Η Μιράντα Μακρυνιώτη στον κόσμο της «Άννας Μπολένα»
Η διεθνής μεσόφωνος επιστρέφει στη σκηνή της ΕΛΣ με την «Αννα Μπολένα» του Ντονιτσέτι και μιλά για την παράσταση που φωτίζει με σύγχρονο βλέμμα τη σκοτεινή πλευρά της εξουσίας, της επιθυμίας και της ανθρώπινης ευθραυστότητας
Τοπ και φούστα Simkhai, attica, Τhe Department Store. Πέδιλα, Gucci
Η Μιράντα Μακρυνιώτη ανήκει σε εκείνη τη γενιά λυρικών καλλιτεχνών που χτίζουν τη διαδρομή τους με συνέπεια, εσωτερικότητα και μια διαρκή ανάγκη εξερεύνησης. Γεννημένη στην Αθήνα, σπούδασε φωνητική στο Εθνικό Ωδείο με τη Λυδία Αγγελοπούλου αποφοιτώντας με διάκριση και Α΄ βραβείο, ενώ συνέχισε τις σπουδές της στη Βασιλική Μουσική Ακαδημία του Λονδίνου με υποτροφία «Τζένιφερ Βίβιαν», διαμορφώνοντας τη φωνητική και σκηνική της ταυτότητα μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον υψηλών απαιτήσεων. Με σταθερή παρουσία στην Εθνική Λυρική Σκηνή, της οποίας υπήρξε και μέλος του Στούντιο Οπερας, έχει ερμηνεύσει ένα ευρύ φάσμα ρόλων, από το μπαρόκ έως τη σύγχρονη ελληνική δημιουργία, διαγράφοντας μια πορεία που χαρακτηρίζεται από ευελιξία και ουσιαστική προσέγγιση του ρόλου.
Πουκάμισο και φούστα Marni, attica, Τhe Department Store. Πέδιλα, Gucci
Σήμερα στέκεται στον σκηνικό κόσμο της «Αννας Μπολένα» σαν να ανήκει ήδη σε αυτόν. Ανάμεσα σε πρόβες, φώτα και σιωπές, φωτογραφίζεται για το «Gala», αφού έχει μόλις βγάλει τα ιστορικά κοστούμια που κάποτε σχεδίασε ο Νίκος Γεωργιάδης για τον ρόλο της Τζοβάνα Σέιμουρ, επιλέγοντας για τη φωτογράφησή μας σύγχρονα ρούχα. Τα κοστούμια παραμένουν ως ίχνος -κουβαλούν μνήμη, βάρος και μια αδιόρατη αίσθηση συνέχειας-, ενώ γύρω της ο νέος, αφαιρετικός σκηνικός κόσμος που δημιουργεί ο Λέσλι Τράβερς για την Εθνική Λυρική Σκηνή μοιάζει να αιωρείται ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, ακριβώς όπως και η όπερα του Γκαετάνο Ντονιτσέτι.
«Το πρώτο συναίσθημα που ένιωσα ήταν η περιέργεια. Ηθελα να καταλάβω τι την κινεί, ποια είναι τα πραγματικά της κίνητρα. Και όσο περισσότερο τη δουλεύω τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ ότι δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις», λέει η Μιράντα Μακρυνιώτη για τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τον ρόλο της Τζοβάνα Σέιμουρ. «Για παράδειγμα, αναρωτιέμαι αν είναι πραγματικά ερωτευμένη με τον Ερρίκο ή αν αυτό που βιώνει είναι κάτι πιο σύνθετο, μια ανάγκη επιβίωσης, μια επιθυμία για κοινωνική θέση, για ασφάλεια. Αυτά τα ερωτήματα δεν απαντώνται ξεκάθαρα, και αυτό είναι που κάνει τον ρόλο τόσο ενδιαφέροντα».
Φόρεμα Taller Marmo, attica, Τhe Department Store
Η «Αννα Μπολένα», που μόλις έκανε πρεμιέρα, είναι ένα έργο-σταθμός για το ιταλικό ρομαντικό ρεπερτόριο, ένα σημείο καμπής, όπου το bel canto παύει να είναι απλώς επίδειξη φωνητικής δεξιοτεχνίας και μετατρέπεται σε ουσιαστικό εργαλείο δραματουργίας. Από την πρώτη παρουσίαση το 1830 στο Μιλάνο έως τη θρυλική αναβίωση τον 20ό αιώνα, το έργο αυτό επιστρέφει διαρκώς, ως μια υπενθύμιση ότι η ανθρώπινη φύση με τις αντιφάσεις και τις αδυναμίες της παραμένει αναλλοίωτη. Σε αυτό το δραματουργικό πλαίσιο, η Τζοβάνα Σέιμουρ δεν είναι μια δευτερεύουσα φιγούρα, αλλά ένας χαρακτήρας σύνθετος και αμφίσημος. Η Μακρυνιώτη αποφεύγει συνειδητά τις βεβαιότητες: «Νομίζω ότι είναι σημαντικό να αφήνεις τον χαρακτήρα ανοιχτό. Να μην τον κλειδώνεις σε μια ερμηνεία. Γιατί και οι άνθρωποι στη ζωή είναι γεμάτοι αντιφάσεις. Και ίσως αυτό είναι που κάνει και τον θεατή να ταυτίζεται».
Η προετοιμασία για έναν απαιτητικό ρόλο όπως η Τζοβάνα Σέιμουρ είναι μια διαδικασία που απαιτεί ταυτόχρονα πειθαρχία και ευελιξία. «Φωνητικά, η δουλειά είναι πολύ συγκεκριμένη», εξηγεί. «Χρειάζεται καθημερινή μελέτη, επανάληψη, ακρίβεια. Δεν υπάρχει τρόπος να παρακάμψεις αυτό το κομμάτι. Είναι η βάση πάνω στην οποία χτίζονται όλα». Οταν όμως η συζήτηση μετατοπίζεται στην ψυχολογική προετοιμασία, η προσέγγισή της αλλάζει: «Ψυχολογικά, δεν νομίζω ότι μπορείς να προετοιμαστείς με τον ίδιο τρόπο. Στην αρχή, ναι, αναλύεις, σκέφτεσαι, προσπαθείς να καταλάβεις. Αλλά όσο πλησιάζουμε προς τις σκηνικές πρόβες, νιώθω ότι με βοηθάει περισσότερο να σταματάω αυτή την ανάλυση. Το να μη σκέφτομαι συνεχώς, να αφήνω χώρο για το απρόβλεπτο, με κάνει πιο ανοιχτή. Εκεί είναι που προκύπτουν στιγμές που δεν είχες σχεδιάσει και αυτές είναι συχνά οι πιο αληθινές».
Η ισορροπία ανάμεσα στη φωνητική τεχνική και τη θεατρική έκφραση είναι από τις πιο απαιτητικές προκλήσεις της όπερας. «Για μένα, αυτή η ισορροπία δεν έρχεται εύκολα. Δεν είναι κάτι που συμβαίνει από την πρώτη στιγμή. Χτίζεται στις πρόβες, μέσα από επανάληψη, μέχρι να γίνει κάτι σχεδόν σωματικό. Οταν φτάσεις σε αυτό το σημείο, στη σκηνή δεν σκέφτεσαι πια τόσο την τεχνική. Λειτουργείς περισσότερο με το ένστικτο, κι αυτό είναι απελευθερωτικό».
Το σκηνικό σύμπαν της παραγωγής παίζει καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. «Η αισθητική είναι αρκετά αφαιρετική, και αυτό σε φέρνει αντιμέτωπο με τον εαυτό σου στη σκηνή. Δεν έχεις πολλά στηρίγματα. Πρέπει να είσαι παρών, να γεμίζεις τον χώρο με την παρουσία σου. Και αυτό επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο ζεις τον ρόλο». Η ίδια βλέπει τη σχέση ανάμεσα στο σκηνικό περιβάλλον και την ερμηνεία ως αδιαχώριστη: «Δεν είναι δύο ξεχωριστά πράγματα. Το ένα διαμορφώνει το άλλο. Και όταν αυτή η σχέση λειτουργεί, τότε δημιουργείται κάτι πολύ δυνατό».
Φόρεμα Jacquemus, attica, Τhe Department Store. Πέδιλα, Gucci
Οσον αφορά τη μουσική του Ντονιτσέτι, η σχέση της μαζί της εξελίσσεται διαρκώς: «Δεν θα έλεγα ότι είμαι εξαρχής λάτρης του bel canto. Ομως, δουλεύοντας αυτή την όπερα, ανακαλύπτω συνεχώς πράγματα που με συγκινούν». Κάνει μια μικρή παύση, σαν να ανακαλεί μια συγκεκριμένη στιγμή: «Αυτό που με εντυπωσιάζει περισσότερο είναι εκείνα τα μικρά μουσικά περάσματα, τα μοτίβα που συνδέουν τις μεγάλες σκηνές. Εχουν μια λεπτότητα, αλλά ταυτόχρονα μια τεράστια δραματική ένταση. Και πολλές φορές περνούν απαρατήρητα. Νομίζω όμως ότι εκεί κρύβεται ένα μεγάλο μέρος της ομορφιάς της μουσικής. Οχι μόνο στις κορυφώσεις, αλλά και σε ό,τι συμβαίνει ενδιάμεσα».
Παρά την ένταση και τη συγκέντρωση που απαιτεί η σκηνή, η καθημερινότητά της είναι γειωμένη, σχεδόν ήσυχη. «Η ζωή μου εκτός σκηνής δεν είναι ιδιαίτερα διαφορετική από των περισσότερων ανθρώπων. Εχω τις καθημερινές μου υποχρεώσεις, περνάω χρόνο με τον σύντροφό μου και τις δύο γάτες μας, προσπαθώ να βλέπω φίλους». Αυτές οι μικρές, απλές στιγμές έχουν ιδιαίτερη σημασία: «Μέσα στην ένταση της δουλειάς αυτά τα πράγματα λειτουργούν ως αντίβαρο. Σε επαναφέρουν». Μετά από μια παράσταση η αποφόρτιση είναι μια διαδικασία που χρειάζεται χρόνο. «Η ένταση της σκηνής δεν φεύγει αμέσως.
Αυτό που με βοηθάει περισσότερο είναι να είμαι με τους δικούς μου ανθρώπους. Να καθίσουμε, να πιούμε κάτι, να μιλήσουμε, είτε για την παράσταση είτε για οτιδήποτε άλλο. Μέχρι να νιώσω ότι χαλαρώνω».
Η έμπνευση έρχεται από πολλαπλές πηγές. «Αγαπώ πολύ τον κινηματογράφο. Είναι μια ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης. Και επίσης, το να βρίσκομαι στη φύση. Αυτές οι εμπειρίες σε γεμίζουν και, με κάποιον τρόπο, περνούν και στη δουλειά σου». Η ανάγκη για εξέλιξη είναι βαθιά ριζωμένη μέσα της. «Νομίζω ότι αυτό που με κρατά δημιουργικά ανήσυχη είναι η ανάγκη μου να βελτιώνομαι.
Να νιώθω ότι προχωράω, ότι εξελίσσομαι. Θέλω να μπορώ να στέκομαι απέναντι σε αυτό που κάνω και να το αναγνωρίζω ως κάτι που με εκφράζει πραγματικά». Ωστόσο, δεν ωραιοποιεί τις απαιτήσεις του επαγγέλματος. «Οταν βρίσκεσαι στην τελική ευθεία με τις πρόβες, δεν υπάρχει ισορροπία. Ο προσωπικός χρόνος περιορίζεται πολύ και ουσιαστικά αφορά την ξεκούραση. Είναι κάτι που πρέπει να αποδεχτείς». Και όταν υπάρχει χρόνος για τον εαυτό της; «Μου αρέσει πολύ να περπατάω στο κέντρο της Αθήνας, να πηγαίνω στα παλαιοπωλεία. Μπορώ να χαθώ εκεί για ώρες. Και μετά, ιδανικά, καλό φαγητό με καλή παρέα. Αυτά είναι για μένα μικρές πολυτέλειες».
Στο τέλος, αυτό που τη νοιάζει περισσότερο δεν είναι η παράσταση, αλλά το αποτύπωμα που αφήνει. «Θα ήθελα ο θεατής να φύγει με ερωτήματα. Να μην εισπράξει μόνο μια “ιστορία”, αλλά κάτι που να τον απασχολήσει και μετά. Να συνεχίσει να το σκέφτεται». Και ίσως αυτό είναι και το πιο ουσιαστικό στην τέχνη της: η επιθυμία να ανοίγει χώρο για σκέψη, για αμφιβολία, για προσωπική ερμηνεία. Σε έναν κόσμο που συχνά αναζητά εύκολες απαντήσεις, η Μιράντα Μακρυνιώτη επιλέγει να κατοικεί μέσα στις ερωτήσεις και να τις μετατρέπει σε σκηνική αλήθεια.