Άρης Δαβαράκης στον Δανίκα: «Πολύ με στενοχωρεί ο Αντώνης Σαμαράς με αυτό το κόλλημα που έχει με το Μητσοτακέικο»
Ο σπουδαίος συγγραφέας και στιχουργός μιλά για όλους τους πολιτικούς αρχηγούς, θυμάται τον Μάνο Χατζιδάκι, περιγράφει τη ζωή του και εξηγεί τις θέσεις του για τον Γιωτόπουλο της 17Ν, που άνοιξαν μία μεγάλη συζήτηση
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Οταν τον είδα του είπα: «Πήρες κιλάκια». «Τι να κάνω; Πρέπει να συγκρατηθώ», μου απάντησε. Και σκέφτηκα, ο Αρης Δαβαράκης να συγκρατηθεί;
Οταν έφυγε, η ετυμηγορία μία και απλή: ευθύς, ειλικρινής, ευθύβολος, αυτοκριτικός και για μερικά πράγματα μετανιωμένος.
Αρκετά απ’ όσα συγκράτησε το μαγνητόφωνό μου αποτυπώθηκαν στη μνήμη μου. Οπως: «Το ’15 με το δημοψήφισμα έφυγα τρέχοντας από τον ΣΥΡΙΖΑ». Και γι’ αυτό τώρα «που είδα τα χάλια μας με τον Τσίπρα, είμαι με τον Κυριάκο». Και ο Ανδρουλάκης; «Τα λόγια του σκορπίζονται δεξιά, αριστερά». Οσο για τη Μαρία Καρυστιανού: «Η Καρυστιανού πολιτικός; Γελοίο».
Τα καλύτερα για τον φίλο του ΑντώνηΣαμαρά: «Σ’ αυτή την ηλικία με αυτόν τον χαβά, αυτό το κόλλημα που έχει με το Μητσοτακέικο».
Αν μπορούσε, θα του έλεγε: «Ρε Αντώνη, χαλάρωσε, άσ’ το τώρα πια. Κοίταξε τον εαυτό σου, τη ζωή σου».
Και δεν ξεχνάει πως κάποτε ήταν μέλος της ΠολιτικήςΑνοιξης. Η οποία έγινε «για να ρίξει τον Μητσοτάκη».
Για τον Γιωτόπουλο δε και την παρέα του, «σιχάματα οι δολοφόνοι της “17 Νοέμβρη”».
Και για τα προσωπικά του: «Ναι, είμαι ομοφυλόφιλος. Κάποτε ήμουν αλκοολικός, αλλά εδώ και 22 χρόνια ούτε σταγόνα».
Κλείσιμο
Τέλος, έχει μετανιώσει που κάποτε έγραφε με χλευασμό και τρόπο εξυπνακίστικο για τους άλλους.
Ο Αρης Δαβαράκης, ο στιχουργός της «Μπαλάντας των αισθήσεων και των παραισθήσεων», στενός συνεργάτης του Μάνου Χατζιδάκι και στέλεχος του Τρίτου Προγράμματος. Και μετά από τόσες περιπέτειες, τόσες γνωριμίες, τόσες φιλίες, εκείνο που τον έχει χαράξει είναι «η αγάπη της μάνας μου».
Σκηνή 1η : Τσίπρας: «Πω πω, τι ωραία που με φτύνεις εσύ»
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ: Ο πρωθυπουργός ποιος είναι στο ομότιτλο μυθιστόρημα που έχεις γράψει;
ΑΡΗΣ ΔΑΒΑΡΑΚΗΣ: Κανείς. Στο κεφάλι μου είναι. Πολύ χαζά θα σου πω ότι επειδή γινόταν τότε η μετάβαση από τη Ρηγίλλης και τις μεγάλες οικογένειες των πολιτικών, τον διάδοχο Γιωργάκη, τον διάδοχο Κωστάκη, τον Σαμαρά και τον Βενιζέλο, είχα δει κάτι στον Τσίπρα.
Δ.Δ.: Ησουν υπέρ του Τσίπρα;
Α.Δ.: Ναι, και είχα αναλάβει να κάνω κι ένα site. Από τον ίδιο. Το ’12 ξεκινήσαμε. Το ’15 χωρίσαμε.
Δ.Δ.: Το ’12 αυτός ήταν στο 3%-4%.
Α.Δ.: Ναι, αλλά μ’ άρεσε. Ημουν στο Protagon τότε και κάποια στιγμή έγραψα ένα κείμενο όπου έλεγα «αμάν πια με όλους αυτούς, βαρεθήκαμε». Βλέπω μια καινούρια φάτσα που είχε πάρει το χρίσμα από τον Αλαβάνο και έγραψα: «Μήπως αυτός;». Και μάλιστα στο τέλος έγραψα: «Φτου να μη σας βασκάνω, κύριε Τσίπρα». Και με πήρε τηλέφωνο αμέσως μετά και μου είπε: «Πω πω, τι ωραία που με φτύνεις εσύ, γιατί οι άλλοι με φτύνουν με άλλον τρόπο». Και βρεθήκαμε μαζί με τον Χριστόφορο Βερναρδάκη, και ο Χριστόφορος πρότεινε να τους φτιάξω ένα site που θα έμοιαζε με το Τρίτο Πρόγραμμα. Τους είπα, «παιδιά, Τρίτο Πρόγραμμα χωρίς Χατζιδάκι δεν υπάρχει», αλλά ότι μπορώ να κάνω ένα site, υπό τους όρους βέβαια ότι θα είναι ελεύθερο και θα πούμε ότι είναι site του ΣΥΡΙΖΑ. Mάλιστα αυτό το διευκρίνισα στο πρώτο κείμενο που έγραψα, ότι «αυτό που βλέπετε εδώ και ξεκινάει σήμερα και είμαι υπεύθυνος εγώ ανήκει στον ΣΥΡΙΖΑ». Με πήρε ο Τσίπρας μετά και μου είπε «δεν χρειαζόταν να το γράψεις», του είπα ότι χρειαζόταν. Το ’15 με το δημοψήφισμα έφυγα τρέχοντας. Γιατί είχα γράψει στο site τους ένα άρθρο όπου έλεγα ότι θα ψηφίσω «Ναι», αυτός ήταν ο τίτλος.
Δ.Δ.: Τι γνώμη έχεις για τον Τσίπρα τώρα μια και τον αναφέραμε;
Α.Δ.: Θα σου πω ότι εντάξει, ολοκλήρωσε τη θητεία του, πέντε χρόνια, μας έδωσε τα δείγματα εργασίας του, σκέψης και απόψεων, και κυρίως συνεργατών - για το οποίο ο ίδιος παραδέχτηκε στο βιβλίο του ότι ήταν πολύ αποτυχημένες οι επιλογές του. Για όλα έφταιγαν οι άλλοι.
Σκηνή 2η: Ο Μάνος Χατζιδάκις
Δ.Δ.: Ησουν αλκοολικός;
Α.Δ.: Ναι, αλλά εδώ και 22 χρόνια δεν έχω πιει σταγόνα.
Δ.Δ.: Πόσο έπινες; Ενα μπουκάλι ουίσκι, ας πούμε;
Α.Δ.: Οχι. Καταρχάς δεν έπινα μόνος μου ποτέ στο σπίτι μου. Δεν έχω βάλει ποτέ ουίσκι για να κάτσω να δω τηλεόραση, ας πούμε. Οπως μου έλεγε κι ένας γιατρός: «Ναι, εντάξει, αλλά όταν βγαίνατε;». Του είπα, «όταν έβγαινα, πάντα έπινα». «Και κάθε πότε βγαίνατε;». «Κάθε βράδυ. Και καμιά φορά και το μεσημέρι». Το μεσημέρι κάνα κρασάκι, καμιά μπιρίτσα. Το βράδυ γινόταν το μπάχαλο. Αλλά πέρασα και αυτά που πέρασα, ασθένειες, παγκρεατίτιδες, ιστορίες...
Δ.Δ.: Εχεις γράψει φοβερά τραγούδια, φοβερούς στίχους. Ας πούμε την «Μπαλάντα των αισθήσεων και των παραισθήσεων». Την έχεις γράψει μόνος σου;
Α.Δ.: Ναι, μόνος μου. Και μάλιστα άρεσε πολύ και στον Μάνο όπως ήταν, δεν την πείραξε καθόλου.
Δ.Δ.: Τον Μάνο πότε τον γνώρισες;
Α.Δ.: Τον γνώρισα από τη Μελίνα Μερκούρη, την οποία γνώρισα από τη Μανουέλλα Παυλίδου. Πρέπει να ήταν το ’76-’77. Γιατί μου είχε πει τότε ο Μάνος, «όταν δεις στην “Καθημερινή” ότι αναλαμβάνω ξανά το Τρίτο, πάρε με σε ένα από αυτά τα τηλέφωνα γιατί θέλω να έρθεις να δουλέψεις εκεί». Τα είχε αφήσει τα ραδιόφωνα για λίγο, αν θυμάσαι, και το ’77 ξαναπήρε το Τρίτο. Με διαβεβαιώσεις από τον Καραμανλή ότι θα κάνει αυτό που θέλει.
Δ.Δ.: Και πας στο Τρίτο και κάνεις την εκπομπή.
Α.Δ.: Τα «Καθημερινά», με τη Μαρίκα Τζιραλίδου, που δεν ζει πια. Και ο Γιώργος Ευσταθίου ήταν συνεργάτης, έπαιρνε συνεντεύξεις. Ηταν 11 με 12 το μεσημέρι. Εκεί κάτσαμε μονορούφι, ’77 με ’81, μέχρι που επί ΠΑΣΟΚ τα πράγματα άλλαξαν, δεν συνεννοήθηκε ο Μάνος.
Δ.Δ.: Ο πιο γενναιόδωρος άνθρωπος που έχω γνωρίσει στη ζωή μου.
Α.Δ.: Δεν υπάρχει αυτό το πράγμα στο ανθρώπινο μέτρο που ζούμε. Εγώ δεν το έχω ξαναζήσει. Απαντούσε αμέσως: «Ελα, κάνε, δοκίμασε, προχώρα». Εγώ δεν είχα ιδέα από στούντιο και ραδιόφωνο.
Δ.Δ.: Μα του άρεσε ο ερασιτεχνισμός, δηλαδή οι εραστές της τέχνης, δεν του άρεσαν οι επαγγελματίες.
Α.Δ.: Μπράβο, αυτή τη συζήτηση τη θυμάμαι πάντα, για τους «εραστές της τέχνης».
Σκηνή 3η: Στο περιοδικό «Φαντάζιο»
Δ.Δ.: Πότε κατάλαβες ότι ήσουν ομοφυλόφιλος; Δέκα, δώδεκα ετών;
Α.Δ.: Οχι, γιατί τα είχα με μια κοπέλα από τα 14 μέχρι και τα 20 σχεδόν.
Δ.Δ.: Ηταν καλή σχέση;
Α.Δ.: Πολύ καλή, σχέση αγάπης.
Δ.Δ.: Και σεξουαλικά;
Α.Δ.: Μην τα λέμε τώρα αυτά γιατί εκθέτουμε κι άλλους ανθρώπους. Ηταν μια πολύ ωραία σχέση, που κρατούσε. Αλλά κάποια στιγμή κατάλαβα ότι μου άρεσαν οι άντρες, τους κοιτούσα. Αυτό άρχισε γύρω στα 18 να γίνεται συνειδητό, αλλά δεν έγινε πράξη μέχρι πολύ μεγάλη ηλικία. Ηταν πολύ μέσα στο μυαλό. Κάποια στιγμή, όταν ξεκινούσε το «Εργοστάσιο», το ’81-’82, η Μαλβίνα Κάραλη μου λέει να κάνουμε μια συνέντευξη και μέσα στη συνέντευξη της είπα: «Νομίζω ότι είμαι ομοφυλόφιλος». Και μου είπε «να το γράψουμε;» και της είπα «βεβαίως».
Δ.Δ.: Πού ήταν αυτό;
Α.Δ.: Στο περιοδικό «Φαντάζιο» του Τερζόπουλου, το φαντάζεσαι; Μαζί με τη «Γυναίκα» και το «Μίκυ Μάους» και τα άλλα του Τερζόπουλου έβγαινε και αυτό το περιοδικό. Το συγκεκριμένο τεύχος ήταν με την Αλέκα Κανελλίδου στο εξώφυλλο. Και ήταν και το τελευταίο τεύχος.
Δ.Δ.: Και είπες ότι είσαι ομοφυλόφιλος;
Α.Δ.: Ναι, αλλά είχαν πεθάνει και η μάνα μου και ο πατέρας μου. Οπότε υπήρχε μια άνεση.
Δ.Δ.: Από την Αλεξάνδρεια;
Α.Δ.: Γεννημένοι και οι δύο εκεί, όπως κι εγώ.
Σκηνή 4η: Αναμνήσεις από την Αλεξάνδρεια
Δ.Δ.: Υπάρχει ισοτιμία στις σχέσεις;
Α.Δ.: Πρέπει να το δουλέψεις πάρα πολύ, και αυτό έρχεται μετά τον έρωτα. Αλλά είναι σπάνιο, πολύ σπάνιο. Ξέρω κάποια ζευγάρια που γνωρίστηκαν στο Γυμνάσιο και πέθαναν μαζί. Οπως οι Ράλληδες, η Ελβίρα και ο Γιώργος, οι γονείς της Φρόσως. Γνωρίστηκαν στη Μυτιλήνη, έκαναν μια ζωή ολόκληρη ζωή μαζί, αγκαλιά, και πέθαναν μαζί. Υπάρχει κι αυτό.
Δ.Δ.: Δεν υπάρχει δημοκρατία στις σχέσεις. Στην τέχνη υπάρχει δημοκρατία; Ο Μάνος, ας πούμε, είχε δημοκρατία στη συμφωνική ορχήστρα;
Α.Δ.: Οχι, αξιοκρατία είχε.
Δ.Δ.: Αυτός ήταν το αφεντικό - με την καλή έννοια.
Α.Δ.: Εκτός του ότι ήταν το αφεντικό, δεν μπορούσε να συνεργαστεί με ανθρώπους που δεν παίζανε καλά το όργανό τους. Εκεί υπήρχε μια αυστηρότητα και μία αξιοκρατία, την οποία κάλυπτε επειδή ήταν τόσο γενναιόδωρος. Αυτό που θα μπορούσα να πω όσον αφορά τη δημοκρατία στην τέχνη είναι ότι σε μια ιδανική πολιτεία θα μπορούσαν όλοι οι άνθρωποι να ανθίσουν. Στη ζωή όμως είναι οι πιο τυχεροί, οι πιο ταλαντούχοι, οι πιο ξεχωριστοί.
Δ.Δ.: Εχεις φλερτάρει ποτέ με την κομμουνιστική Αριστερά;
Α.Δ.: Οχι, ποτέ. Δεν είναι δικό μου το θέμα, έτσι μεγάλωσα μέσα στο σπίτι. Η μαμά μου διηγούνταν, ας πούμε, το τι γίνεται στις κομμουνιστικές χώρες ως κάτι το φοβερό. Για να το πω ως αστείο, έλεγε: «Το φαντάζεσαι, αγόρι μου, ότι φτιάχνουνε δύο υφάσματα τον χρόνο, καλοκαιρινά και χειμωνιάτικα, και όλες οι γυναίκες πρέπει να φοράνε το ίδιο ύφασμα;».
Δ.Δ.: Σωστό αυτό που έλεγε, είναι δικαίωμά της.
Α.Δ.: Επίσης και πρακτικά, το 1952 -εγώ γεννήθηκα το ’53- είχε γίνει ήδη η μεταβολή από την αμερικανοκρατούμενη Αίγυπτο προς τη σοβιετοκρατούμενη, και ήδη αυτά που βλέπαμε αρνητικά ήταν κομμουνισμός. Θυμάμαι στο τέλος της Κορνίς [σ.σ.: η παραλιακή οδός της Αλεξάνδρειας] ήταν ένα ωραίο μέρος με ένα παλάτι και μια παραλία για να κάνεις μπάνιο. Και μόλις ήρθαν οι Σοβιετικοί έχτισαν ένα δικό τους τετράγωνο ξενοδοχείο, σοσιαλιστικού ρεαλισμού, δίπλα στο παλάτι. Και έλεγε η μάνα μου: «Κοίτα το παλάτι και κοίτα τι έκαναν οι Σοβιετικοί δίπλα». Η μάνα μου ήταν κεντρώα, της άρεσε ο Γεώργιος Παπανδρέου, η Ενωση Κέντρου. Ο πατέρας μου, πιο δεξιός.
Σκηνή 5η: «Είδα τα χάλια μας με τον Τσίπρα»
Δ.Δ.: Για τον Κυριάκο ποια είναι η γνώμη σου;
Α.Δ.: Επειδή πέρασα την περιπέτεια του Τσίπρα από κοντά και είδα τα χάλια μας, είμαι με τον Μητσοτάκη σαφώς. Νομίζω ότι έχει γίνει μια σοβαρή πρόοδος τα τελευταία χρόνια. Με όλα αυτά τα οποία ισχύουν, τις ανισότητες, τις κλοπές, τα σκάνδαλα, όλα αυτά τα οποία ισχύουν πάντα δυστυχώς, έχω φτάσει σε αυτόν τον κυνισμό. Δεν νομίζω ότι δεν συμβαίνουν στη Γαλλία, στην Αμερική ή οπουδήποτε αλλού. Αποδεχόμενος αυτό το θλιβερό συμπέρασμα, μπροστά σε αυτά που βλέπω ότι θα μπορούσα να ψηφίσω φοβάμαι ότι θα ξαναψηφίσω Μητσοτάκη. Λέω φοβάμαι γιατί δεν μ’ αρέσει που δεν έχω επιλογή. Θα προτιμούσα να έχω και να επιλέξω, αλλά δεν έχω επιλογή. Δεν μπορώ να ψηφίσω πια τον Τσίπρα.
Δ.Δ.: Ανδρουλάκη;
Α.Δ.: Οχι, ούτε γι’ αστείο. Δεν με πείθει. Λέει, λέει, λέει, και είναι σαν να σκορπίζονται τα λόγια του δεξιά κι αριστερά. Δεν έχει οξύτητα, δεν έχει στόχο.
Δ.Δ.: Η Καρυστιανού;
Α.Δ.: Εντάξει, στην αρχή που ήταν η μάνα, συμπονούσα. Τώρα που έγινε πολιτικός, το βρίσκω γελοίο. Θα κάνουμε μια όμορφη χώρα που θα είναι ωραία, θα έχει δικαιοσύνη, θα έχει καλοσύνη, θα ανθίζουν τα δέντρα πιο πολύ, θα γίνεται ένας χαμός από ομορφιά και καλοσύνη. Αλλά δεν ακούω κάτι και δεν το συζητώ να ψηφίσω αυτήν. Από κει και πέρα τι έχουμε; Τη Ζωή δεν τη θέλω, φωνάζει πολύ και δεν με εκφράζει.
Σκηνή 6η: Στο φάσμα του αυτισμού
Δ.Δ.: Ο Σαμαράς;
Α.Δ.: Πολύ με στενοχωρεί σε αυτή την ηλικία με αυτόν τον χαβά, αυτό το κόλλημα που έχει με το Μητσοτακέικο από τότε. Βέβαια, επειδή εγώ είμαι βλακούλης, είχα πάει στην Πολιτική Ανοιξη. Με είχε πάρει ο Αντώνης από το χέρι και με πήγε και γράφτηκα ως ιδρυτικό μέλος. Γνωριζόμασταν με τον Αντώνη. Ηταν λίγο μεγαλύτερος από μένα στο σχολείο, αυτός στο Κολλέγιο βέβαια.
Δ.Δ.: Κι εσύ ήσουν στου Μωραΐτη.
Α.Δ.: Μωραΐτη και μετά Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο γιατί με διώξανε. Ημουν κακός μαθητής, αργούσα να πάω, είχα θέματα πολλά. Τότε νόμιζαν ότι είμαι πολύ τεμπέλης, αλλά δεν ήταν αυτό. Εχω μια ιδιαιτερότητα που μου την είπε ένας ψυχίατρος πρόσφατα. Οτι αν ήξεραν τότε στην Αίγυπτο που γεννήθηκα όσα ξέρουμε τώρα, θα με κατέτασσαν αμέσως στο φάσμα του αυτισμού.
Δ.Δ.: Ενας κακός μαθητής έγινε σπουδαίος στιχουργός και δημοσιογράφος. Αρα αυτοί που αποκλείονται δεν είναι για πέταμα.
Α.Δ.: Οχι, αλλά πρέπει να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους.
Δ.Δ.: Τα δύο κοριτσάκια που αυτοκτόνησαν το έκαναν για τις Πανελλήνιες...
Α.Δ.: Φοβερό αυτό το πράγμα... Είναι μια σκληρότητα οι Πανελλήνιες, από την αρχή μέχρι το τέλος.
Δ.Δ.: Δεν πρέπει να καταργηθούν;
Α.Δ.: Μακάρι να καταργηθούν.
Σκηνή 7η: «Στο ‘’Μεγάλο μας τσίρκο’’»
Δ.Δ.: Μετά το σχολείο τι έκανες;
Α.Δ.: Πήγα στη Γαλλία για 3-4 χρόνια. Ηθελα να κάνω σινεμά, να γίνω σκηνοθέτης. Εδωσα δύο φορές στην IDHEC και δεν μπήκα. Αλλά είχα ένα κέρδος, γνώρισα εκεί τον Σωτήρη Μπασιάκο, που ήταν κι αυτός υποψήφιος. Δεν μπήκε κανένας από τους δυο μας, αλλά μείναμε φίλοι. Και μετά πήγα και γράφτηκα στη Σορβόννη, η οποία είχε ένα άλλο σύστημα. Σου έλεγε, «μπες, και άμα τα καταφέρεις, καλώς. Αλλιώς θα φύγεις». Γράφτηκα στο orientation journalisme γιατί είχε μπει στο μυαλό μου να γίνω δημοσιογράφος επειδή έγραφα εύκολα και καλά. Κάπως να επιζήσω, γιατί η οικογένειά μου, όταν ήρθε από την Αίγυπτο, δεν είχε πια χρήματα. Ηρθαν σχεδόν αδέκαροι. Και έτσι είπα να κάνω αυτά στη Σορβόννη, αλλά δεν πολυπάτησα για να είμαι ειλικρινής. Πήγαινα στα αμφιθέατρα, αλλά δεν καταλάβαινα πολλά. Οχι λόγω γλώσσας, αλλά επειδή δεν δούλευε ποτέ το μυαλό μου ακαδημαϊκά.
Δ.Δ.: Οπότε φεύγεις και από το Παρίσι και γυρνάς εδώ.
Α.Δ.: Ναι, εν τω μεταξύ είχα γίνει για λίγο βοηθός σκηνοθέτη για τον Κώστα Καζάκο στο «Μεγάλο μας τσίρκο». Ημουν 20 ετών. Ο Σταύρος Ξαρχάκος με πρότεινε. Τον είχα γνωρίσει από τα παρισινά καφέ και τις κοινές μας φιλίες. Και με πρότεινε ανεπιφύλακτα στον Καζάκο.
Δ.Δ.: Πότε αρχίζεις να αρθρογραφείς;
Α.Δ.: Αμέσως μετά το Τρίτο Πρόγραμμα. Επειδή είχαν πετύχει τα «Καθημερινά», με φώναξαν στον «Ταχυδρόμο» του Κυριαζίδη, όπως τον λέγαμε τότε. Ηταν ένα μαγαζί αυτοτελές, ας πούμε. Μέχρι που έπαψε να είναι. Στο «Βήμα» με είχε στείλει ο πατέρας μου μέσω ενός γνωστού. Αμισθος, και πήγαινα κατά τις δυόμισι το μεσημέρι και έφευγα το βραδάκι. Καθόμουν στο μεταφραστικό επειδή ήξερα γαλλικά και αγγλικά και με έβαζαν κάθε μέρα και έγραφα τα γνωστά «κλόπι ράιτ», που λένε. «Σκοτώθηκε το παιδί της Ρόμι Σνάιντερ» κ.λπ. Εμεινα μέχρι που έφυγε ο Κυριαζίδης. Μετά πήγα στη «Γυναίκα», με τον Αρη Τερζόπουλο. Είναι φίλος. Μου έχει φερθεί εξαιρετικά. Μου έδωσε έναν αξιοπρεπή μισθό. Και μετά, όταν βγήκε ο Κοσκωτάς με το μεγάλο πρότζεκτ στην Παλλήνη, όπου θα γινόντουσαν 35 περιοδικά και 60 εφημερίδες και 8 τηλεοπτικοί σταθμοί, με φώναξαν εκεί για το περιοδικό «Ενα» και μου δώσανε τα διπλά λεφτά από αυτά που έπαιρνα στον Τερζόπουλο. Και του λέω: «Αρη, τι να κάνω;». Μου λέει: «Παιδάκι μου, πήγαινε εκεί τώρα και κάνε τη δουλειά σου. Κι εμείς εδώ είμαστε, οι πόρτες είναι ανοιχτές πάντα».
Σκηνή 8η: «Οι δολοφόνοι της “17 Νοέμβρη”»
Δ.Δ.: Εχεις μετανιώσει για πολλά πράγματα στη ζωή σου;
Α.Δ.: Εχω μετανιώσει για συμπεριφορές, έχω μετανιώσει για τον τρόπο που έγραφα κάποτε. Ηταν επιθετικός και εξυπναδίστικος και πλήγωνα ανθρώπους χωρίς λόγο και αιτία. Συνέχεια έκανα τον έξυπνο. Αυτές οι εξυπνάδες που ούτε σε εμένα βγήκαν σε καλό, πλήγωσαν άλλους. Για τη ζωή μου γενικά δεν μπορώ να πω ότι μετανιώνω, αλλά μετανιώνω για συμπεριφορές μου. Γιατί δεν σου φταίει ο άλλος επειδή είσαι σε θέση να κάνεις τον έξυπνο και τον μάγκα, και σου δίνεται μια στήλη που έχει μια μεγάλη αναγνωσιμότητα, να τον προσβάλλεις, να τον κοροϊδεύεις, να κάνεις τον έξυπνο. Δεν θα το έκανα ξανά αυτό. Με τα μυαλά που έχω τώρα βέβαια, γιατί άμα ξαναπάς πίσω, δεν ξέρεις ποτέ.
Δ.Δ.: Για τους ανθρώπους στην πολιτική τώρα. Ο Γιωτόπουλος της 17Ν, ας πούμε.
Α.Δ.: Εκεί είμαι ακραίος, δεν θέλω ούτε να τους ακούω αυτούς που αποφασίζουν με τον δικό τους τρόπο ποιοι πρέπει να είναι ζωντανοί και ποιοι να είναι πεθαμένοι. Που έχουν δήθεν ιδεολογία και βάσει της ιδεολογίας τους σκοτώνουν όποιον νομίζουν ότι είναι επικίνδυνος. Από την άλλη μεριά τώρα, σε ό,τι αφορά το τωρινό περιστατικό με τον Γιωτόπουλο, που τον άφησαν ελεύθερο και τον ξανάβαλαν μέσα, εγώ είμαι της άποψης ότι τουλάχιστον τα 25 χρόνια ολόκληρα, μέρα-μέρα, 25 χρόνια επί 365 μέρες συν τα δίσεκτα, πρέπει να τα κάνει.
Δ.Δ.: Γιατί διαφωνεί η Ελενα Ακρίτα; Την ξέρεις την Ελενα;
Α.Δ.: Την Ελενα την ξέρω από τον «Ταχυδρόμο». Kαι έχουμε κάνει πολύ καλή παρέα, ήταν ένα κορίτσι πολύ διαφορετικό, μια γυναίκα ενδιαφέρουσα, βγαίναμε, μιλούσαμε, γελάγαμε, είχε τεράστιο χιούμορ. Αυτό που θυμάμαι εγώ από την Ελενα δεν έχει καμία σχέση με την Ελενα που βλέπουμε τώρα. Και γι’ αυτό την αγαπάω αναδρομικά.
Δ.Δ.: Θα προτιμούσες να είχαν εκτελέσει τον Γιωτόπουλο;
Α.Δ.: Οχι, Παναγία μου και Χριστέ μου! Δεν είμαι υπέρ της θανατικής ποινής. Είμαι κάθετα εναντίον. Επίσης, ενώ στην αρχή έλεγα «ας μείνει για πάντα μέσα», αφού ενημερώθηκα για το τι γίνεται στη διαφωτισμένη μας Ευρώπη, κατάλαβα ότι εντάξει, εμείς και 35 φορές ισόβια να καταδικάσουμε έναν άνθρωπο, δεν θέλουμε να μείνει πάνω από 25 χρόνια μέσα. Οπότε ακολουθώ αυτό και σκύβω το κεφάλι και λέω να βγει στα 25 χρόνια ο άνθρωπος που σκότωσε τον Κωστή Περατικό, έναν φίλο μου κολλητό, που είχε παντρευτεί και με μια φίλη μου που την αγαπούσα πάρα πολύ, τη Λία Ρακκά, και κάνανε δύο παιδάκια, τον Μιχάλη και τον Πέτρο. Ηταν 3 και 5 χρόνων όταν τον σκότωσαν τον μπαμπά τους. Και ο μπαμπάς τους ήταν ένα καλό παιδί, τίποτε άλλο, αλήθεια σου λέω. Απλώς ήταν γιος πλούσιου, ας πούμε. Εντάξει, για όλους που δολοφονήθηκαν στενοχωριέμαι, αλλά όταν ξέρεις και κάποιον είναι αλλιώς.
Δ.Δ.: Καλά, η χειρότερη απ’ όλες ήταν του Μπακογιάννη.
Α.Δ.: Μετά του Κωστή, η χειρότερη στεναχώρια ήταν αυτή. Σιχάματα, σιχάματα, κατά τη γνώμη μου.
Δ.Δ.: Και σκοτώνουν τον Μπακογιάννη. Και το κάνουν επίτηδες για να διαλύσουν τη σχέση του ΚΚΕ με τη Νέα Δημοκρατία.
Α.Δ.: Ακριβώς. Και τότε αυτά τα καταλαβαίναμε, δεν ήμασταν χαζοί.
Σκηνή 9η «Ρε Αντώνη, χαλάρωσε»
Δ.Δ.: Τι κάνεις το βράδυ; Βγαίνεις έξω;
Α.Δ.: Βλέπω φίλους και πάμε κάπου να φάμε ήσυχα κ.λπ. Οσο μεγαλώνουμε και γερνάμε...
Δ.Δ.: Τώρα δεν έχεις σχέση, δεν μένεις μαζί με κάποιον;
Α.Δ.: Οχι, ποτέ δεν έχω μείνει με κάποιον, δεν έχω συζήσει. Ημουν μόνος μου - πάντα. Και μπορώ να πω ότι μου αρέσει που μένω μόνος μου. Βέβαια, έχω φίλους που μοιράζονται μαζί μου τις ζωές τους, τις οικογένειές τους, τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους, έχω σχέσεις αγάπης. Μπορώ να πάω στον φίλο μου τον Τάσο στο Λαγονήσι, να κάτσω 15 μέρες και να είναι εκεί τα παιδιά, τα εγγόνια του. Εχω ανθρώπους που είναι οικογένεια, αλλά μένω μόνος μου.
Δ.Δ.: Τι θα έλεγες τώρα στον Αντώνη Σαμαρά;
Α.Δ.: Θα του έλεγα: «Ρε Αντώνη, χαλάρωσε, άσ’ το τώρα πια. Κοίταξε τον εαυτό σου, κοίταξε τη ζωή σου». Γιατί είναι πολύ κακό για την υστεροφημία του αυτό που πάει να κάνει. Είναι πείσμα πια, είναι εμμονή.
Δ.Δ.: Πάρ’ τον τηλέφωνο και πες του το, τι σε σταματάει;
Α.Δ.: Ξέρω, έχω δυστυχώς εικόνα τού σε τι φάση είναι.
Δ.Δ.: Εχεις καιρό να τον δεις;
Α.Δ.: Εχω καιρό να τον δω, περισσότερο λόγω Πάτμου, όπου πάω με την Ιλεάνα, βλέπω τον Αλέξανδρο, τον αδελφό του. Τον Αντώνη έχω να τον δω 10-15 χρόνια από κοντά.
Δ.Δ.: Ευκαιρία τώρα να τον ξανασυναντήσεις και να του μιλήσεις, καλό θα είναι αυτό.
Α.Δ.: Δεν ακούει κανέναν. Τελείωσε, τώρα είναι εκεί. Και τι ήταν όλο αυτό; Ενα χτύπημα εναντίον ενός κόμματος και του Μητσοτάκη που τον έκανε υπουργό Εξωτερικών. Και μετά τον ρίξαμε τον Μητσοτάκη - ούτε που θυμάμαι για ποιον λόγο μού έλεγε ο Αντώνης ότι έπρεπε να τον ρίξουμε.
Επίλογος: «Η αγάπη της μάνας μου»
Δ.Δ.: Τι είναι αυτό που έχει μείνει στη ζωή σου μέχρι τώρα; Πόσο είσαι;
Α.Δ.: Είμαι 73.
Δ.Δ.: Πες μου ένα πράγμα απ’ όλα αυτά τα χρόνια που έχει μείνει;
Α.Δ.: Η αγάπη της μάνας μου. Η οποία με στήριξε και αφού εκείνη έφυγε - πέθανε στα 50 της. Αισθάνομαι ότι με έχει βοηθήσει κι από κει που είναι.
Δ.Δ.: Ποια νομίζεις ότι είναι η μεγαλύτερη φωνή που πέρασε ποτέ από το ελληνικό τραγούδι;
Α.Δ.: Η Χαρούλα Αλεξίου.
Δ.Δ.: Μπράβο, συμφωνώ μαζί σου!
Και καθώς σηκωθήκαμε του είπα: «Αρης, θεός του πολέμου, του έρωτα, του Τρίτου». Και εκείνος συμπλήρωσε: «Του τρελοκομείου»!
Ο τουρισμός και η εστίαση είναι δύο από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, όπου η εξειδίκευση και η σωστή εκπαίδευση ανοίγουν τον δρόμο για μια καριέρα με προοπτικές
Οι αυξημένες ανάγκες του καλοκαιριού δεν χρειάζεται να συνοδεύονται από αβεβαιότητα για το κόστος. Η Protergia προσφέρει λύσεις που συνδυάζουν δροσιά, σταθερότητα και μεγαλύτερο έλεγχο στον λογαριασμό ρεύματος.
Με επίκεντρο τις τοπικές κοινωνίες, η ΑΒ Βασιλόπουλος πραγματοποίησε 150 δράσεις εθελοντισμού σε όλη τη χώρα, με τη συμμετοχή περισσότερων από 4.500 ανθρώπων.