LIVE

Κορωνοϊός

Εβγαλαν σουβλατζή, Κερατά-συζυγοκτόνο τον Αθανάσιο Διάκο

Πρόκληση από τη γνωστή για τις αιρετικές της απόψεις σκηνοθέτιδα του Εθνικού Θεάτρου Λένα Κιτσοπούλου, η οποία παρουσίασε στο σανίδι τον ήρωα του ’21 ως διεστραμμένο σουβλατζή που δολοφονεί την έγκυο γυναίκα του γιατί τον κεράτωσε με Κούρδο λαθρομετανάστη! - Καταδικάζει την επίμαχη παράσταση το Δημοτικό Συμβούλιο Λαμίας

Σχεδόν 200 χρόνια μετά τον μαρτυρικό του θάνατο, αφού σουβλίστηκε από τους Τούρκους στην Αλαμάνα, ο Αθανάσιος Διάκος «επιστρέφει» στην Αθήνα τού σήμερα διά χειρός και εμπνεύσεως της συγγραφέως, ηθοποιού και σκηνοθέτιδας Λένας Κιτσοπούλου. Η ίδια εμπνεύστηκε και παρουσίασε τον ήρωα της Επανάστασης ως βαρύμαγκα ιδιοκτήτη σουβλατζίδικου με τζιν και τσαρούχια, που βρίζει και δέρνει τη γυναίκα του επειδή τη ζηλεύει, ώσπου εκείνη τελικά τον απατά με Κούρδο λαθρομετανάστη! Στην οργιώδη φαντασία της κυρίας Κιτσοπούλου, ο «κερατάς» Αθανάσιος Διάκος στο τέλος σκοτώνει την έγκυο γυναίκα του σε ένα έγκλημα πάθους...



Αν όλα τα παραπάνω φαντάζουν στον μέσο Ελληνα πολίτη αρρωστημένα, καλό είναι να γνωρίζει ότι ο καθένας από εμάς συνέβαλε με τον οβολό του σε αυτό το θεατρικό «αριστούργημα», καθώς το έργο επιδοτήθηκε με χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων και μάλιστα βιντεοσκοπήθηκε για εκπαιδευτικούς σκοπούς!  Το έργο επιχορηγήθηκε από την εταιρεία Φεστιβάλ Αθηνών Α.Ε. και παρουσιάστηκε τον περασμένο Ιούλιο στο πλαίσιο του φετινού προγράμματος εκδηλώσεών του στο Θέατρο Πειραιώς 260 στην Αθήνα, με δύο παραστάσεις. Τον περασμένο Ιούνιο, με απόφαση της γενικής γραμματέως του υπουργείου Πολιτισμού κυρίας Λίνας Μενδώνη, η επίμαχη παράσταση συμπεριελήφθη στις εννέα συνολικά θεατρικές παραστάσεις που εντάχθηκαν στο πρόγραμμα χρηματοδότησης μέσω ΕΣΠΑ, ύψους 1 εκατ. ευρώ (δημοσία δαπάνη). Στην προγραμματική σύμβαση αναφέρεται: «Οι παραστάσεις βιντεοσκοπούνται για εκπαιδευτικούς λόγους», ενώ τόσο στην αφίσα όσο και στο πρόγραμμα αναφέρεται κατηγορηματικά ότι «η παράσταση είναι ακατάλληλη για ανηλίκους»…



Η υπόθεση
Το έργο «Αθανάσιος Διάκος - Η επιστροφή» είναι η πρώτη συγγραφική θεατρική απόπειρα της κυρίας Κιτσοπούλου, στο πλαίσιο του προγράμματος του Φεστιβάλ Αθηνών. «Ενιωθα ξένος στην Τουρκιά και πήδηξα αιώνες, ξένος κι εδώ αισθάνομαι, αλλάζω απλώς ξενώνες», αναφέρει στην αρχή του έργου ο ήρωας που δεν διστάζει να κατεβάσει το παντελόνι του και να εξηγήσει στο κοινό πώς τον… σούβλισαν οι Τούρκοι.   Στο απίθανο σενάριο, λίγο πριν από τον ανασκολοπισμό, και με την παρέμβαση ενός από μηχανής θεού, ο Αθανάσιος Διάκος διασώζεται και με τη γυναίκα του Κρουστάλλω διακτινίζονται στο μέλλον και στη σύγχρονη εποχή. Το έργο διαδραματίζεται στην κουζίνα του διαμερίσματος του ζεύγους στο κέντρο της Αθήνας, που ταυτόχρονα είναι και ιδιοκτήτες ψησταριάς στου Ψυρρή, στην οποία εργάζονται και Κούρδοι λαθρομετανάστες ως delivery boys. Ο ήρωας ζηλεύει παράφορα τη γυναίκα του, με αποτέλεσμα να είναι συνεχείς οι μεταξύ τους καβγάδες, που συνήθως καταλήγουν στον άγριο ξυλοδαρμό της. Αυτή για να τον εκδικηθεί συνάπτει ερωτική σχέση με έναν Κούρδο που εργάζεται στην ψησταριά τους, ο οποίος τελικά την αφήνει έγκυο. Οταν το μαθαίνει ο ήρωας δέρνει τη σύζυγό του, ενώ τη στιγμή που την πιάνουν οι πόνοι της γέννας χρέη μαιευτήρα αναλαμβάνει ο ίδιος, με αποτέλεσμα στο τέλος να κατακρεουργήσει την Κρουστάλλω και το μωρό. Στη διάρκεια της παράστασης, η ελληνική σημαία περιφέρεται σαν τραπεζομάντιλο. Η συγγραφέας και σκηνοθέτιδα του έργου κυρία Κιτσοπούλου συμμετείχε και στην παράσταση, ενώ τους πρωταγωνιστικούς ρόλους ερμήνευσαν ο Νίκος Καραθάνος (Διάκος), η Εμιλυ Κολιανδρή (Κρουστάλλω) και ο Γιάννης Κότσιφας (Κούρδος). Ο εξευτελισμός του Αθανάσιου Διάκου μέσα από το έργο της κυρίας Κιτσοπούλου προκαλεί ποικίλες αντιδράσεις και σχόλια, με το θέμα να φτάνει μέχρι τη Βουλή. «Η κυρία Κιτσοπούλου ίσως να νομίζει ότι με αυτό το έργο της βγάζει γλώσσα στον ανδρικό μύθο και στην Ιστορία γραμμένη από άνδρες. Καλά κάνει και το νομίζει, δεν πιστεύω όμως ότι είναι έτσι», σχολίασε πρόσφατα ο κριτικός κ. Λέανδρος Πολενάκης στην εφημερίδα «Αυγή». Με ερώτησή του στον αναπληρωτή υπουργό Πολιτισμού κ. Κώστα Τζαβάρα, ο βουλευτής της Ν.Δ. κ. Αδωνις Γεωργιάδης ζήτησε να πληροφορηθεί τους λόγους που μια τέτοια παραγωγή, η οποία «παρουσιάζει με απαξιωτικό τρόπο τον ήρωα της Επανάστασης ως άνθρωπο και οικογενειάρχη», χρηματοδοτήθηκε από το Φεστιβάλ Αθηνών. Αντιδράσεις υπήρξαν και από τους Ανεξάρτητους Ελληνες, που όχι μόνο καυτηρίασαν την επιχορήγηση της εν λόγω παράστασης, αλλά έθεσαν ευθέως προς το υπουργείο Πολιτισμού αίτημα αντικατάστασης του καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών κ. Γιώργου Λούκου.

«Δεν είναι παρωδία…»
Από την πλευρά της η κυρία Κιτσοπούλου υποστηρίζει πως το έργο είναι μια προσπάθεια να δείξει ότι μπορούν να υπάρξουν ήρωες και στην καθημερινότητα. «Εδώ έχουμε έναν άνθρωπο που παλεύει για την επιβίωσή του και λιγότερο ένα εθνικό σύμβολο. Δηλαδή πιο πολύ με ενδιαφέρει να θέσω υπαρξιακά ζητήματα και λιγότερο η κατάντια της σύγχρονης Ελλάδας. Ο δικός μου Αθανάσιος Διάκος είναι ένας καθημερινός άνθρωπος, όπως όλοι μας, που είναι ικανός για το καλύτερο και για το χειρότερο. Δεν κάνω παρωδία ούτε του ηρωισμού του, ούτε της Ελλάδας», δήλωσε χαρακτηριστικά τον περασμένο Μάιο στη «Lifo».

«Κάθε κόρη Ελληνα είναι καλό να πάει με έναν μαύρο»
Η κυρία Λένα Κιτσοπούλου δεν προκαλεί μόνο με το έργο της, αλλά και με τις αιρετικές της δηλώσεις που σχολιάζονται ποικιλοτρόπως στα ιστολόγια και τα κοινωνικά δίκτυα. Σε άρθρο της στο «Κοντέινερ» χαρακτήρισε τους Ελληνες «ρατσιστές» επειδή δεν θέλουν οι κόρες τους να παντρεύονται έγχρωμους, προκειμένου να παραμείνει καθαρή η φυλή.

«Οι Ελληνες μοιάζουν μεταξύ τους, επειδή ακόμα δεν μάθανε να ανακατεύονται με άλλες φυλές. Είναι ακόμα ρατσιστές και θέλουν να διαιωνιστεί η δική τους φάτσα, ο δικός τους κ…ς, κι ας είναι δύο επί δύο, δεν έχει σκεφτεί ποτέ ο Ελληνας πατέρας “μακάρι την κόρη μου να τη γ…ε ένας ωραίος μαύρος, να βγει και το εγγονάκι μου ωραίο”. Οοοχι. Προτιμάει να διαιωνίσει τη φάτσα του, προτιμάει το εγγονάκι του να γίνει 1,50 μ. στο ύψος, αλλά να του μοιάζει. Στ’ α…α του αν το εγγονάκι δεν θα παίξει ποτέ στην ομάδα μπάσκετ του σχολείου, αρκεί να του μοιάζει. Να πάρει και το όνομά του. Δεν πα να τον λένε και Παπάρα. Δεν έχει σημασία. Και το εγγόνι θα λέγεται Παπάρας. Οι Παπάρηδες πρέπει να διαιωνίζονται». Σχολιάζοντας τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα, στη «LIFO», η ίδια έκανε λόγο ευθέως για «χούντα» και το πως να ζεις στην Ελλάδα του 2012 μοιάζει «με το να πεθαίνεις, μ’ έναν τρόπο, κάθε μέρα».

«Ετσι κι αλλιώς πεθαίνεις μ’ έναν τρόπο, κάθε μέρα. Πόσο μάλλον σε μία χώρα η οποία σου τρώει το όνειρο. Αυτό δεν συμβαίνει τώρα, συνέβαινε ανέκαθεν σε αυτή τη χώρα, από τότε τουλάχιστον που θυμάμαι εγώ τον εαυτό μου. Η Ελλάδα σαν χώρα μισεί την πρόοδο, μισεί τα νιάτα. Ο,τι καλό έχω καταφέρει στη ζωή μου το οφείλω στο σπίτι που γεννήθηκα και στην προσωπική μου προσπάθεια να “σπουδάζω” αυτά που αγαπάω. Το σύστημα Παιδείας στην Ελλάδα είναι ικανό μόνο να δημιουργεί άρρωστους και ανελεύθερους ανθρώπους. Αυτή τη στιγμή, όπως ξέρετε, έχουμε χούντα, οπότε για την Ελλάδα του ’12 δεν έχω κάποιο άλλο πολιτικό σχόλιο», κατέληξε.

Οσον αφορά στα όσα κατά καιρούς γράφουν διάφοροι εναντίον της στο Facebook, σχολιάζει: «Δεν ασχολούμαι με το Facebook καθόλου, δεν ξέρω ούτε καν τι λένε για μένα. Τώρα, πάντως, που μου το λες χαίρομαι που αυτοί οι άνθρωποι με θεωρούν γελοία. Το τρομακτικό θα ήταν να με θεωρούν σαν κι αυτούς. Υποθέτω ότι είναι πολύ υψηλού επιπέδου άνθρωποι για να με θεωρούν αντίθετη από αυτούς. Μπράβο τους».

«Ιερή αγελαδα» στο υπουργειο πολιτισμού
«Προβοκάτορας», «σωτήρας» ή «ιερή αγελάδα του πολιτισμού» -όποιος κι αν είναι ο πρόεδρος του Φεστιβάλ Αθηνών-, το «should he stay or should he go?» είναι το αναμφίβολο ερώτημα των ημερών που διχάζει τον χώρο του πολιτισμού και προκαλεί έντονες αντιδράσεις


Γιώργος Λούκος

Τον αποκαλούν «πρόσωπο με διεθνή ακτινοβολία», «ανανεωτή του πολιτισμού» αλλά και «προβοκάτορα» ή «ιερή αγελάδα της κουλτούρας». Οπως και να ’χει, ποτέ άλλοτε όνομα διευθυντή πολιτιστικού φορέα ή οργανισμού δεν  προκάλεσε τόσες έντονες αντιδράσεις όσο αυτό του κ. Γιώργου Λούκου και της ενδεχόμενης απομάκρυνσής του από το τιμόνι του Φεστιβάλ Αθηνών. O άνθρωπος που άλλαξε για πάντα το τοπίο του φεστιβάλ επιλέγοντας πρωτοποριακούς καλλιτέχνες και προβοκατόρικες παραστάσεις, όπως αναμφίβολα ήταν η Λένα Κιτσοπούλου, ο ανατρεπτικός Καστελούτσι, ο Γκαρσία, είναι αναμφίβολα το πρόσωπο των ημερών. Το «should he stay or should he go?» του κ. Λούκου έχει ανάψει στα καλλιτεχνικά πηγαδάκια και τις ηλεκτρονικές γειτονιές των social media. Σε αυτό συνέβαλε τόσο η μη ανανέωση του συμβολαίου του (η θητεία του έληξε πριν από λίγες βδομάδες) όσο και η αμφίσημη στάση του αναπληρωτή υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού κ. Κώστα Τζαβάρα, ο οποίος όταν ρωτήθηκε από δημοσιογράφους αν θεωρεί άξιο τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών απάντησε πως την απόφαση που θα λάβει «δεν θα τη στηρίξω στο αν ο δείνα που θα αναλάβει να γίνει πρόεδρος σε έναν οργανισμό έχει γίνει αρεστός σε μια ομάδα». Η αλήθεια είναι πως η πλειονότητα του καλλιτεχνικού κόσμου βρίσκεται σύσσωμη στο πλευρό του κ. Λούκου, δημιουργώντας και ειδική ιστοσελίδα («Savethegreekfestival.wordpress.com) με την οποία δηλώνει την υποστήριξή της στο πρόσωπο του καλλιτεχνικού διευθυντή. Ηδη ανάμεσα στα ονόματα συμπεριλαμβάνονται από συγγραφείς -Αλκη Ζέη, Δημήτρης Δημητριάδης, Κωστής Παπαγιώργης-, πανεπιστημιακοί και σκηνοθέτες -Λευτέρης Βογιατζής, Θωμάς Μοσχόπουλος, Σταμάτης Φασουλής, Αντώνης Αντύπας-, ηθοποιοί -Ξένια Καλογεροπούλου, Δημήτρης Καταλειφός, Χρήστος Λούλης, Ολγα Λαζαρίδου- και απλοί θεατές. Το διεθνές εκτόπισμα του κ. Λούκου (υπήρξε επί μακρόν καλλιτεχνικός διευθυντής στην Οπερα της Λιόν) συσπείρωσε πλήθος κόσμου που είδε με καλό μάτι τις νεωτερικές προσθήκες του έμπειρου διευθυντή σε έναν μέχρι πρότινος απαρχαιωμένο θεσμό. Πολλοί όμως, από την άλλη, είναι αυτοί που αντιδρούν έντονα με την «ιεροποίηση» του προσώπου του, επιμένοντας ότι στον πολιτισμό δεν χωρούν «πολιτιστικοί ηγέτες» και «ιερές αγελάδες» (από σχετική ανάρτηση γνωστού δημοσιογράφου του πολιτισμού στο Facebook).

Το τέλος του Φεστιβάλ Αθηνών;
Οποια κι αν είναι η αλήθεια, το Φεστιβάλ Αθηνών δεν κατάφερε να ανεξαρτητοποιηθεί θεσμικά, όπως και τόσοι άλλοι θεσμοί στην Ελλάδα, ώστε να μη θεωρείται ενός ανδρός αρχή. Πολλοί φοβούνται ότι, αν ο κ. Λούκος αποχωρήσει, οι διεθνείς παραστάσεις θα αποτελέσουν παρελθόν για την Ελλάδα καθώς η εδραίωσή τους στο φεστιβάλ βασιζόταν σε δικές του γνωριμίες και διαμεσολαβήσεις. Ο ολοένα και πιο συρρικνωμένος προϋπολογισμός του φεστιβάλ -από τα 5 εκατ. ευρώ έχει πέσει στα 3,2, από τα οποία το μεγαλύτερο μέρος είναι χρωστούμενα-  δεν δίνει περιθώρια για ελπίδες ότι θα μπορέσουμε να ξαναδούμε παραστάσεις της Σαουμπίνε, των Φούρα ντελ Μπάους, του Old Vic (η θρυλική παράσταση του Κέβιν Σπέισι). Οι φήμες λένε ότι η ομάδα της Σαουμπίνε δέχτηκε τελευταία στιγμή να έρθει λόγω της προσωπικής διαμεσολάβησης του κ. Λούκου (όχι τυχαία, η ίδια ομάδα είχε επισκεφτεί τη Στέγη Γραμμάτων Τεχνών, στο Δ.Σ. της οποίας είναι και πάλι ο κ. Λούκος). Χωρίς χρήματα και κυρίως δίχως χορηγούς -κάτι που του καταμαρτυρούν πολλοί- το φεστιβάλ είναι δύσκολο να καταφέρει να ευδοκιμήσει. Από την άλλη, πολλοί είναι αυτοί που ισχυρίζονται ότι ο καλλιτεχνικός διευθυντής διαμόρφωσε το δικό του σύμπαν ημετέρων, αρνούμενος την είσοδο σε παλιές καραβάνες του θεάτρου και του πολιτισμού. Εκανε στενή παρέα με συγκεκριμένους δημιουργούς και δημοσιογράφους και δεν φοβόταν να ειρωνευτεί τον εκάστοτε υπουργό. Κανείς δεν ξεχνάει τα ειρωνικά σχόλια του κ. Λούκου στη συνέντευξη Τύπου του φεστιβάλ προς τον κ. Παύλο Γερουλάνο, ο οποίος δεν έδειξε να έχει την καλύτερη σχέση με τον καλλιτεχνικό διευθυντή. Πάντως, παρότι ο κ. Λούκος διορίστηκε επί Γιώργου Βουλγαράκη, δείχνει, για την ώρα, να υποστηρίζεται έντονα από τους φορείς της ΔΗΜ.ΑΡ., που βρήκαν στο φιλοευρωπαϊκό του πρόσωπο τον άνθρωπό τους. Είναι άλλωστε το μοναδικό κόμμα που έσπευσε να εκδώσει δημόσια ανακοίνωση υποστήριξής του. Στην αντίπερα όχθη κινούνται οι ανακοινώσεις κατά του «πολιτιστικού μονοπωλίου» που διαμόρφωσε ο κ. Λούκος (μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν τα ονόματα των Στέφανου Ληναίου, Γιάννη Μόρτζου, Γιάννη Γλέζου), οι οποίοι υπογραμμίζουν σε σχετική επιστολή που συνέταξε ο τελευταίος ότι «είναι καλό για τη λειτουργία της δημοκρατίας, οι πολιτιστικοί οργανισμοί του Δημοσίου να ανανεώνονται με αλλαγές στις διοικήσεις τους για να μην καταλήγουν σε προσωποπαγείς πολιτιστικές μονοκρατορίες. Η αντικατάσταση προσώπων, όταν γίνεται με αξιοκρατικά και όχι κομματικά κριτήρια, δεν σηματοδοτεί την αποτυχία τους αλλά μια νέα πρόταση και μια νέα αρχή». Αλήθεια, όμως, εδώ και πόσες δεκαετίες ανανεώνεται το συμβόλαιο της κυρίας Μαρίνας Λαμπράκη-Πλάκα και τι ακριβώς συμβαίνει με το Δ.Σ. του Μεγάρου Μουσικής; Αν ο κ. Λούκος είναι το πρόσωπο, σημασία έχει πώς ακριβώς λειτουργούν σήμερα κι όλα αυτά τα χρόνια οι πολιτιστικοί θεσμοί.

Η ρεμπέτισσα σκηνοθέτις που κάνει τη διαστροφή τέχνη!
Μπορείς να τη δεις σκαρφαλωμένη στον λατρεμένο της βράχο στη Σαντορίνη -αυτόν που πρωταγωνιστεί στα λαϊκά τραγούδια και στις κιτς καρτ ποστάλ- να αγναντεύει για ώρες το πέλαγος, να φαντάζεται ιστορίες για πλάσματα που ξεπηδούν μέσα από το ηφαίστειο, για έρωτες βρόμικους και αξεπέραστους, για καταστάσεις που δεν μπαίνουν εύκολα στο χαρτί, και την ίδια στιγμή να τα παρατάει όλα, να κλείνει το σπίτι της στο Ακρωτήρι για να τραγουδήσει στο γειτονικό ρεμπετάδικο, όπου συχνάζουν «καμένα» γκαρσόνια και εισπράκτορες από τα ντόπια ΚΤΕΛ. Αυτή είναι η Λένα Κιτσοπούλου. Η ταυτόχρονα αναγνωρισμένη και βραβευμένη συγγραφέας, η πρωτοποριακή και δημιουργική σκηνοθέτις, η ακαμάτρα και αποσυνάγωγη, η «ποιοτική» -όπως λένε οι εκτός θεάτρου- πρωταγωνίστρια. Αυτή που ποτέ δεν κατάλαβε από ταμπέλες. Μπορεί το βράδυ να τραγουδάει «Ημουν στη γη βελόνι που πατά και σ’ αγκυλώνει» και να της κολλάνε στο κούτελο χαρτονομίσματα -της έχει τύχει, το ομολογεί- και το πρωί να γράφει, ακούγοντας Μπετόβεν, νουβέλες που κερδίζουν λογοτεχνικά βραβεία. Αρκεί να μην τη βάλεις σε στεγανά. Να μην της φέρεις ηλίθιους δημοσιογράφους να τη ρωτάνε για το «επόμενό σας έργο», αραχνιασμένους κριτικούς που αναζητούν τις αναλογίες του έργου της με αυτό του Οστερμάγιερ, στραμπουλιγμένα μυαλά. Θέλει ζούρλα και δρόμο η Κιτσοπούλου. Ενα μικρόφωνο κι ένα μαγικό ραβδί - σαν αυτό που τη μετέτρεψε πέρυσι στη σκηνή του Εθνικού σε υποδειγματική Ρωξάνη στη sold out παράσταση «Συρανό». «Δεν γουστάρω την εγωκεντρίλα», θα απαντήσει σε ερωτήσεις για όλα αυτά τα νυχτοκάματα, τη μανία της να γλεντοκοπάει στις ταβέρνες με παρέες και να κάνει σαματά. «Από μικρή για μένα η ζωή ήταν μια Πενθήμερη», θα πει. Ενα κάλεσμα με μια βαλίτσα για το πουθενά, εκεί όπου μπορεί να βρεθεί όταν της τη βαρέσει και την πιάσει το «καταραμένο φευγιό», όπως το αποκαλεί, παρέα με ένα βιβλίο του αγαπημένου της Παπαδιαμάντη. Το φταίξιμο θα το ρίξει στην επίσης ταξιδιάρα μητέρα της, που «μας τράβαγε για σκι στο Καϊμακτσαλάν ή στην Ιαπωνία». Αυτός όμως που η ίδια λάτρευε ήταν ο πατέρας της. Αλλά τον έχασε νωρίς. Θα τον μνημονεύει για πάντα - δεν θα τον αντικαταστήσει με κανέναν, παραμένοντας ένα αμετανόητο ορφανό παιδί γεμάτο παρανοϊκή ζωντάνια και δημιουργικότητα.



Από το σκληρό μέταλ στο Εθνικό
Παρότι παιδί των βορείων προαστίων, η Κιτσοπούλου πάντα θα νιώθει έντονη έλξη για τις απαρχές της λαϊκότητας. Γι’ αυτό και θα αγαπήσει βαθιά την ένταση που έχουν οι σχέσεις στην επαρχία: «Η φλέβα μου πάντα χτυπούσε στην επαρχία, νιώθω κάτι οικείο μέσα στα ελληνικά λαϊκά τοπία, στα χάρτινα τραπεζομάντιλα, στα τσίπουρα και στον ήχο του μπουζουκιού, νιώθω ότι σ’ αυτά ανήκω», θα πει με τη γνωστή λεκτική ορμή της. Θέλγεται πάντα από τις ανυπεράσπιστες κοπέλες όπως η φετινή της ηρωίδα, η Ρόζα από το «Χαίρε νύμφη» του Ξενόπουλου. Ενα απόλυτα κλασικό έργο που θα αποκτήσει -κι αυτό- τη σφραγίδα της: στα χέρια της Κιτσοπούλου η Ρόζα γίνεται μια αλήτισσα που βωμολοχεί, μια Εϊμι Γουάινχαουζ σε ελληνική εκδοχή που τραγουδάει από Μπιθικώτση μέχρι Νικολόπουλο και Καρβέλα. «Θέλαμε να βάλουμε και Πασχάλη Τερζή αλλά δεν χώρεσε στο έργο», λέει, όπου μπορεί κανείς να δει μια Ρόζα να κυλιέται με λευκά υγρά στο στήθος ή να ακκίζεται παράφορα με τους αγαπητικούς της.

Οταν πρόκειται για τέχνη ή φαντασία, η Κιτσοπούλου δεν γνωρίζει φραγμούς. Ή μάλλον, δεν έχει φραγμούς όταν πρόκειται για την καταραμένη πολιτική ορθότητα. Στις «Νυχτερίδες» της, μια λογοτεχνική συλλογή από «σκοτεινές» ιστορίες όπου μια μάνα εξαρτημένη από την πρέζα ξεπουλά το τυφλό παιδί της στις γύφτισσες, ένας ήρωάς της -ο Σάκης- παρατηρεί από την κλειδαρότρυπα αιμομικτικά όργια. Η Κιτσοπούλου γράφει, σκηνοθετεί, φτιάχνει κοσμήματα γιατί γουστάρει, όχι για τα χρήματα. Δεν μιλάει ποτέ για λεφτά, το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να μένουν αρκετά για να αγοράζει μαζικά ψηλά τακούνια - τους «κοθόρνους», όπως τους αποκαλεί. Ολα τα υπόλοιπα είναι τέχνη.

Από μικρή, από τότε που αποφάσισε, σε ηλικία 19 ετών, να δώσει εξετάσεις στο Θέατρο Τέχνης και να περάσει με επιτυχία, αρνήθηκε ανηλεώς την ασφάλεια ενός «καλού» γάμου ή μιας επαγγελματικής προοπτικής. Παραδέχεται εξάλλου ότι δεν έχει αλλάξει και πολύ από τότε που σκάρωνε στιχάκια φορώντας μαύρα πέτσινα μπουφάν γεμάτα καρφίτσες και άκουγε φανατικά μέταλ. Κι ούτε μετανιώνει για τα λάθη της. Για το μόνο που μετανιώνει είναι ότι «βγήκα από εκείνη τη μήτρα τη γαμ......η εκείνη 25η Ιουνίου. Αυτή η όρεξη που είχα να δω το φως το ελληνικό», όπως έχει πει σε συνέντευξή της.

Το ελληνικό φως λάμπει στη Γερμανία
Δεν δίστασε ωστόσο να απαρνηθεί το αγαπημένο της ελληνικό φως όταν βαρέθηκε τις μαζώξεις των σκηνοθετών, τη σοβαροφάνεια των «κουλτουριάρηδων» και τις ετοιματζίδικες παραστάσεις και να αναζητήσει νέα πράγματα στο θέατρο μακριά από την Ελλάδα. Η ανάγκη της για κάτι φρέσκο την οδήγησε το 2006 στο σκοτεινό Βερολίνο, όπου τότε ανθούσαν η γερμανική πρωτοπορία, οι παραστάσεις της Σαουμπίνε και ο σκηνοθέτης Ντίμιτερ Γκότσεφ, με τον οποίο και συνεργάζεται. Τα άψογα γερμανικά της άλλωστε -είναι απόφοιτος της Γερμανικής Σχολής- τη βάζουν εύκολα στο κλίμα. Παρακολουθεί σεμινάρια, συνεργάζεται με υποδειγματικούς σκηνοθέτες και μεταφέρει κατόπιν παραστάσεις στα καθ’ ημάς. Είχε δοκιμάσει και πάλι στο παρελθόν να φύγει για σπουδές στη Γερμανία, με το που τελείωσε το σχολείο, αλλά δεν άντεξε: «Θυμάμαι ότι όλα εκεί μου φαινόντουσαν πολύ ξενέρωτα, πολύ ψυχρά και οργανωμένα, τα ζευγάρια μίζερα. Κόλλαγα με κάτι εικόνες που το ζευγάρι πλήρωνε ο καθένας ξεχωριστά και στο τέλος μετράγανε τα ρέστα μην τυχόν και αδικηθεί ο ένας από τους δύο και μια φορά σε ένα ελληνικό μαγαζί όπου είχε έρθει μια Γερμανίδα στην παρέα μας ζήτησε εκείνη μια σαλάτα και ένα ανθρακούχο νερό, την ώρα που όλοι ήμασταν λιωμίδια και τρώγαμε ο ένας από το πιάτο του άλλου. Ηθελα να βάλω τα κλάματα. Εφυγα ένα βράδυ ακούγοντας Νταλάρα. Μέσα σε μια φοιτητική εστία έτρωγα μέλι "Αττική" με παξιμάδια και βάζω το “Παραπονεμένα λόγια» του Νταλάρα. Κι εκεί είπα τέρμα».

Το «φευγιό» της από την Ελλάδα κρατάει πάντα λίγο. Επιστρέφοντας κερδίζει σταδιακά ένα δικό της φανατικό κοινό, που λατρεύει τους νεωτερισμούς της. Για να φτάσουμε στις πρόσφατες πολύ πετυχημένες και αγαπημένες παραστάσεις «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α» και «Γυναίκα της Πάτρας», που έκαναν το όνομα της Κιτσοπούλου γνωστό έξω από τα πλαίσια ενός αυστηρά θεατρικού κοινού. Κι όλα αυτά χωρίς η ίδια να το πολυπροσπαθήσει - είπαμε, κατά βάθος παραμένει ένα αυθόρμητο παιδί. Σε μια από τις απανωτές κλισέ ερωτήσεις για το πώς διατηρεί τη νεανικότητά της είχε απαντήσει: «Πίνω, καπνίζω και τρώω πιτσίνια». Οσο για το τι εύχεται για τον εαυτό της: «Να με παίρνει πού και πού κάνα τηλέφωνο, να μην με ξεχνάει». Ολα όμως να τα περιμένεις από τον απρόβλεπτο εαυτό της Λένας Κιτσοπούλου...


Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

Ρoή Ειδήσεων

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα

Best of Network

Δείτε Επίσης