Οι διακριτικές αλλαγές στον τρόπο που μιλάμε ίσως αποτελούν από τα πρώτα προειδοποιητικά σημάδια
άνοιας και
νόσου Αλτσχάιμερ, σύμφωνα με ερευνητές που μελετούν τη σχέση μεταξύ γλώσσας και γνωστικής λειτουργίας.
Ειδικοί επισημαίνουν ότι στοιχεία όπως οι συχνές παύσεις, η δυσκολία εύρεσης λέξεων, η επιβράδυνση της ομιλίας αλλά και η απλούστευση των προτάσεων μπορεί να εμφανιστούν αρκετά νωρίς, ακόμη και πριν γίνουν εμφανή τα κλασικά συμπτώματα μνήμης.
«Η γλώσσα είναι μία από τις πιο σύνθετες λειτουργίες του εγκεφάλου»
Ο Δρ Tim Beanland από την Alzheimer’s Society εξηγεί στην εφημερίδα The Telegraph ότι η ομιλία απαιτεί εξαιρετικά πολύπλοκες διεργασίες του εγκεφάλου. «Η γλώσσα είναι μία από τις πιο σύνθετες λειτουργίες που εκτελεί ο
εγκέφαλος», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Όπως εξηγεί, ακόμη και μια απλή συζήτηση προϋποθέτει τη συνεργασία πολλών διαφορετικών περιοχών του εγκεφάλου: «Μια συζήτηση – το να κρατά κανείς στο μυαλό του τα λόγια του άλλου και να τα μετατρέπει σε νόημα – βασίζεται στον συντονισμό ενός δικτύου διαφορετικών περιοχών του εγκεφάλου».
Σύμφωνα με τους ειδικούς, όταν ο εγκέφαλος αρχίζει να δυσκολεύεται να διαχειριστεί αυτές τις διαδικασίες, μπορεί να εμφανιστούν πρώιμα συμπτώματα της νόσου Αλτσχάιμερ.
Οι συχνές παύσεις και τα «εε» που ίσως δεν είναι αθώα
Ένα από τα σημάδια που εξετάζουν οι επιστήμονες είναι η αυξημένη χρήση λέξεων ή ήχων όπως «εε», «χμμ» ή «αα» κατά τη διάρκεια της
ομιλίας. Αν και οι στιγμές διστακτικότητας θεωρούνται φυσιολογικές, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι όταν αυτές οι παύσεις γίνονται πιο συχνές με την πάροδο του χρόνου, ενδέχεται να αντανακλούν γνωστικές αλλαγές.
Ο Δρ Beanland εξηγεί ότι με την ηλικία ο εγκέφαλος επεξεργάζεται τις πληροφορίες πιο αργά, παρομοιάζοντας τη διαδικασία με έναν αυτοκινητόδρομο που από τρεις λωρίδες γίνεται δύο. «Οι πληροφορίες εξακολουθούν να περνούν, αλλά πιο αργά», σημειώνει. Αυτό μπορεί να δυσκολεύει την ταχεία ανάκληση λέξεων, οδηγώντας τους ανθρώπους να χρησιμοποιούν πιο συχνά «ήχους-γέφυρες» μέχρι να βρουν τη σωστή έκφραση.
Την ίδια στιγμή, έρευνα του Πανεπιστημίου του Τορόντο έδειξε ότι η συχνή χρήση τέτοιων λέξεων μπορεί να σχετίζεται με προβλήματα στις λεγόμενες «
εκτελεστικές λειτουργίες» του εγκεφάλου, δηλαδή στις διεργασίες που επιτρέπουν στο άτομο να λαμβάνει πληροφορίες, να τις επεξεργάζεται και να ανταποκρίνεται.
Οι ερευνητές ανέλυσαν 125 ενήλικες ηλικίας 18 έως 85 ετών, εξετάζοντας την ταχύτητα με την οποία μπορούσαν να ανακαλέσουν λέξεις υπό πίεση. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι μιλούσαν πιο γρήγορα και με μεγαλύτερη άνεση εμφάνιζαν καλύτερες επιδόσεις σε γνωστικά τεστ, γεγονός που υποδηλώνει ότι η ταχύτητα της ομιλίας μπορεί να συνδέεται με την υγεία του εγκεφάλου. Αντίθετα, όσοι έκαναν πιο συχνές και μεγαλύτερες παύσεις κατά τη διάρκεια μιας πρότασης φαίνεται ότι διέτρεχαν αυξημένο κίνδυνο γνωστικής έκπτωσης.
Η αργή ομιλία ως πιθανό πρώιμο σημάδι
Η Δρ Emer MacSweeney, νευροακτινολόγος και επικεφαλής κλινικής που συμμετέχει σε δοκιμές για την νόσο Αλτσχάιμερ, τονίζει ότι στην πρώιμη νόσο η αλλαγή δεν αφορά απλώς μεμονωμένες στιγμές διστακτικότητας. «Στα άτομα με πρώιμη νόσο, δεν πρόκειται απλώς για περιστασιακή διστακτικότητα, αλλά για ένα μοτίβο που γίνεται όλο και πιο εμφανές με την πάροδο του χρόνου», αναφέρει.
Η ίδια προειδοποιεί επίσης ότι η αισθητή επιβράδυνση της ομιλίας μπορεί να αποτελεί «ανησυχητικό σημάδι»
γνωστικής εξασθένησης. «Οι πιο συχνές και μεγαλύτερες παύσεις στη μέση μιας πρότασης συνδέονται έντονα με τα πρώιμα στάδια της νόσου Αλτσχάιμερ. Οι άνθρωποι φαίνονται συνολικά πιο διστακτικοί και η ομιλία τους γίνεται λιγότερο ρέουσα», εξηγεί η Δρ MacSweeney.
Όταν η γλώσσα γίνεται πιο απλή
Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι τα άτομα με πρώιμη άνοια αρχίζουν συχνά να απλοποιούν τον τρόπο που μιλούν. Παρότι μπορούν να σχηματίζουν γραμματικά σωστές προτάσεις, τείνουν να χρησιμοποιούν λιγότερες συνδετικές λέξεις όπως «επειδή», «αν και» ή «παρόλο που».
Για παράδειγμα, αντί να πουν: «Έμεινα σπίτι επειδή ήμουν κουρασμένος μετά τη δουλειά», ενδεχομένως να προτιμήσουν μια φράση όπως: «Έμεινα σπίτι. Ήμουν κουρασμένος μετά τη δουλειά».
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η έγκαιρη αναγνώριση αυτών των αλλαγών μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην πρώιμη διάγνωση της νόσου. Παρότι η άνοια δεν θεραπεύεται, η έγκαιρη παρέμβαση μπορεί να βοηθήσει στην επιβράδυνση της εξέλιξής της και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών.
Πηγή:
Ygeiamou.gr