Marseaux: Στη σκηνή προτιμώ να βγαίνω πιο ραπερού - Το TikTok έχει γίνει αρκετά τοξικό μέσο
Υπερταλαντούχα, με συγκλονιστική φωνή και ένα στυλ τόσο προσωπικό και τόσο αυθεντικό που φωνάζει το όνομά της. Στο δικό της σύμπαν δεν υπάρχει πάντα μόνο χαρά, ούτε πάντα φως, υπάρχει όμως πάντα η αγάπη που τα νικάει όλα
Η συνάντησή μας ήταν αρχικά να γίνει στο σπίτι της, κάπου στα βόρεια προάστια, αλλά τελικά το ραντεβού μεταφέρθηκε στο καμαρίνι της στο θέατρο «Βέμπο», εκεί όπου υποδύεται τη Γουένσντεϊ στο μιούζικαλ «Οικογένεια Addams». Της λέω ότι παρότι ως σημείο συνάντησης με βόλευε περισσότερο το θέατρο, από την άλλη μεριά θα ήθελα να τη δω και μέσα στον χώρο της, με τη σκέψη ότι το προσωπικό της περιβάλλον ίσως μου «μιλούσε» λίγο για εκείνη πριν μου μιλήσει η ίδια. H Marseaux γέλασε ανάλαφρα και μου είπε: «Αυτό τον καιρό σπίτι μου είναι το καμαρίνι μου, γιατί είμαι εδώ από Τετάρτη έως Κυριακή». Το καμαρίνι της δεν μου είπε πράγματα για εκείνη, μου τα είπε η ίδια.
Αυθόρμητα και αφιλτράριστα, έτσι όπως της αρέσει να μιλάει. Αν κατάλαβα κάτι από τη συζήτηση με τη Marseaux είναι ότι δεν της αρέσει να προσποιείται κάτι που δεν είναι. Ποτέ δεν το έκανε. Αντιθέτως, είναι αυθεντική, γνήσια και μέχρι δακρύων ειλικρινής, ένα κορίτσι που δεν νιώθει την ανάγκη να κρύψει τίποτα. Μα πάνω απ’ όλα, κι αυτό το γνώριζα και πριν τη συναντήσω, είναι ένα υπερταλαντούχο πλάσμα που ξεκίνησε από πολύ νωρίς να δουλεύει σκληρά για να φτάσει σήμερα, στα μόλις 25 χρόνια της, να λογίζεται μία από τις σταθερά ανερχόμενες δυνάμεις της ελληνικής ποπ/χιπ χοπ σκηνής. Και παρότι δεν θα μας εκπροσωπήσει τελικά στη Eurovision με το τραγούδι της «Χάνομαι», δεν το καταλογίζει στις ήττες της, αλλά στις εμπειρίες της. Η Marseaux θέλει μόνο να εξελίσσεται. Και όσο εξελίσσεται τόσο καλύτερη γίνεται.
GALA.: Ηταν ωραία σύμπτωση το ότι ξεκίνησες τη μουσική καριέρα σου με τους Wednesday Night Cypher (WNC), το 2018, και τώρα παίζεις τη Γουένσντεϊ στην «Οικογένεια Addams»; MARSΕAUX: Ηταν ακραίο και το σκέφτηκα από την πρώτη στιγμή. Κάπως πάντα τα φέρνει η ζωή και σε ξαναγυρίζει στα ίδια μέρη.
G.: Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία; M.: Μου το πρότεινε η Θέμις Μαρσέλλου, η σκηνοθέτις της παράστασης. Η ιστορία μας με τη Θέμιδα είναι μεγάλη. Την είχα γνωρίσει στα 12 μου στις οντισιόν που έκανε για το «Αννι». Με πήρε, έπαιξα στην παράσταση και την επόμενη χρονιά έκανα μαζί της τη «Μελωδία της ευτυχίας». Μετά έπαιξα και στο «Μπίλι Ελιοτ», σε σκηνοθεσία άλλου. Ανά τα χρόνια η Θέμις μου έλεγε συχνά ότι έχει ρόλους για μένα. Εγώ, όμως, δεν είμαι ηθοποιός. Εχω τελειώσει το Καλλιτεχνικό Σχολείο στον Γέρακα, αλλά δεν έχω σπουδάσει Υποκριτική. Επίσης, έχω κάνει χορό ερασιτεχνικά σε σχολή Χορού στη Ραφήνα, αλλά δεν έχω κάποιο πτυχίο. Ούτε και στα φωνητικά έχω δίπλωμα - κάνω απλά μαθήματα. Εχω μόνο κάτι άσχετα διπλώματα στο φλαμένγκο. Ο,τι να ’ναι είμαι. Οπότε, κάθε φορά της έλεγα ότι δεν είναι η ώρα ακόμα. Μέχρι που μου μίλησε για τη Γουένσντεϊ Ανταμς. «Είστε ίδιες», μου είπε, «πρέπει να το κάνεις εσύ». Μου άρεσε ως κόνσεπτ, ένιωσα ότι ταιριάζω με το καστ, είχα περάσει κι εγώ από γκοθοκατάσταση στην εφηβεία μου, οπότε ο ρόλος ήταν ταμάμ.
Είπα ναι. Τότε ήταν που σκέφτηκα ότι οι Τετάρτες (σ.σ.: Wednesday) πάντα θα με κυνηγάνε. (γελάει)
G.: Η παράσταση έχει όμως και πολλή πρόζα. Ηταν αυτό για σένα ένας έξτρα βαθμός δυσκολίας; Μ.: Είχα αγχωθεί στην αρχή γιατί παίζω και με εξαιρετικούς ηθοποιούς με χρόνια εμπειρίας στο σανίδι. Φωνητικά και κινησιολογικά ήξερα ότι θα μπορούσα να υποστηρίξω τον ρόλο, αλλά υποκριτικά δεν είχα κάποια γνώση, πέραν κάποιων μαθημάτων που είχα κάνει στο σχολείο που ήταν θαμμένα μέσα στο κεφάλι μου. Εν τέλει, όμως, μου βγήκε πολύ φυσικά. Με βοήθησε πολύ και η Θέμις στο να κατανοήσω τον ρόλο, αλλά και ο Νίκος Μουτσινάς στο να καταλάβω την κάθε φράση που λέω στο έργο και τους λόγους που τη λέω. Αυτό που προσπάθησα ήταν να δώσω στη Γουένσντεϊ και λίγη Marseaux γιατί έχουμε κοινά χαρακτηριστικά.
G.: Ποια είναι αυτά; Μ.: Νιώθω ότι είναι μια κοπέλα βαθιά ευαίσθητη, αλλά αυτή την ευαισθησία της την έκρυβε γιατί έτσι είχε μάθει στο πλαίσιο της οικογένειάς της. Μου αρέσει η γκοθίλα αυτής της οικογένειας που βλέπει όλα τα πράγματα ανάποδα, αλλά μου αρέσει και που η Γουένσντεϊ κάνει μια επανάσταση στο σπίτι της, καλώντας τους γονείς της να δουν και μια άλλη πλευρά της ζωής λίγο πιο κανονική, πιο φυσιολογική. Κι εγώ από μικρή ήμουν λίγο επαναστάτρια στο σπίτι μου και στο σχολείο μου, είχα αυτή την ανάγκη να αλλάξω κάποια πράγματα.
G.: Γιατί αλλάζει η Γουένσντεϊ; Μ.: Επειδή ερωτεύεται. Και από εκεί που της άρεσαν η μαυρίλα και το σκοτάδι, τώρα της αρέσει το φως και να ακούει τα πουλάκια να κελαηδάνε. Τα βρίσκει πάνγλυκα. Περνάει στην ουσία μια κρίση ταυτότητας. Κι εγώ έχω ζήσει κάτι ανάλογο και νομίζω όλοι μας. Η περίοδος από την εφηβεία στην ενηλικίωση έχει αυτή την αλλαγή, σε άλλους λιγότερο, σε άλλους περισσότερο. Εγώ είχα περάσει μια φάση που δεν μου άρεσε πλέον τίποτα απ’ όσα μου άρεσαν παλιά και άλλαξα τα πάντα. Μέχρι και τους φίλους μου.
G.: Θεωρείς ότι χρειάστηκε να ενηλικιωθείς απότομα; Μ.: 100%, γιατί βίωσα την τεράστια απώλεια της μαμάς μου. Οποιο παιδί έχει ζήσει κάτι τέτοιο, θέλει δεν θέλει, μεγαλώνει απότομα, άτσαλα και χωρίς να το καταλαβαίνει κιόλας.
G.: Εργάζεσαι, όμως, στον χώρο της μουσικής από πολύ μικρή. Μήπως κι αυτό σου στέρησε ένα μέρος της παιδικότητάς σου; Μ.: Εχω νιώσει πολλές φορές, ακόμα και τώρα, ότι λόγω του προγράμματός μου ίσως δεν μπορώ να κάνω πράγματα που κάνουν άλλα παιδιά της ηλικίας μου. Για παράδειγμα, Παρασκευή και Σάββατο που οι πιο πολλοί βγαίνουν, για μένα είναι οι πιο δύσκολες μέρες. Εχω διπλές παραστάσεις και μετά εμφανίζομαι στο Κέντρο Αθηνών, όπου ανοίγω το πρόγραμμα για τη Δέσποινα Βανδή και τον Κωνσταντίνο Αργυρό. Οπότε δεν βγαίνω, γιατί ξέρω ότι δεν θα ξυπνάω το πρωί και δεν θα ξεκουράσω τη φωνή μου. Τραβάω και αυτό το άγχος. Παρ’ όλα αυτά έχω ζήσει και έχω νιώσει πράγματα μέσα από τη δουλειά μου και την αγάπη του κόσμου που δεν τα έχουν ζήσει άλλοι νέοι. Οπότε αυτό κάπως ισορροπείται.
G.: Ποια ήταν η πρώτη φορά που ένιωσες την αγάπη του κόσμου; Μ.: Από το πρώτο μου live με τους WNC και τον Solmeister. Τα παιδιά είχαν ήδη ένα δικό τους κοινό, πολύ μικρό. Εγώ είχα βγάλει δύο-τρία κομμάτια τότε. Τίποτα. Μηδέν δισκογραφία. Και μου είπαν να εμφανιστώ μαζί τους. Εγώ δεν ήξερα ούτε πώς να κρατάω το μικρόφωνο, δεν είχα ξανατραγουδήσει μπροστά σε κόσμο, δεν τους είχα ξαναδεί σε live, ήμουν στα σκοτάδια. Εκείνοι όμως μου είπαν ότι δεν πειράζει και «έλα, κι ό,τι βγει». Με το που ανέβηκα στη σκηνή, ένιωσα οικειότητα, ασφάλεια. Δεν είχα την αίσθηση ότι ήμουν μπροστά σε ένα κοινό που ήρθε για να με κρίνει - ίσα-ίσα ότι εμφανιζόμουν μπροστά σε ένα ζεστό κοινό που ήταν έτοιμο να ανοίξει τα χέρια του και να με αγκαλιάσει. Ξεκίνησαν όλα πολύ προστατευμένα.
G.: Αυτή την αγάπη που εισπράττεις από το κοινό όταν βγαίνεις στη σκηνή και ίσως σε κάνει να νιώθεις και λίγο «θεά», νιώθεις να την εισπράττεις και στη ζωή σου; Μ.: Κατ’ αρχάς να σου πω ότι όταν βγαίνω στη σκηνή, δεν νιώθω καθόλου θεά. Ξέρω ότι άλλες τραγουδίστριες θέλουν να νιώθουν έτσι και ίσως αυτό είναι που χρειάζονται. Εγώ νιώθω σαν να πρέπει να κάνω performance στους φίλους μου. Θέλω να είμαι ο εαυτός μου, ακόμα κι αν καμιά φορά κάνω κάποια κίνηση που δεν είναι τόσο θηλυκή. Δεν με πειράζει να τσαλακώνομαι πάνω στη σκηνή. Προτιμώ να βγαίνω πιο ραπερού. Και είμαι από τη φύση μου έτσι. Δεν νιώθω ποτέ γκόμενα.
G.: Το ξέρεις όμως ότι είσαι όμορφη... Μ.: Νιώθω όμορφη. Αλλά δεν προσπαθώ να το προβάλλω. Ισως γιατί δεν είμαι ακόμα μεγάλη γυναίκα. Προσπαθώ να διατηρήσω την παιδικότητα που έχω ακόμα. Οσον αφορά την αγάπη και την αποδοχή εκτός σκηνής, την εισπράττω σίγουρα από τον κύκλο μου. Νιώθω πολύ ευγνώμων και ευλογημένη που έχω γύρω μου ανθρώπους οι οποίοι θέλω να πιστεύω ότι θα είναι μαζί μου για πάντα. Εκτός του κύκλου μου, δεν έχω νιώσει μη αγαπητή. Εχω ακούσει κακοπροαίρετα σχόλια μόνο από την τηλεόραση και από το TikTok που γενικά έχει γίνει αρκετά τοξικό μέσο.
G.: Είσαι δημόσιο πρόσωπο και νομοτελειακά δεν μπορείς να αρέσεις σε όλους. Το έχεις υπόψη σου αυτό; Μ.: 100%. Και όσο πιο πολύ εκτίθεσαι και αποκτάς δημοσιότητα τόσο περισσότερα αρνητικά σχόλια θα ακούς και αυτό είναι το φυσικό. Προσπαθώ να πετάω κατευθείαν σχόλια που ξέρω ότι είναι κακοπροαίρετα και να μην τα βάζω μέσα μου, αλλά επειδή είμαι πολύ ευαίσθητη δεν το έχω ακόμα καταφέρει. Ομως, αν ένα αρνητικό σχόλιο που να αφορά τη δουλειά μου έχει καλή πρόθεση, τότε πραγματικά το χρειάζομαι γιατί θα με βοηθήσει.
G.: Το τραγούδι σου «Χάνομαι» μιλάει για σένα; Μ.: Επειδή η χρονιά που διανύουμε ήταν η πιο δύσκολη που έχω ζήσει ποτέ, γιατί έκανα πολλά πράγματα μαζί, ένιωσα ότι ζω μόνο για να δουλεύω, παρότι τη δουλειά που κάνω τη λατρεύω και την έχω επιλέξει. Μέσα μου λοιπόν κονταροχτυπιούνται από τη μία η ανάγκη μου να κάνω αυτή τη δουλειά και από την άλλη η σκέψη ότι δεν έχω τον χρόνο να δω τους φίλους μου και μου λείπουν. Αυτό είναι το «Χάνομαι» ουσιαστικά: το κυνήγι του παλιού σου εαυτού, της παλιάς σου ανεμελιάς, της παιδικότητάς σου, της εποχής που δεν είχες τόσες υποχρεώσεις.
G.: Εχεις πει ότι το όνειρό σου ήταν να πας στη Eurovision. Απογοητεύτηκες που δεν τα κατάφερες φέτος; Μ.: Ειλικρινά σου μιλάω, καθόλου. Κάθε φορά που δοκιμάζω κάτι, έχω την ψυχολογία ότι δεν θα τα πάω καλά. Ακόμα και τώρα στο θέατρο, είπα ότι θα το κάνω, θα δώσω το 150% μου, αλλά μπορεί να είμαι χάλια και να γίνω ρεζίλι. Ετσι ξεκινάω. Κι αυτό το κάνω μάλλον γιατί δεν έχω καταφέρει ακόμα να δουλεύω με τον εσωτερικό μου σαμποτέρ, δεν έχω μάθει ακόμα να τον κάνω να το βουλώνει.
G.: Τι είναι αυτός ο εσωτερικός σαμποτέρ; Μ.: Ενώ από τη μια λέω στον εαυτό μου «είσαι ταλαντούχα και δουλευταρού», μου τα αναγνωρίζω δηλαδή αυτά, βγαίνει μια άλλη φωνούλα στη σκέψη μου που μου λέει «είσαι χάλια, είσαι φάλτσα, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα». Και επειδή αυτή η κατάσταση με έχει απασχολήσει πολύ το τελευταίο διάστημα, θα παίξει σημαντικό ρόλο και στη διαμόρφωση του νέου μου άλμπουμ.
G.: Το οποίο πότε θα κυκλοφορήσει; Μ.: Δεν ξέρω ακόμα. Τώρα έχω αρχίσει να το γράφω με τον Solmeister (σ.σ.: ο επιτυχημένος μουσικός παραγωγός και στενός συνεργάτης της). Εχουμε έτοιμα δύο από τα δέκα τραγούδια και λογικά θα μπει και το «Χάνομαι», άρα τρία. Εχω, όμως, την ανάγκη να μιλήσω γι’ αυτόν τον εσωτερικό σαμποτέρ γιατί ξέρω ότι υπάρχουν πολλά παιδιά εκεί έξω που περνάνε την ίδια κατάσταση, κι αν μπορέσω να τους δώσω μια αγκαλιά και ένα «πατ πατ» μέσα από τα τραγούδια μου, θα το κάνω.
G.: Ποιο είναι το πιο αγαπημένο σου δικό σου τραγούδι; Μ.: Το «Τανγκό της Μαρσό». Είναι για τη μαμά μου, είναι πολύ ειλικρινές, λυπητερό και δεν περίμενα ποτέ ότι θα αγαπηθεί τόσο πολύ από τον κόσμο γιατί συνήθως δεν πάνε καλά οι μπαλάντες που τις ερμηνεύουν ποπ τραγουδίστριες. Το είχαμε βγάλει καθαρά για μένα, γιατί εγώ το ήθελα. Οταν συνειδητοποίησα τι γκελ έχει στην καρδιά του κόσμου, έπαθα σοκ. Ηταν απίστευτο.