με μία όμορφη κοπέλα, που εργάζεται στην προεκλογική εκστρατεία ενός γερουσιαστή, την Μπέτσι, αλλά μετά από ένα άτυχο ραντεβού μαζί της, τρελαίνεται και αποφασίζει να μετατραπεί σε εκδικητή και αιματοβαμμένο Μεσσία. Μια από τις προτεραιότητες που βάζει είναι η διάσωση της ανήλικης πόρνης Άιρις, που προσπαθεί να ξεφύγει από τον βούρκο και τον προαγωγό της.
Ο Ντε Νίρο και η Φόστερ
Τα γυρίσματα, ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 1975, σε μία Νέα Υόρκη να βράζει από τη ζέστη και να ζέχνει από τη βρόμα λόγω της απεργίας των απορριμματοφόρων, ενώ ο Ντε Νίρο πήρε συνεντεύξεις από πραγματικούς στρατιώτες, για να τους μελετήσει, έμαθε να οδηγεί και έχασε περίπου 15 κιλά. Τον ρόλο της Άιρις, πήρε τελικά η Τζόντι Φόστερ, παρότι δεν ήταν η αρχική επιλογή. Οι πρώτες επιλογές του Σκορσέζε ήταν οι Μέλανι Γκρίφιθ, Μπο Ντέρεκ και η εγγονή του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Μάριελ, η οικογένεια της οποίας την πίεσε να απορρίψει τον ρόλο. Το καστ συμπλήρωσαν υποδειγματικά οι Χάρβεϊ Καϊτέλ (προαγωγός), Σίμπιλ Σέπερντ (Μπέτσι), Πίτερ Μπόιλ, Άλμπερτ Μπρουκς και Λέοναρντ Χάρις.
Το λούνα παρκ απανθρωπιάς και η αθάνατη ατάκα
Ο Σκορσέζε, στην πιο δημιουργική φάση της καριέρας του, εστιάζει πάνω στον αντιήρωά του, που έπαιξε τη ζωή του στη ρώσικη ρουλέτα της ζούγκλας του Βιετνάμ, νομίζοντας ότι πολεμά για τη σημαία. Μέσα από την παρατηρητικότητα του Τράβις αναδεικνύονται όλα αυτά που συνθέτουν μια χώρα σε πτώση. Η υπέροχη τζαζ μουσική του Μπέρναρντ Χέρμαν (πέθανε πριν από την πρεμιέρα του 1975) δίνει το ελεγειακό τέμπο της ταινίας, ενώ ο μέγας μάστορας της φωτογραφίας Μάικλ Τσάπμαν, καθρεφτίζει πάνω στα παρμπρίζ και τους καθρέφτες του κίτρινου ταξί, τους ατμούς των υπονόμων (μια πόλη έτοιμη να εκραγεί), αλλά και τους βίαιους και βρόμικους δρόμους, με τα «βαποράκια», τις πόρνες, τους νταβατζήδες, τη σαπίλα, την αποκτήνωση και όλα αυτά που συνθέτουν ένα ιδιότυπο λούνα παρκ απανθρωπιάς. Ο Σκορτσέζε, φωτίζει τις εικόνες του με νέον και με μία πρωτόγνωρη ωμότητα, αποτυπώνει την απόγνωση του αντιήρωά του, ρίχνοντας στη μάχη της κινηματογραφικής αποπλάνησης του θεατή και το slow motion και δίνοντας τη χαριστική βολή με μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες ατάκες στην ιστορία του σινεμά με τον Ντε Νίρο μπροστά στον καθρέφτη να λέει: «You talkin’ to me?». Μια ατάκα, που δεν υπήρχε στο σενάριο και αποτελεί αποτέλεσμα αυτοσχεδιασμού του ίδιου του Ντε Νίρο. Τέσσερις λέξεις που θα τον κάνουν σταρ.
Η συμβουλή του Σπίλμπεργκ
Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Σκορσέζε, για να αποφύγει το κόψιμο, από τη λογοκρισία, της σεκάνς της αιματοχυσίας στο φινάλε, υιοθέτησε τη συμβουλή του Σπίλμπεργκ, που βοήθησε και στο μοντάζ, για την επεξεργασία και τον αποχρωματισμό της, έτσι ώστε να φαίνεται λιγότερο ζωντανό το κόκκινο του αίματος. Χρόνια μετά, ο Σκορσέζε δήλωνε ικανοποιημένος από την αλλαγή του χρώματος στο φινάλε, θεωρώντας ότι βελτίωνε την εικόνα της αρχικά γυρισμένης σκηνής, παρά την αντίθετη άποψη του Τσάπμαν.
Το ταξίμετρο της ιστορίας
Μισό αιώνα από την πρεμιέρα της και με την εύνοια της τύχης - αλλά και ως παράδοξο - να ζουν σχεδόν όλοι οι βασικοί συντελεστές της κλασικής πια ταινίας, «Ο Ταξιτζής» γράφει χιλιόμετρα στην κινηματογραφική ιστορία, σε μια κούρσα ανελέητη και συνταρακτικά επίκαιρη. Ένα κινηματογραφικό μανιφέστο, μία απεγνωσμένη προειδοποίηση για να αποφύγουμε τα αίτια και να μην φτάσουμε σε φαινόμενα Τράβις, αν και το ταξίμετρο της ιστορίας τρέχει σαν τρελό προς αυτή την κατεύθυνση.
Ανεξήγητη απώλεια βάρους, εξάντληση, μειωμένη όρεξη ή δυσκολία στην κίνηση αποτελούν κάποια από τα «σημάδια» της δυσθρεψίας που συνήθως περνάνε απαρατήρητα
Αναδείχθηκε η επιτυχημένη μετάβαση της χώρας από τις αρνητικές ευρωπαϊκές πρωτιές σε μια νέα εθνική προσέγγιση πρόληψης και προαγωγής υγείας για τα παιδιά.