Ευγενία Φακίνου: «Δεν πρέπει να παραδοθούμε στην κατάθλιψη»
H συγγραφέας του βιβλίου «Πλανόδιοι θεριστές» παραχώρησε μία συνέντευξη στο Αθηναϊκό Πρακτορείο και εξηγεί πώς κατάφερε να μυθοποιήσει τη «ζοφερή πραγματικότητα που βιώνουμε» προκειμένου να μπορέσει να την αντιμετωπίσει.
«Ήθελα συνειδητά να γράψω ένα αισιόδοξο κι ελπιδοφόρο βιβλίο για το πώς ετερόκλητοι άνθρωποι κι άγνωστοι μεταξύ τους μπορούν να δώσουν χέρι βοηθείας ο ένας στον άλλον. Ένιωσα την ανάγκη να πω ότι δεν πρέπει να παραδοθούμε στη στενοχώρια και την κατάθλιψη». Έτσι προσδιορίζει τις προθέσεις του καινούργιου βιβλίου της η Ευγενία Φακίνου σε συνέντευξη την οποία παραχώρησε στο Αθηναϊκό Πρακτορείο, συμπληρώνοντας ότι χρειάστηκε να μυθοποιήσει τη «ζοφερή πραγματικότητα που βιώνουμε» προκειμένου να μπορέσει να την αντιμετωπίσει. Ο τίτλος του νέου μυθιστορήματος είναι «Πλανόδιοι θεριστές» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Έχοντας συμπληρώσει πάνω από τριάντα χρόνια συνεχούς παρουσίας στην πεζογραφία, η συγγραφέας συνδέει τους «Πλανόδιους θεριστές» με θέματα και μοτίβα τα οποία έχουμε συναντήσει σε προηγούμενα βιβλία της, όπως, μεταξύ άλλων, η δύναμη των γυναικών να διεκδικούν την ελευθερία τους και ο αποκαλυπτικός λόγος της φαντασίας, του παραμυθιού και της αλληγορίας.
Μια νεαρή γυναίκα που πρόκειται να γεννήσει, θα αφήσει πίσω της την ανεργία και τις πικρές οικογενειακές μνήμες, αναζητώντας καταφύγιο στην προστασία την οποία θα της προσφέρουν οι άνθρωποι ενός μικρού τόπου. Έτσι συνοψίζεται η πλοκή του καινούργιου μυθιστορήματός σας «Πλανόδιοι θεριστές». Αποτελεί το βιβλίο σας μιαν έμμεση, ενδεχομένως αισιόδοξη απάντηση στην κρίση;
Ήθελα συνειδητά να γράψω ένα αισιόδοξο κι ελπιδοφόρο βιβλίο για το πώς ετερόκλητοι άνθρωποι κι άγνωστοι μεταξύ τους μπορούν να δώσουν χέρι βοηθείας ο ένας στον άλλον. Ήθελα να μιλήσω ανάμεσα σ’ άλλα, για την αλληλεγγύη των μοναχικών και ηττημένων. Ένιωσα την ανάγκη να πω ότι δεν πρέπει να παραδοθούμε στη στενοχώρια, στην κατάθλιψη. Είναι ψυχοφθόρο. Ίσως ήταν ο τρόπος μου ν’ αφηγηθώ, πρώτα στον εαυτό μου, τη ζοφερή πραγματικότητα που βιώνουμε, να την απομυθοποιήσω, ώστε να μπορέσω να την αντιπαλέψω.
Οι πρωταγωνιστές στους «Πλανόδιους θεριστές» δεν τα βρίσκουν από την αρχή μεταξύ τους. Θα χρειαστούν πολύς κόπος και μεγάλη θέληση για συνθέσουν τις διαφορές τους σε μιαν αμοιβαίως ευεργετική εμπειρία: μια εμπειρία που θα ανοίξει στο τέλος για όλους έναν νέο δρόμο εξισορρόπησης και αυτογνωσίας. Τoν δρόμο για την ανάκτηση της προσωπικότητάς της και την κατάκτηση μιας νέας αυτογνωσίας ακολουθεί και η πρωταγωνίστριά σας στο «Για να δει τη θάλασσα» (2008). Πόσο βαραίνει η διαδικασία της εσωτερικής μάθησης στο έργο σας;
Κλείσιμο
Νομίζω ότι αυτή η διαδικασία ξεκινά από μένα την ίδια, καθώς ανακαλύπτω τον εαυτό μου από βιβλίο σε βιβλίο, αγγίζω τα τραύματα της σκοτεινής παιδικής ηλικίας, δεν τα θεραπεύω ασφαλώς, γιατί τότε θα έπαυα να γράφω, αλλά τα παρηγορώ. Κάνω ατελείωτους εσωτερικούς διαλόγους -όχι μονολόγους, αφού έχω απέναντί μου τον «άλλον’ μου εαυτό- και ίσως καταλήγω σε χρήσιμα συμπεράσματα κι αποφάσεις ζωής. Ό,τι ισχύει, δηλαδή, και για τους ήρωες των βιβλίων μου.
Το ζήτημα της γυναικείας ευαισθησίας και η ανάγκη των γυναικών για ελευθερία και αυτονομία καταλαμβάνουν κυρίαρχη θέση στους «Πλανόδιους θεριστές». Είναι κάτι που έχουμε δει σε πολλά βιβλία σας: στην «Αστραδενή» (1982), στο «’Εβδομο ρούχο» (1983), αλλά και στο «Η Μερόπη ήταν το πρόσχημα» (1994) ή στην «Τυφλόμυγα» (2000). Πώς μπορεί η λογοτεχνία να μιλήσει για τη θέση της γυναίκας στον σύγχρονο κόσμο χωρίς να παγιδευτεί, όπως το έχουν καταφέρει τα δικά σας μυθιστορήματα, στη φεμινιστική στράτευση;
Ας ξεκαθαρίσω από την αρχή ότι δεν υπήρξα ποτέ φεμινίστρια. Θεωρούσα και θεωρώ ότι οι γυναίκες οφείλουν να βελτιώσουν τη θέση τους, ν’ αφήσουν κατά μέρος «κόλπα» που με θυμώνουν, και ν’ αγωνιστούν ισότιμα στο πλάι των ανδρών. Οι γυναίκες ηρωίδες των βιβλίων μου βρίσκονται σε μια διαρκή αναζήτηση ταυτότητας και ανα-αυτοκαθορισμού. Δεν τους αρκεί η διαπίστωση των αδιεξόδων που βιώνουν αλλά ψάχνουν να καθορίσουν εκ νέου και εξαρχής τον προορισμό τους.
Σημαντικό ρόλο στους «Πλανόδιους θεριστές» αναλαμβάνουν το παραμυθητικό στοιχείο και η λειτουργία της φαντασίας, που ενεργούν με έναν παρηγορητικό (ακόμα και απελευθερωτικό) τρόπο. Το παραμυθητικό στοιχείο ξεκίνησε από τη «Μεγάλη πράσινη» (1987) και είναι διάχυτο και σε όλα τα βιβλία που έχετε γράψει για παιδιά. Η φαντασία είναι επίσης μια περιοχή στην οποία έχετε καταφύγει κατ’ επανάληψη: τόσο στα παιδικά σας βιβλία όσο και σε μυθιστορήματα όπως «Η μέθοδος της Ορλεάνης» (2005). Ποιον ακριβώς ρόλο παίζουν το παραμύθι και η φαντασία στην πεζογραφία σας;
Είχα από παιδί μια οργιώδη φαντασία, που μου είχε δημιουργήσει πολλά προβλήματα αλλά, ευτυχώς για μένα, βρήκα τη μέθοδο να τη διοχετεύω δημιουργικά. Πιστεύω ότι μέσα από το παραμύθι (για μικρούς και μεγάλους) μπορείς να μιλήσεις για πολύ σοβαρά θέματα με τρόπο απλό ( όχι απλοϊκό) και καίριο. Η παραβολή και η αλληγορία υποχρεώνουν τον αναγνώστη να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, κι επομένως να συμμετάσχει ενεργά.
Σε όλα τα βιβλία σας αποτίνετε έναν φόρο τιμής (αν μπορούμε να το πούμε έτσι) στη δύναμη του πρωτεϊκού και του αρχέγονου, που μοιάζει να έχει την ικανότητα να μας ανακουφίσει από τα δεινά του σύγχρονου πολιτισμού. Ποια είναι τα μέσα που χρησιμοποιείτε για να δώσετε σάρκα και οστά σ’ αυτή τη δύναμη; Θεωρώ ότι υπάρχει άμεση διασύνδεση με το παρελθόν, μυθολογικό ή ιστορικό, ακόμα κι αν δεν είναι απόλυτα συνειδητοποιημένο. Ο τόπος, οι μύθοι κι η ιστορία του, είναι ένα παλίμψηστο που αρκεί να ξύσεις λίγο την επιφάνεια για να βρεις τα κρυμμένα νοήματα. Η μυθολογία, που διαχέεται μέσα στην προφορική παράδοση (της οποίας φορείς είναι οι γυναίκες), εν αγνοία τις περισσότερες φορές των αφηγητριών της, με βοήθησε πολύ. Σβησμένες μνήμες επιβιώνουν, φτάνει να έχεις υπομονή, διάθεση και προθυμία να τις ακούσεις. Επομένως, η μυθολογία, η λεγόμενη «μικρή» Ιστορία, τα θρησκευτικά κείμενα, νεότεροι μύθοι και παραδόσεις είναι για μένα πολύτιμα εργαλεία.
Διακρίνετε κάποιες ανανεωτικές τάσεις στην πεζογραφία των νεώτερων γενεών κι αν ναι πώς θα τις χαρτογραφούσατε;
Νομίζω ότι οι νεότεροι πεζογράφοι ξέφυγαν –επιτέλους- από την ομφαλοσκόπηση και τη φλύαρη αυτο-αναφορικότητα της γενιάς του ’90, κι αναγκασμένοι από την παρούσα δύσκολη οικονομική κατάσταση μας προσφέρουν ενδιαφέροντα κείμενα.
Μολονότι είναι ίσως πρώιμο να το ρωτήσω, έχετε κάτι στα σκαριά;
Χρειάζομαι τουλάχιστον ένα χρόνο «αγρανάπαυσης», κατά τη διάρκεια του οποίου διαβάζω μανιωδώς, προσπαθώντας να καλύψω το κενό που έχει δημιουργηθεί εξ αιτίας της συγγραφής. Περιμένω υπομονετικά να έρθει το νέο θέμα. Αν έρθει, βεβαίως, επειδή αυτό δεν είναι ούτε δεδομένο, ούτε αυτονόητο.