Οι Τσάμηδες μετά τον πόλεμο - Η ένταξή τους στον ΔΣΕ κατά τον ελληνικό εμφύλιο

tsamides_katochi

Οι αποφάσεις των δικαστηρίων για τους δωσίλογους Τσάμηδες - Οι Τσάμηδες στην Αλβανία - Κ.Κ.Ε και Τσάμηδες - Οι Τσάμηδες στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας

Ένα από τα θέματα με το οποίο έχουμε ασχοληθεί πολλές φορές είναι το λεγόμενο   «Τσάμικο». Και την προηγούμενη εβδομάδα, ασχοληθήκαμε εκτενώς με τη σφαγή 49 προκρίτων της Παραμυθιάς από Γερμανούς και Τσάμηδες στις 29 Σεπτεμβρίου του 1943.

Πριν λίγες ημέρες, κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο Σταύρου Γ. Ντάγιου, με τίτλο « ΝΙΚΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ – ΕΝΒΕΡ ΧΟΝΤΖΑ. Συνεργασία και μυστικές συμφωνίες του Κ.Κ.Ε με την Αλβανία 1943-1974» ( εκδόσεις LITERATUS ). Ο κύριος Ντάγιος είναι ο συγγραφέας του άκρως αποκαλυπτικού βιβλίου « Ο Νίκος Ακριβογιάννης και η Δίκη των Αεροπόρων» (Θεσσαλονίκη, LITERATUS 2017), στο οποίο είχαμε στηριχθεί για τη συγγραφή του άρθρου για τον Νίκο Ακριβογιάννη στις 19/5/2019.

Καθώς στο νέο βιβλίο του Σταύρου Ντάγιου περιέχονται καινούργια και άκρως αποκαλυπτικά στοιχεία (και) για τους Τσάμηδες, αποφασίσαμε να αφιερώσουμε ένα ακόμα άρθρο στο θέμα «Τσάμηδες» εικάζοντας ότι και οι αναγνώστες του protothema.gr θα βρουν άκρως ενδιαφέροντα όσα θα διαβάσουν.


tsamides



Οι δικαστικές αποφάσεις για τους Τσάμηδες

Οι Τσάμηδες καταδικάστηκαν από το σύνολο της κοινής γνώμης στην Ελλάδα και την Ευρώπη ως δωσίλογοι και συνεργάτες των Ιταλών και των Γερμανών.Μετά την απελευθέρωση της χώρας μας, ψηφίστηκε ειδική ποινική νομοθεσία για την τιμωρία όσων συνεργάστηκαν με Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους. Με τη Συντακτική Πράξη αρ.6 της 2ας Ιανουαρίου 1945 και τον αναγκαστικό νόμο 533/1945 ρυθμίζονταν οι απαραίτητες λεπτομέρειες για τη συγκρότηση των Ειδικών Δικαστηρίων, τη δικονομία τους, τα αδικήματα που θα διώκονταν και τις ποινές που θα επιβάλλονταν. Το άρθρο 2 της Συντακτικής Πράξης
(και του Α.Ν 533/1945) προέβλεπε ότι η περιουσία της συζύγου ή των τέκνων του κατηγορουμένου που αποκτήθηκε μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, ανήκε στον κατηγορούμενο (μαχητό τεκμήριο) και υπόκειτο σε δήμευση. Τέλος το άρθρο 33 της Πράξης (άρθρο 32 του Α.Ν 533/1945) προέβλεπε εικοσαετή παραγραφή για τις μη επανορθωτικές ποινές από την τελεσιδικία.
(Τα στοιχεία προέρχονται από τη μελέτη του Δ.Ν. Γιάννη Κτιστάκη « Περιουσίες Τσάμηδων και Αλβανών στην Ελλάδα ( Άρση του εμπολέμου και διεθνής προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου)», Περιοδικό Δίκη, Φεβρουάριος 2006).
 
Τον Μάιο του 1945, το Ειδικό Δικαστήριο Δωσίλογων των Ιωαννίνων τεκμηρίωσε εκατοντάδες δολοφονίες Ελλήνων, απαγωγές και εξαφανίσεις προσώπων, βιασμούς γυναικών, χιλιάδες πυρπολήσεις κατοικιών και λεηλασίες χωριών, ύστερα από έρευνα των Υπηρεσιών Ασφαλείας της περιοχής και υποβολή μηνύσεων από ιδιώτες.

Βάσει των διατάξεων που αναφέραμε παραπάνω, στις 23 Μαΐου 1945 καταδικάστηκαν από το Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων των Ιωαννίνων ( Απόφαση 344/1945), ερήμην, 1937 Τσάμηδες σε θάνατο. Στις 27 Μαῒου 1946, από το ίδιο Δικαστήριο, καταδικάστηκαν σε θάνατο, ερήμην, άλλοι 179 Τσάμηδες (Απόφαση 344/1946). Σε όλους τους καταδικασθέντες (συνολικά 2.116) επιβλήθηκε ολική δήμευση των περιουσιακών τους (Από τη μελέτη του Γ. Κτιστάκη, περιοδικό «Δίκη», Φεβρουάριος 2006).


tsamides1



Τα επόμενα χρόνια, με αποφάσεις ελληνικών δικαστηρίων είτε με διοικητικές πράξεις, επικουρικές δικαστικών αποφάσεων, είτε συλλογικά, σύμφωνα με την απόφαση υπ΄ αριθμόν 50862/30254 της 16/1/1947 του Υπουργείου Στρατιωτικών, αφαιρέθηκε από τους Τσάμηδες και η ελληνική ιθαγένεια με αποδιδόμενες κατηγορίες για εθνική προδοσία. Οι αποφάσεις διέτασσαν συγχρόνως την απαλλοτρίωση των κατεχόμενων περιουσιών τους. Συγκεκριμένα, η αγροτική περιουσία παραχωρήθηκε σε ακτήμονες γεωργούς και κτηνοτρόφους με τη μορφή γεωργικών και κτηνοτροφικών κλήρων , η ακίνητη αστική περιουσία (σπίτια και καταστήματα) εκποιήθηκε απευθείας σε άστεγους ή μέσω δημοπρασιών, ενώ όπως αναφέραμε, δημεύθηκε η περιουσία όσων καταδικάστηκαν από το Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων, ως μουσουλμανική περιουσία εγκαταλελειμμένη.

Οι Τσάμηδες στην Αλβανία

Μετά την απώθηση των Γερμανών από την Ήπειρο, τον Οκτώβριο του 1944, 15.000 – 17.000 μουσουλμάνοι Τσάμηδες (σύμφωνα με επίσημη καταγραφή της UNRRA) αναγκάστηκαν να καταφύγουν μαζί με τους Γερμανούς στην Αλβανία, εγκαταλείποντας τη Θεσπρωτία με το στίγμα του δωσίλογου και του συνεργάτη των Ιταλών και των Γερμανών. Αρχικά εγκαταστάθηκαν στη νότια Αλβανία και στη συνέχεια σε ολόκληρη την ενδοχώρα ( αν και ο κύριος όγκος τους παρέμεινε στην Αυλώνα λόγω παρόμοιων κλιματολογικών συνθηκών με τη Θεσπρωτία), σε πρόχειρα παραπήγματα, σκηνές, εγκαταλελειμμένες οικοδομές, εκκλησίες και αποθήκες του ιταλικού στρατού. Πολλοί πέθαναν από κρυοπαγήματα, κακουχίες και ασιτία.


tsamides2

    
Οι Τσάμηδες δεν ήταν καθόλου αρεστοί στην Αλβανία. Περιφέρονταν σαν νομάδες και διατύπωναν αξιώσεις, δεν υπήρχαν όμως ευήκοα ώτα… Έτσι άρχισαν να αποτελούν μια νέα, περιφρονημένη και εξαρτημένη κοινωνική τάξη.

Οι Αλβανοί προσπάθησαν να επιλύσουν το θέμα των Τσάμηδων με συμφωνίες μεταξύ του ΚΚ Αλβανίας και του ΕΑΜ, παρακάμπτοντας το επίσημο ελληνικό κράτος. Στη μυστική συνάντηση της 27ης – 28ης Δεκεμβρίου 1944 μεταξύ της Κομματικής Επιτροπής Αργυροκάστρου και της Πανηπειρωτικής Επιτροπής του ΕΑΜ, οι Άρης Βελουχιώτης και Στέφανος Σαράφης, συζήτησαν για την έκρυθμη κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στην Ελλάδα με τα Δεκεμβριανά, ενώ οι Αλβανοί συζήτησαν το ενδεχόμενο επαναπατρισμού των Τσάμηδων. Ο Βελουχιώτης είπε στους Αλβανούς ότι κάτι τέτοιο εκείνη τη στιγμή ήταν ανέφικτο, αλλά στο άμεσο μέλλον και αφού το ΕΑΜ θα είχε υπό τον έλεγχο του όλη την περιοχή της Ηπείρου, το ζήτημα των Τσάμηδων θα τακτοποιούνταν οριστικά ( Αrkivi Quendori Shtetit, στο εξής ΑQSH, της Αλβανίας, F.14, V.1945, Επιστολή της Κομματικής Επιτροπής Αργυροκάστρου προς την ΚΕ του ΚΚ Αλβανίας, Αργυρόκαστρο 9/1/1945). Άλλωστε η θέση του ΕΑΜ, όπως τη διατύπωσε η Πανηπειρωτική Επιτροπή του σε εγκύκλιο προς τις οργανώσεις της στις 8 Φεβρουαρίου 1945, ήταν η ανεμπόδιστη επιστροφή των Τσάμηδων στην Ελλάδα.
    
Πραγματικά, τον Μάρτιο του 1945,  επιχειρήθηκε η επιστροφή των Τσάμηδων στη Θεσπρωτία, με την αδράνεια, αν όχι ενθάρρυνση ( «συγκαταβατική απάθεια» γράφει εύστοχα ο Σταύρος Ντάγιος), του ΕΑΜ της περιοχής. Το αποτέλεσμα ήταν να σημειωθούν αιματηρές συμπλοκές με τους ντόπιους κατοίκους της περιοχής και να υπάρξουν μερικές δεκάδες θύματα στους Φιλιάτες.


tsamides3




Οι Αλβανοί «παίζουν» το χαρτί των Τσάμηδων

Μετά τα δραματικά γεγονότα στους Φιλιάτες, αν και γνώριζαν ότι οι προσπάθειές τους δεν θα τελεσφορούσαν, οι Αλβανοί άρχισαν να κατηγορούν την Ελλάδα για γενοκτονία και εθνοκάθαρση των Τσάμηδων. Ουσιαστικά, αυτό αποτελούσε το αλβανικό «αντίβαρο» στο βορειοηπειρωτικό ζήτημα. Έτσι, στις 19 Μαρτίου 1945, η αλβανική κυβέρνηση κάλεσε τους εκπροσώπους των Συμμάχων στα Τίρανα και εξέφρασε την έντονη διαμαρτυρία της για τα «ειδεχθή εγκλήματα των ελληνικών αρχών εις βάρος των Τσάμηδων, ζητώντας την παρέμβασή τους για τη συνολική διευθέτηση του ζητήματος» ( Arkivi i Ministrise se Puneve te Jashtme, στο εξής ΑΜPJ, Αρχείο του Αλβανικού Υπουργείου Εξωτερικών, V.1945, D.11, fl.19,  Έκθεση του Συνταγματάρχη Πάλμερ για την επίσκεψή του στη Βόρεια Ελλάδα, 4-9 Απριλίου 1945). Ενθαρρυμένοι οι Τσάμηδες, πραγματοποίησαν μεγάλη πορεία διαμαρτυρίας κατά των «ειδεχθών εγκλημάτων του Στρατηγού Ζέρβα» στην Κονίσπολη, κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα ( εφ. «Bashkimi», 30/3/1945). Τον Νοέμβρη του 1945, καθώς ο Αμερικανός απεσταλμένος WilliamH. McNeil επισκέφθηκε την Ελλάδα, οι Τσάμηδες απευθύνθηκαν και σ’ αυτόν ζητώντας την παρέμβαση των Συμμάχων (εφ. «Bashkimi», 23/11/1945).

tsamides4



Ωστόσο, η αλβανική κυβέρνηση βλέποντας ότι δεν πρόκειται οι Τσάμηδες να επιστρέψουν άμεσα στην Ελλάδα, αποφάσισε τη διασπορά και την εγκατάστασή τους κυρίως στον αλβανικό Νότο. Πολλοί όμως αξιωματούχοι και άλλοι σημαίνοντες Αλβανοί, θεώρησαν αυτή την κίνηση μέγα λάθος. Πίστευαν ότι έπρεπε οι Τσάμηδες να εγκατασταθούν στην αλβανική μεθόριο, κυρίως στο Αργυρόκαστρο, για να αλλοιωθεί ο πληθυσμός της περιοχής. Αυτό είχε ακουστεί ως απειλή και το 1924-1925, όταν επρόκειτο να πραγματοποιηθεί η ανταλλαγή των μουσουλμάνων Τσάμηδων και η εγκατάστασή τους στις αμιγώς ελληνικές περιοχές της Β. Ηπείρου. Η Διερευνητική Επιτροπή στο πλαίσιο του Ο.Η.Ε. το 1947, απέτυχε να εξετάσει εθνοτικά θέματα κατά μήκος της ελληνοαλβανικής μεθορίου, λόγω τις αδιαλλαξίας της Αλβανίας και της Γιουγκοσλαβίας.

Κ.Κ.Ε. και Τσάμηδες

Το Κ.Κ.Ε, διαχώρισε την πολιτική του θέση από τη συνολική στάση των υπόλοιπων κομμάτων της χώρας. Θεωρούσε τους Τσάμηδες θύματα των «ειδεχθών ανοσιουργημάτων του Στρατηγού Ζέρβα και της ελληνικής αντίδρασης και καταδίκαζε τις ωμότητες εις βάρος τους» ( Συνέντευξη Νίκου Ζαχαριάδη σε Έλληνες και ξένους δημοσιογράφους, Ριζοσπάστης 2 Ιουνίου 1945). Την ίδια στιγμή, δεν έκανε σχεδόν καμία αναφορά στην εγκληματική τους δράση και τη συνεργασία τους με τους Ιταλούς και τους Γερμανούς.
    
Στις 6 Ιουνίου 1946, ο Ριζοσπάστης στη σελ. 4, δημοσίευσε άρθρο με τίτλο « Η αλβανική κυβέρνηση υπέβαλε υπόμνημα για τις διώξεις των Αλβανών στην Ελλάδα, στο οποίο περιέχονται και δηλώσεις του Ενβέρ Χότζα, ο οποίος κατήγγειλε τους διωγμούς των Αλβανών της Τσαμουριάς, που άρχισαν το 1913 και κορυφώθηκαν από τον Ιούνιο του 1944 ως τον Μάρτιο του 1945, οπότε «Έλληνες αντιδραστικοί, κινούμενοι από ταπεινά ή σοβινιστικά αισθήματα, πυρπόλησαν δεκάδες χωριά και ξεκλήρισαν χιλιάδες Αλβανούς». Στο υπόμνημα τονιζόταν, ότι ως αποτέλεσμα αυτού του άγριου διωγμού 28.000 (!) Τσάμηδες κατέφυγαν στην Αλβανία, όπου δεκάδες απ’ αυτούς πέθαναν από κακουχίες. Πρόκειται για τερατολόγημα, αφού οι Τσάμηδες σε όλες τις απογραφές μόλις που ξεπερνούσαν τις 20.000. Το 1938, από τη Γενική Διοίκηση Ηπείρου, αναφέρεται ότι στη Θεσπρωτία ζούσαν 17.311 Αλβανοί μουσουλμάνοι. Η επεξεργασία των αποτελεσμάτων της απογραφής του 1940 δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, αλλά, κατά μία εκδοχή, οι Τσάμηδες ήταν 16.661 (Δ. Αρχιμανδρίτης, «Τσάμηδες,  Οδύνη και Δάκρυα της Θεσπρωτίας».


tsamides5


Άλλοι ανεβάζουν τον αριθμό τους σε 21.000 – 22.000. Το αλβανικό υπόμνημα ζητούσε την παλιννόστηση των Τσάμηδων, τη διασφάλιση και την εγγύηση της ζωής και των περιουσιών τους, αποζημιώσεις για τις καταστροφές που υπέστησαν, την ανοικοδόμηση των σπιτιών τους και δίκαιη τιμωρία των υπευθύνων για τα δεινά τους.
    
Λίγες μέρες αργότερα, η αλβανική κυβέρνηση υπέβαλε δεύτερο υπόμνημα ενώπιον των Υπουργών Εξωτερικών στη Συνδιάσκεψη της Ευρώπης του Παρισιού. Με αυτό, ζητούσε προστασία για τους «αλβανικούς πληθυσμούς της Τσαμουριάς» στη βορειοδυτική Ελλάδα. Επίσης, στο υπόμνημα γραφόταν ότι το 1945 «σαδιστικές ομάδες» (sic)  του Στρατηγού Ζέρβα επέδραμαν εναντίον της Τσαμουριάς και σκότωσαν 600 γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένους, ενώ πυρπόλησαν 860 (!) χωριά. Πρόκειται για νέο χονδροειδέστατο ψέμα! Ο νομός Θεσπρωτίας έχει σήμερα γύρω στα 90 χωριά. 860 χωριά δεν έχει όλη η Ήπειρος. Σύμφωνα με τους αλβανικούς ισχυρισμούς, ο Ν. Ζέρβας θα πρέπει να είχε πυρπολήσει ολόκληρη σχεδόν την ηπειρωτική Ελλάδα… Το θλιβερό είναι, ότι τους γελοίους αλβανικούς ισχυρισμούς, επαναλαμβάνει ο «Ριζοσπάστης» (16 Ιουνίου 1946, σελ. 4 , «Επιστολή του Αλβανού πρωθυπουργού προς τη διάσκεψη Τεσσάρων»).



tsamides6

    
Στο φύλλο της 28ης Ιουνίου 1946, στη σελ. 1, ο «Ριζοσπάστης» δημοσιεύει το εξής άρθρο: « Οι σφαγές και οι λεηλασίες του Ζέρβα στη Θεσπρωτία: Ένα ιστορικό έγγραφο». Το ΚΚΕ, μέσω του κειμένου αυτού, καταδίκαζε «τις ωμότητες και τα εγκλήματα του Ζέρβα στην Ήπειρο, μέσω επιστολής του Συνταγματάρχη (ΠΖ) Νικολάου Κατηφόρη, ο οποίος είχε διενεργήσει επιτόπια έρευνα στη Θεσπρωτία.

Τον Φεβρουάριο του 1947, ενώ η Διερευνητική Επιτροπή διεξήγαγε ελέγχους και έρευνα για την ελληνική προσφυγή στον Ο.Η.Ε., η αλβανική κυβέρνηση κατηγόρησε την Ελλάδα για σφαγές σε βάρος των Τσάμηδων. Ο Συνταγματάρχης Νέστι Κερέντζι, αντιπρόσωπος της Αλβανίας, τόνισε στην ομιλία του:

«Είναι ακριβώς η καταπιεστική αυτή εσωτερική πολιτική που αντανακλά επίσης, και στις μειονότητες με τα καταπιεστικά μέτρα, τα εγκλήματα, λεηλασίες, ποταπότητες και εκδηλώσεις άγριου σοβινισμού απέναντι της μειονότητάς μας στην Τσαμουριά. Μια χαρακτηριστική απόδειξη της εχθρικής στάσεως της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στην Αλβανία και τον αλβανικό λαό είναι η αμείλικτη σφαγή της αλβανικής μειονότητάς στην Ελλάδα, των Τσάμηδων. Κατά τη διάρκεια των σφαγών της περιόδου 1944-45, ο αριθμός των σφαγιασμένων έφτασε τα 2.877 πρόσωπα ενώ 68 χωριά (σημ. όχι 860;) και 5.800 σπίτια πυρπολήθηκαν. Η τρομοκρατία αυτή ανάγκασε 23.000 Τσάμηδες να καταφύγουν από την Ελλάδα στην Αλβανία κάτω από άθλιες συνθήκες».

Στις αρχές Μαρτίου 1947, οι Τσάμηδες έκαναν δεύτερη προσφυγή στον Ο.Η.Ε. με την οποία ζητούσαν την αυστηρή τιμωρία όσων εγκλημάτησαν εναντίον τους. Όμως η αλβανική εμπλοκή στον ελληνικό εμφύλιο και το ναυάγιο του ελληνικού αιτήματος για το βορειοηπειρωτικό στη Συνδιάσκεψη των Παρισίων, υποβάθμισε το θέμα των Τσάμηδων.


tsamides7


Οι Τσάμηδες στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας

Τον Σεπτέμβριο του 1947, ο ΔΣΕ αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα εφεδρειών. Ο Μάρκος Βαφειάδης ζήτησε από τους Αλβανούς τη στρατολόγηση 3.000 - 4.000 Τσάμηδων. Όμως ο Χότζα απέρριψε το αίτημα ως επικίνδυνο.

Η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του ΚΚΕ/ΔΣΕ, έδειχνε διχασμένη για το αν έπρεπε να υπάρχει εθελούσια κατάταξη των Τσάμηδων ή επιβολή καταναγκαστικών μέτρων. Στις αρχές του 1949, στάλθηκε στην Αλβανία ο Βασίλης Σακελλαρίδης με αποστολή την στρατολόγηση των Τσάμηδων. Στις 19 Μαρτίου, η εφημερίδα Zeri I Popullit έκανε έκκληση στους Τσάμηδες να επιστρέψουν στην Ελλάδα και να ενταχθούν στον ΔΣΕ.

Στις 25 Μαρτίου 1949, το ΚΚ Αλβανίας εξέτασε αποκλειστικά την υπόθεση στρατολόγησης των Τσάμηδων. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Σέχου συνιστούσε σε όλους τους Τσάμηδες ηλικίας από 20 έως 45 ετών να στρατευθούν για την «απελευθέρωση της πατρίδας τους», ενώ παράλληλα ξεκίνησε ανηλεής αγώνας κατά των ανυπότακτων Τσάμηδων. Τα αποτελέσματα της στρατολόγησης ήταν πενιχρά. Μερικές εκατοντάδες μόνο Τσάμηδων (από 130-500 άτομα) στρατολογήθηκαν. Παράλληλα, οι Τσάμηδες στην Αλβανία οργάνωσαν εκδηλώσεις διαμαρτυρίας για τη βίαιη στρατολόγησή τους. Πολλοί συνελήφθησαν και εκτοπίστηκαν ή περιορίστηκαν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας.

Άλλοι, υπέβαλλαν αίτηση για την απόκτηση της αλβανικής ιθαγένειας παρότι είχαν αμυδρές ελπίδες για επαναπατρισμό. Οι άκομψοι χειρισμοί της αλβανικής κυβέρνησης είχαν ως αποτέλεσμα αρκετοί Τσάμηδες να προσπαθήσουν να δραπετεύσουν στην Ελλάδα. Ελάχιστοι όμως έφτασαν στην Κέρκυρα. Οι υπόλοιποι συνελήφθησαν και εξοντώθηκαν ή έμειναν για δεκαετίες στις αλβανικές φυλακές. Αλλά και όσοι Τσάμηδες εντάχθηκαν στον ΔΣΕ, δεν έδειξαν ιδιαίτερο ζήλο στις μάχες.


tsamides8


Ούτε όμως και η ηγεσία του ΔΣΕ τους εμπιστευόταν. Μαζί με τους απαχθέντες, αμάχους και άλλους Έλληνες δραπέτες στην Αλβανία, συγκροτούσαν την 105η Ταξιαρχία που συστάθηκε στο 1ο Τάγμα. Στην Ταξιαρχία, το 15-20% ήταν σλαβόφωνοι και οι υπόλοιποι Τσάμηδες και απαχθέντες άμαχοι από Ήπειρο και Μακεδονία. Επρόκειτο για μονάδα μειωμένης εμπιστοσύνης, η σύνθεση της οποίας ήταν δηλωτική.

Ο επίλογος του τσάμικου γράφτηκε στις 19 Απριλίου 1953, με το διάταγμα 1654/1953 με το οποίο το αλβανικό κράτος και επίσημα απέδωσε την αλβανική ιθαγένεια σε όλους τους Τσάμηδες που κατοικούσαν στη ΛΔ της Αλβανίας. Παρά τις αντιρρήσεις και τις αντιδράσεις, όσοι Τσάμηδες αντιτάχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εκδιώχθηκαν.

Κλείνοντας, αναφέρουμε ότι ο Σταύρος Ντάγιος στο βιβλίο του «ΝΙΚΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ – ΕΝΒΕΡ ΧΟΤΤΑ. Συνεργασία και μυστικές συμφωνίες του ΚΚΕ με την Αλβανία 1943-1974» αποκαλύπτει ότι 2000 Αλβανοί στρατιώτες πολέμησαν στις τάξεις του ΔΣΕ κατά τον ελληνικό εμφύλιο. Μετά το τέλος του πολέμου, στάλθηκαν στο Καζακστάν όπου και εγκλωβίστηκαν. Με αυτό το θέμα θα ασχοληθούμε κάποια άλλη φορά.

Ευχαριστούμε θερμά τον κύριο Σταύρο Ντάγιο που μας έδωσε την άδεια να χρησιμοποιήσουμε στοιχεία από το εξαιρετικό βιβλίο του «ΝΙΚΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ – ΕΝΒΕΡ XOTZA. Συνεργασία και μυστικές συμφωνίες του ΚΚΕ με την Αλβανία 1943-1974», Εκδόσεις LITERATUS, 2019.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

Ρoή Ειδήσεων

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα

ΣΧΟΛΙΑ (86)

νανανα

β' μέρος Οσον αφορά τη Χωροφυλακή, διαβάζουμε, «δυστυχώς δεν είναι σπάνια τα επεισόδια δαρμού και αυθαιρεσιών» (σ.8), ενώ αποκαλυπτική για τον σεβασμό της θρησκευτικής ταυτότητας των Τσάμηδων υπήρξε η μετατροπή του μοναδικού Ιεροσπουδαστηρίου της περιοχής (στο Φιλάτι) σε... στάβλο του ελληνικού στρατού –«όστις μάλιστα, ηπείλησε και την δημοσίαν υγείαν, διότι πολύ πλησίον του ευρίσκονται τα μοναδικά πηγάδια από τα οποία υδρεύεται η πόλις.» (σ.11) Οι μουσουλμάνοι αγρότες πιέζονταν, τέλος, ν’ αποπληρώσουν τους φόρους τους μέσα στον Ιούλιο, προτού πουλήσουν τη σοδειά τους, με αποτέλεσμα να «γίνονται έρμαια τοκογλύφων και εκμεταλλευτών ή [να] φυλακίζονται.» (σ.10) Παρόμοια εικόνα σκιαγραφείται και σε εμπιστευτική έκθεση του Γενικού Διοικητή Ηπείρου (19/1/1929) που περιλαμβάνεται στο ίδιο αρχείο (φ.108): «μονόπλευρος», «τραχεία και άνευ ελέους» εφαρμογή του αγροτικού νόμου σε βάρος της μειονότητας, «σιωπηρή» απαγόρευση ακόμη και «της διδασκαλίας του Κορανίου παρά των χοτζάδων εις πλείστα χωρία», άρνηση της διοίκησης να επιτρέψει την εκλογή κοινοτικών αρχόντων από τους μουσουλμάνους και διορισμός χριστιανών στη θέση τους, εκπαιδευτικός αποκλεισμός με το σκεπτικό «ότι δέον ο μουσουλμανικός πληθυσμός να παραμείνη εις το σκότος και την αμάθειαν»· πεποίθηση, τέλος, των αρχών πως «η καλλιτέρα λύσις του ζητήματος της Τσαμουριάς θα ήτο η αναχώρησις του Μουσουλμανικού πληθυσμού». «Εννοείται, ότι υπό τοιαύτας απανθρώπους συνθήκας», διαπιστώνει έτσι ο Στυλιανόπουλος, «ουδέ λόγος δύναται να γίνη περί Μουσουλμάνων προσκειμένων προς την Ελλάδα ή επιθυμούντων το καλόν της, αλλά τουναντίον περί εδάφους γονίμου εις πάσαν ξενικήν προπαγάνδαν.» (σ.3)

νανανα

Για την αντιμετώπιση των Τσάμηδων από τις ελληνικές αρχές, αποκαλυπτική είναι μια πολυσέλιδη έκθεση (15/10/1930) του γενικού επιθεωρητή μειονοτήτων Κωνσταντίνου Στυλιανόπουλου, στενού συνεργάτη του πρωθυπουργού Βενιζέλου, που εντοπίσαμε στο αρχείο του τελευταίου (φ.58). α΄μέρος Ανώτατος κρατικός λειτουργός επιφορτισμένος με τη διαχείριση κάθε λογής μειονοτικών τριβών, προκειμένου ν’ αποφεύγονται διεθνείς επιπλοκές, ο Στυλιανόπουλος καταγράφει, έπειτα από επιτόπια έρευνα, ένα καθεστώς ασφυκτικής καταπίεσης: «Η απελευθέρωσις της Ηπείρου υπό της Ελλάδος επέφερε τελείαν ανατροπήν της καταστάσεως. Από κυρίαρχοι και σατραπίσκοι, [οι Τσάμηδες] εγένοντο αποτόμως ακτήμονες, άστεγοι και πένητες. Η περιουσία των περιήλθεν εις τους καλλιεργητάς εκ διαρπαγής και απαλλοτριώσεως. Εννοείται ότι η απότομος αύτη μεταβολή τούς έφερε εις δεινήν παραζάλην και τους περιήγαγε εις αθλιότητα και οικτράν δυστυχίαν, ώστε πολλοί εξ αυτών να στερούνται και αυτό το ψωμί. Τα πράγματα επιδείνωσεν έτι περισσότερον η άνευ προηγουμένης ερεύνης κατάληψις κτημάτων υπό της Εθνικής Τραπέζης και αι επιτάξεις διά προσφυγικάς ανάγκας. Εάν δε λάβωμεν υπ’ όψιν και την μεροληπτικήν και απάνθρωπον στάσιν των αρχών, συμπληρούμεν την εικόναν της απελπισίας εις ην ευρέθησαν οι Μουσουλμάνοι, αρκετοί των οποίων, κατόπιν ενεργειών μας, εζήτησαν να μεταβούν εις την Τουρκίαν.» (σ.2) Η κατάσταση δεν άλλαξε μετά την οριστική εξαίρεση της μειονότητας από την υποχρεωτική ανταλλαγή: «Εις απάντησιν εις τας επανειλημμένας αιτήσεις και παρακλήσεις των ενεφανίζοντο διωγμοί και χειρότεραι δημεύσεις, μέχρι του σημείου να κηρυχθή [απαλλοτριωτέο] τσιφλίκιον η Παραμυθιά, έδρα Επάρχου και επί Τουρκοκρατίας υποδιοικητού, να απαλλοτριωθούν μικροϊδιοκτησίαι και αυλόκηποι και να μη αφεθή εις πολλούς ουδέ εν στρέμμα διά να καλλιεργήσουν και ζήσουν την οικογένειάν των, να μη πληρώνωνται εις αυτούς τακτικώς τα ορισθέντα μισθώματα, τινά των οποίων είναι κατώτερα και αυτών των απαιτουμένων διά την είσπραξίν των χαρτοσήμων, να εμποδισθούν κατ’ αρχάς και είτα να καταστούν λίαν δυσχερείς αι αγοραπωλησίαι, να εκτιμηθούν τα αγροκτήματα αυτών εις ευτελεστάτας τιμάς μέχρι και 3 δρχμ. το στρέμμα, να γίνωνται θύματα εκμεταλλευτών δικολάβων και τοκογλύφων και να φυλακίζωνται διά την πληρωμήν φόρων ενίοτε και αυτών των απαλλοτριωθέντων ή επιταχθέντων υφ’ ημών κτημάτων.» (σ.2-3)

νανανα

«Μοναδική θα μείνει, ωστόσο, η αναφορά του βρετανού ταγματάρχη Ουάλας (15.8.1944) για όσα ακολούθησαν την είσοδο του ΕΔΕΣ στα χωριά των Τσάμηδων, το Σεπτέμβριο του 1944. Αν μη τι άλλο, στο πλιάτσικο φέρεται να πρωταγωνιστεί, αν και με αμφιλεγόμενες επιδόσεις, ο ίδιος ο τοπικός εκπρόσωπος του Υψίστου: «Οι αντάρτες επιδόθηκαν σ’ ένα όργιο αντεκδικήσεων, λεηλασιών κι εσκεμμένης καταστροφής των πάντων. Η όμορφη κωμόπολη Μαργαρίτι κάηκε ολοκληρωτικά. Ο μητροπολίτης Παραμυθιάς συμμετείχε στο ψάξιμο των σπιτιών για λάφυρα, βγαίνοντας από ένα σπίτι, ωστόσο, ανακάλυψε ότι το ήδη βαρυφορτωμένο μουλάρι του το είχαν ξαλαφρώσει κάτι αντάρτες«…»», (‘Ιός’-‘Ελευθεροτυπία’, 27/4/2003)

νανανα

Ένα από τα ντοκουμέντα στο State Department των Η.Π.Α. (No. 84/3, Αποστολή στα Τίρανα 1945-1946) αναφέρει: «Σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες που κατάφερα να συγκεντρώσω στο τσάμικο θέμα, το 1944 και τους πρώτους μήνες του 1945, οι αρχές στη βόρεια Ελλάδα διέπραξαν απίστευτη κτηνωδία εκδιώκοντας πάνω από 25.000 Τσάμηδες, κατοίκους της Τσαμουριάς, από τα σπίτια τους, όπου ζούσαν για αιώνες, καταδιώκοντας τους κατά μήκος των συνόρων αφού τους είχαν αρπάξει τη γη και την περιουσία τους. Οι περισσότεροι νεαροί άνθρωποι είχαν δολοφονηθεί επειδή η πλειοψηφία των προσφύγων ήταν ηλικιωμένοι και παιδιά.» Ο Υψηλός Βρετανός αξιωματούχος στη Βρετανική Αποστολή στην Αλβανία, ο Ανθυπολοχαγός Palmer, στις έρευνες του προσπάθησε να ρίξει φως στα κίνητρα αυτών των σφαγών δίνοντας μια ενδιαφέρουσα εξήγηση πολύ κοντά στην αλήθεια. Ανέφερε στους ανωτέρους του ότι «Η περιοχή όπου ζούσε η αλβανική μειονότητα. Και υπήρχαν συναισθήματα μίσους και φθόνου από τους Έλληνες για τους Τσάμηδες.». Την ίδια στιγμή, ο Palmer σημείωσε ότι το παράλογο ελληνικό αίτημα για την προσάρτηση της νότιας Αλβανίας από την Ελλάδα, το οποίοι η Ελλάδα έντονα καλλιεργούσε, είχε δημιουργήσει «ένα δυνατό αίσθημα μίσους όχι μόνο προς τους Τσάμηδες αλλά προς όλους τους Αλβανούς.». Με αυτόν τον τρόπο, ο Palmer αμφέβαλλε για τον ελληνικό ισχυρισμό ότι η εθνοκάθαρση της Τσαμουριάς έγινε λόγω της συνεργασίας του πληθυσμού της περιοχής με τους Γερμανούς, αλλά ήταν τμήμα της ελληνικής εθνικιστικής στρατηγικής εναντίον των Αλβανών. Η Ελευθερία Μαντά σημειώνει: «Ο αλβανικός πληθυσμός …που δεν είχε περάσει τα σύνορα καταδιώχθηκε απηνώς, τα θύματα υπήρξαν δεκάδες, τα αλβανικά σπίτια λεηκατήθηκαν και παραδόθηκαν στις φλογες και τζαμιά καταστράφηκαν. Για πέντε περίπου ημέρες επικράτησε το χάος και η καταστροφή. Δεκάδες γυναίκες και παιδιά κλείστηκαν στο σχολείο και μόνο χάρη στην παρέμβαση των αξιωματικών της Συμμαχικής Αποστολής και των Ελλήνων κατοίκων που δεν συμφωνούσαν με την τακτική των μονάδων του ΕΔΕΣ διασώθηκαν…» («Οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Ηπείρου (1923-2000)», εκδ. ‘Ίδρ.Μελ. Χερσονήσου του Αίμου’ - 2004)

νανανα

Η Νουρίσα Πρόνιο, κόρη του Χουσέν Ντέμι & της Φεριντέ, σύζυγος του Μουχαρρέμ Πρόνιο, 30 ετών τότε, είπε από το Μπεράτ όπου βρέθηκε: «Στις 27 Ιουνίου 1944 ήρθε ο Ζερβικός Λευτέρης Στρουγκάρης, μαζί με 20 στρατιώτες & έψαξαν & έκλεψαν το σπίτι, απειλώντας με με ένα μαχαίρι. Το σούρουπο εγκατέλειψα το σπίτι μου & κατέφυγα σε γείτονες μου. Την επόμενη μέρα όμως ο γείτονας μου με αποκάλειψε & αναγκάστηκα να φύγω τρέμοντας από τον φόβο μου & κατέφυγα με τα τρία παιδιά μου - ένα 4χρονο αγόρι & δύο κόρες 6 & 2 ετών - ανάμεσα στα δεντρα του κήπου μου. Τότε ο γιος του Βαγγέλη Δράκα, μαζί με τρεις οπλισμένους, μπήκαν στο σπίτι και όταν είδαν που είμαι, ήρθαν σαν τα θηρία & μου άρπαξαν το τετράχρονο παιδάκι μου & το πήραν στα ξύλα για να το σφάξουν. Εγώ τρομαγμένη, άρχισα να κλαίω & να ξεφνίζω και αυτοί τότε είπαν σαρκαστικά στο μωρό: {Είσαι τόσο τρυφερό, θα σε ψήσουμε & θα σε φάμε…} Ακούγοντας τις φωνές μου ο Σωτήρης Νικόλας, ο γείτονας μας, ήρθε προς το μέρος μας & αφού καβγάδισε μαζί τους, ήρθε σε ‘μένα & μου είπε ότι ήθελαν 4 βρετανικές λίρες για να μου δώσουν το μωρό & να φύγουν. Τους έδωσα τα χρήματα που ήθελαν και μου έδωσαν πίσω τον γιο μου, χλωμό. Φαινόταν σαν πεθαμένος και ο λαιμός του ήταν γεμάτος αίματα. Όταν ο Σωτήρης Νικόλας ήρθε εκεί, αυτοί οι βάρβαροι ήδη τον έκοβαν. Ακόμα και σήμερα έχει τα ήχνη του κοψίματος μαχαιριού στον λαιμό του. Αφού τελείωσε όλο αυτό, κατέφυγα στο σπίτι του Σαμπάν Κούρα αλλά στον δρόμο ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο με στρατιώτες του Ζέρβα. Μαζί τους ήταν ο Δημήτρης Πάσκος, που αυτές τις μέρες είχε σκοτώσει την Μπετούλα, τη γυναίκα του Ιμπραήμ Μπολλάτι & είχε αγριοδώς κάψει τη Σανίγιε Μπολλάτι με βενζίνη. Με την υποχώρηση των Γερμανών, ο Σαπέρας, αρχηγός της τοπικής φρουράς, μαζί με τον δεσπότη, έβγαλαν μία διαταγή ότι θα έπρεπε οι άνθρωποι της περιοχής να παραδώσουν τα όπλα τους & ότι θα μπορούσαν πλέον να μετακινούνται ελεύθερα, χωρίς να φοβηθούν τίποτα. Έκαναν μία γραπτή συμφωνία γι’ αυτό, μπροστά στον μουφτή της περιοχής. Ο κόσμος τους πίστεψε και αφού παρέδωσαν τα όπλα τους, άρχισαν πλέον να κυκλοφορούν ελεύθερα. Αλλά οι στρατιώτες του Ζέρβα, άρχισαν να συλλαμβάνουν τους άντρες και να τους φυλακίζουν & έτρεχαν στα σπίτια μας για να τα κλέψουν & βίαζαν τα νεαρά κορίτσια..Είδα με τα ίδια μου τα μάτια το σώμα του 95χρονου Τζελάλ Μπολλάτι που του είχαν κόψει το κεφάλι & το είχαν πετάξει πιο πέρα, ενώ είχαν αφήσει το σώμα του δίπλα σε έναν μαντρότοιχο. Είδα τον Τεφίκ Αμπάζι που του είχαν κόψει τα πόδια & τα έδεσαν πίσω στην πλάτη…»

νανανα

Ο Ντερβίς Σούλο από το χωριό Τρικόρυφο (Spatar) στην περιοχή των Φιλιατών (Filati), περιγράφει τη σφαγή στο Τρικόρυφο ως εξής: «Το πρωί του Σαββάτου τον Σεπτέμβριο του 1944, συγκέντρωσαν τους κατοίκους μπροστά από το τζαμί του χωριού. Οι στρατιώτες άρχισαν να βιάζουν τις γυναίκες και τα κορίτσια, ακόμα και μεγάλες γυναίκες. Η Πέτσε Τσουλάνι, 50 χρόνων, βιάστηκε, της έκοψαν τα μαλλιά και τα αυτιά της, και στο τέλος τη σκότωσαν στο περιβόλι της, στην περιοχή Μούτσο. Είχαν φέρει στο σπίτι μας την οικογένεια του Σάκο Μπανούσι από την Σκορπιόνα (Skropjona), που αριθμούσαν 8 γυναίκες, άντρες και παιδιά. Αφού βίασαν τις γυναίκες και τις έκοψαν τους μαστούς με μαχαίρια, τους σκότωσαν όλους…. Στο σπίτι του Νταμίν Μουχαμέτι, δολοφονήθηκαν 5 γυναίκες και 3 παιδιά… Στο σπίτι του Φετίν Μουχαμέτι, βίασαν και βασάνισαν τη Χάνε Ισούφι και μία άλλη γυναίκα… Στο σπίτι του Ντούλε Σερίφι, έκοψαν τα κεφάλια του ογδοντάχρονου Σουλεϊμάν Διμίτσα και της συζύγου του. Στο σπίτι του Μέτο Μπράχο, 20 άτομα, άντρες, γυναίκες και παιδιά, κάηκαν ζωντανοί… Η Κίγιε Νούρτσια, 70 ετών, μαχαιρώθηκε μέχρι θανάτου… Στο αμπέλι του Ζούλε και στον κήπο του Αμπντούλ Νούρτσε, είδα 20 σφαγμένους ανθρώπους. Στο σπίτι του Χατζή Λατίφι, βίασαν την κόρη του Χατζή Γκουλάνι, ενώ στο σπίτι του Μέιντι Μέτο βίασαν την Χάβα Αΐσια και την Νάνο Αράπι την οποία στη συνέχεια σκότωσαν.»

νανανα

Ακολουθεί η περιγραφή του Εσρέφ Χιλμί, κατοίκου της Παραμυθιάς, ο οποίος περιέγραψε τη σφαγή που έγινε στην περιοχή: «Την Τρίτη, 27 Ιουνίου 1944, στις 7 το πρωί, οι Έλληνες αντάρτες (του Ζέρβα), υπό τον συνταγματάρχη Κρανιά, τους Χρήστο Σταυρόπουλο, Λευτέρη Στρουγκάρη, και Νικόλαο Τσένο, μπήκαν στην πόλη και η διαταγή δόθηκε: κανένας δεν έπρεπε να ζήσει… Το ίδιο απόγευμα, συνέλλαβαν τους άντρες, τις γυναίκες και τα παιδιά, λες και ήταν κλέφτες. Το επόμενο πρωί όλοι οι άντρες δολοφονήθηκαν. Αφού με κράτησαν φυλακισμένο για τέσσερις ημέρες, με άφησαν να φύγω για να πάω να θάψω τους νεκρούς. Στην περιοχή ‘η εκκλησία του Άη Γιώργη’, αναγνώρισα 5 πτώματα. Οι υπόλοιποι ήταν αδύνατον να αναγνωριστούν, εξαιτίας των βασανιστηρίων που είχαν υποστεί. Τα 5 θύματα που αναγνώρισα ήταν: ο Μετ Τσέρε, ο Σαμί Ασίμι, ο Μαχμούτ Κούπι, ο Άντεμ Μπεκίρι και ο Χακί Μίλε. Δύο ημέρες αργότερα, με έστειλαν στα Βώλια, κοντά στο σπίτι του Δημήτρη Νικολάου, όπου είχαν σκοτώσει 8 ανθρώπους. Δεν μπόρεσα να τους αναγνωρίσω επειδή τους είχαν κόψει κομματάκια. Παντού τριγύρω υπήρχαν πτώματα. Μία γυναίκα με το ονοματεπόνυμο Σανιγιέ Μπολλάτι υπέσθη φοβερά βασανιστήρια και την έκαψαν ζωντανή με οινόπνευμα. Αυτή η τραγωδία έγινε την Τετάρτη, ενώ την Παρασκευή το πρωί μεταφέρθηκε από τη μητέρα της και δύο συγχωριανούς κατά διαταγή των παρακρατικών και αφού την κάλυψαν με μία κουβέρτα, την έκρυψαν σε μία αποθήκη ώστε να μην τη δει κανείς. Η καημένη γυναίκα πέθανε 5 ημέρες αργότερα. Το πτώμα της είχε γεμίσει σκουλήκια. Όλα αυτά που αναφέρω εδώ, τα έχω δει με τα μάτια μου. Στην αρχή, κρύφτηκα για 5 μέρες σε μία σοφίτα, αλλά με έπιασαν οι μοναρχο-φασίστες και με οδήγησαν μπροστά στον Κρανιά ο οποίος αφού με ρώτησε διάφορα, διέταξε να με φυλακίσουν. Στη φυλακή βρήκα άλλα 380 άτομα, ανάμεσα τους γυναίκες και παιδιά. 120 από αυτούς πέθαναν από την πείνα. Τέσσερα άτομα μαζί με ‘μένα ήμασταν στη φυλακή για 15 ημέρες, μετά απ’ τις οποίες μας μετέφεραν στην Πρέβεζα (Prevezë) και από εκεί στα Γιάννενα (Janinë), όπου μείναμε για 40 ημέρες. Εκεί μας υπέβαλαν απερίγραπτα βασανιστήρια. Απελευθερωθήκαμε ύστερα από την άφιξη στην πόλη των δυνάμεων του ΕΑΜ.»

νανανα

Η Σανίγιε Μπολλάτι από την Παραμυθιά (Ajdonat) κάηκε ζωντανή ρίχνοντας της οινόπνευμα, αφού πρώτα της έκοψαν τους μαστούς και της έβγαλαν τα μάτια. Ο Ομέρ Μουράτι δολοφονήθηκε, έκοψαν το σώμα του σε κομμάτια και τα περιέφεραν στην Παραμυθιά. Στο σπίτι του Σούλο Τάρι είχαν συγκεντρωθεί περισσότερες από σαράντα γυναίκες. Ο Τσίλι Πόποβα απ’ το χωριό Πόποβο (Αγία Κυριακή) μαζί με μία ομάδα στρατιωτών, μπήκαν στο σπίτι και ξεκίνησαν να βιάζουν τις γυναίκες και τα κορίτσια σε ένα από τα δωμάτια. Οι κραυγές των γυναικών ακούγονταν όλη τη νύχτα. Ο Σέρι Φέιζο, ο Φικρέτ Σούλο Τάρι και άλλοι, δολοφονήθηκαν. Ο Χιλμί Μπεκίρι από τους Φιλιάτες (Filat) χτυπήθηκε μπροστά στα μάτια της οικογένειας του και αφέθηκε στο έδαφος να σφαδάζει. Η οικογένεια του θέλοντας να τον προστατέψουν, τον μετέφεραν στο σπίτι του γιατρού Μαυρουδίου. Έμεινε εκεί για μερικές ώρες αλλά ύστερα ο γιατρός ζήτησε να τον πάρουν. Τον πήγαν στο σπίτι του Στάβρο Μουχατζίρι, και στη συνέχεια στο σπίτι του Σουάιμπ Μέτια, όπου είχαν συγκεντρωθεί και άλλες οικογένειες. Το πληροφορήθηκαν οι Έλληνες παρακρατικοί και πήγαν στο σπίτι και τον σκότωσαν, αφού πρώτα του έβγαλαν τα χρυσά του δόντια με πένσες. Ο Μάλο Μούχο, ένας ογδοντάχρονος που για τέσσερα χρόνια είχε μείνει παράλυτος, δολοφονήθηκε. Τον έσφαξαν με ένα μικρό σπαθί μπροστά στη σύζυγο του. Του άνοιξαν το κεφάλι και τα μυαλά του πετάχτηκαν πάνω στη σύζυγο του. Στη συνέχεια διέφυγαν ανενόχλητοι. Ο Αμπντούλ Νούρτσε απήχθη στο Τρικόρυφο (Spatar) και οδηγήθηκε στους Φιλιάτες με τα πόδια και χωρίς παπούτσια, όπου τον έσειραν στους δρόμους της πόλης, και τελικά τον σκότωσαν μπροστά στο σπίτι του Νιδ Ταφότσι. 16 μέλη της οικογένειας του Λίλε Ρουστέμι από τον Άγιο Βλάσιο/Σούβλιασι (Sullashi), κυρίως παιδιά, κατακρεουργήθηκαν χωρίς να επιζήσει κανένας. Ο Τζελάλ Μινίτι από την Παραμυθιά αποκεφαλίστηκε πάνω στο πτώμα του μουφτή Χασάν Αμπντουλλάχου. Ο Σαλί Μουχεντίνι, ο Αμπεντίν Μπάκο, ο Μουχάμμεντ Πρόνια και ο Μάλο Σεϊντίου βασανίστηκαν, τους έκοψαν τα δάχτυλα, τη μύτη, τη γλώσσα και τα δάχτυλα των ποδιών, και ενόσο αυτοί σφάδαζαν από τους πόνους, οι αντάρτες του Ζέρβα χόρευαν και εξυμνούσαν τον αρχηγό τους. Στο τέλος τους σκότωσαν χτυπόντας τους με μαχαίρια και κοφτερά αντικείμενα.

νανανα

Ο Φαΐκ Μπολλάτι λέει: «Το πρώτο που μας ζήτησαν ήταν για χρυσό. Ό,τι είχαμε, ό,τι είχαν η μητέρα μου και η θεία μου στον λαιμό τους και στα δάχτυλα τους τους τα άρπαξαν. Τότε είπαν στη μητέρα μου: {Θέλουμε τον γιο σου για ένα λεπτό. Θα τον πάρουμε και θα στον ξαναστείλουμε σε ένα λεπτό}. Δεν το είδα αλλά άκουσα τη μητέρα μου να κραυγάζει και να χοροπηδάει’ είχαν κόψει το κεφάλι του αδερφού μου. Ήταν μόνο 17 χρόνων…. Ένας γείτονας μας μας πήρε μετά στο σπίτι του. Το όνομα του ήταν Τσιλ Μπάρμπα. Του δώσαμε μερικά χρήματα και μας άφησε να μείνουμε στο σπίτι του. Αφού τη νύχτα μας πήρε χρυσαφικά και ό,τι μας είχε απομείνει, μας πήρε την άλλη μέρα σε μία εκκλησία. Στην εκκλησία θυμάμαι ότι τρεις φορές μας έβγαλαν έξω ώστε να μας σκοτώσουν αλλά παρενέβησαν κάποιοι Βρετανοί στρατιώτες και σωθήκαμε.. υπήρχε και μία γυναίκα. Τότε μας πήγαν για τέσσερις μήνες στην Ηγουμενίτσα, σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης και σε σπίτια κοντά στο λιμάνι, θυμάμαι ακόμα πως ανοιγόκλειναν τις μεγάλες σιδερένιες τους πόρτες. Άνοιγαν τις πόρτες, έπαιρναν νεαρά κορίτσια και τα βίαζαν. Κάποια επέστρεφαν πίσω, κάποια άλλα τα σκότωναν. Ακούγαμε τις κραυγές τους. Εκεί πέθανε μία από τις αδερφές μου από πείνα και έθαψαν ζωντανή μία θεία μου που τα παιδιά της ζούνε ακόμα.» Η Ραμπιέ Σεριάνι λέει: «Σκότωσαν τον πατέρα μου. Σκότωσαν τον πεθερό της θείας μου. Τους έστειλαν στο τζαμί της Παραμυθιάς. Είπαν στη θεία μου και σε μερικές άλλες γυναίκες να καθαρίσουν το τζαμί. Όταν πήγαν στο τζαμί, ήταν γεμάτο με ακέφαλα πτώματα. Η θεία μου αναγνώρισε τον αδερφό της από τη μπλούζα που φορούσε. Ήταν ο μοναδικός της αδερφός ανάμεσα σε 5 αδερφές που είχε. Αναγνώρισε τον πεθερό της από ένα χαρακτηριστικό που είχε στις κάλτσες του… Τελικά δεν υπήρχε τίποτα να καθαρίσουν. Τις είχαν πάρει στο τζαμί μόνο για να δουν..» «Ήμουν ήδη παντρεμένη για δύο χρόνια όταν σκότωσαν τον εικοσι-πεντάχρονο αδερφό μου και τους δύο αδερφούς του άντρα μου’ τον Σουλεϊμάν, τον Χαμίτ και τον αδερφό μου τον Εκρέμ. Ο ένας ήταν 39 και ο άλλος ήταν 22 χρονών. Μας πήραν και τα 700 πρόβατα που είχαμε…» λέει μία άλλη ηλικιωμένη πλέον γυναίκα (δεν θυμάμαι το όνομα της).

νανανα

Ο Εσαμπουντίν Καντίου λέει: «Μας συγκέντρωσαν όλους στο σπίτι ενός Αλβανού, του Σαλί Αβούζι. Εκεί υπήρχαν και άλλοι που είχαν έρθει στην πόλη μας από τα γύρω χωριά. Εκεί είχαν συγκεντρώσει γυναίκες και μικρά παιδιά, καθόλου άντρες. Μας είχαν εκεί για περίπου 5-6 μήνες. Σχεδόν κάθε μέρα έθαβαν και από ένα παιδί. Μας είχαν πιάσει αρρώστιες, ήμασταν σε άσχημη κατάσταση. Δεν είχαμε να φάμε. Με λίγα λόγια πέθαναν πολλά παιδιά και ηλικιωμένες γυναίκες. Υπήρχαν κάποιες γυναίκες άνω των 80 χρόνων.. οι Έλληνες τους έριχναν από τις σκάλες και πέθαιναν…» Η Καντριέ Οσμάνι λέει: «Σκότωσαν τον πατέρα μου, τον ξάδερφο μου, τους αδερφούς της μητέρας μου και την αδερφή της μητέρας μου που ήταν παράλυτη. Την έριξαν από τις σκάλες και μετά την πυροβόλησαν…» Η Καντριέ Αλίου λέει: «Μπήκαν το βράδυ οι Έλληνες στο σπίτι μας, πήραν τα 4 πρόβατα που είχαμε. Η μητέρα μου με το μωρό στην αγκαλιά της τους έλεγε: {Σας παρακαλώ, δεν έχω γάλα για τα παιδιά μου} και ένας στρατιώτης της είπε: {Έχω μόνο μία σφαίρα, δεν είμαι εδώ για να την σπαταλήσω, πήγαινε μέσα}. Άκουγα τις γειτόνισσες μου που φώναζαν και έκλαιγαν. Τις είχαν κόψει τα αυτιά, τους τραβούσαν τα σκουλαρίκια από τα αυτιά τους με τη μία και τους τα έκοβαν. Τις είχαν κόψει τα δάχτυλα για να τις πάρουν τα δαχτυλίδια.. απίστευτα πράγματα. Ξεκοίλιασαν έγκυες γυναίκες. Θυμάμαι ακόμα μία γυναίκα που είχε ένα μεγάλο τραύμα από λόγχη ανάμεσα στους ώμους της.» Ο Ραχμί Ουζέιρι λέει: «Σκότωναν γυναίκες και παιδιά. Είχαν ξεκοιλιάσει γυναίκες και τους έπαιρναν τα έμβρυα μέσα από τις κοιλιές τους. Τους είχαν κόψει τα δάχτυλα και τους έπαιρναν ό,τι κόσμημα φορούσαν..»

Φόρτωση περισσότερων σχολίων
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
Απομένουν χαρακτήρες
* Υποχρεωτικά πεδία

Δείτε Επίσης