Αγαπημένε μου Λάσε Χάλστρομ, σου γράφω αυτό το γράμμα γιατί τα’ χω
χάσει, δεν ξέρω τι άλλο να κάνω. Καθώς παρακολουθούσα την ταινία σου,
ένιωθα κάθε δημιουργικό κύτταρο στο κορμί να σβήνει και να εξατμίζεται
– αλλά τώρα πρέπει να σκαρφιστώ οπωσδήποτε κάτι για να συμπληρώσω 200
λέξεις...
UPD:
Αγαπημένε μου Λάσε Χάλστρομ, σου γράφω αυτό το γράμμα γιατί τα’ χω χάσει, δεν ξέρω τι άλλο να κάνω. Καθώς παρακολουθούσα την ταινία σου, ένιωθα κάθε δημιουργικό κύτταρο στο κορμί να σβήνει και να εξατμίζεται – αλλά τώρα πρέπει να σκαρφιστώ οπωσδήποτε κάτι για να συμπληρώσω 200 λέξεις. Για να μην αρχίσω να σε κατηγορώ άδικα, γνωρίζω πως θα μπορούσα να είχα μετριάσει την υπερβολή στην αντίδρασή μου. Ήξερα πολύ καλά πως μια ιστορία για έναν αμερικανό στρατιώτη, ο οποίος ανταλλάσσει γράμματα με την αγαπημένη του λίγο μετά την 11η Σεπτεμβρίου, δε θα με ξεσήκωνε με ενθουσιασμό. Θυμόμουν επίσης πολύ καθαρά (και με λίγο φόβο) τη ροπή σου προς το γλυκανάλατο μελοδραματισμό, που έρχεται και δένει εδώ κουτί με το σενάριο, το οποίο είναι βασισμένο σε βιβλίο ενός άλλου γλυκανάλατου, του Νίκολας Σπαρκς («Το ημερολόγιο»). Αυτό που με εξέπληξε όμως δεν ήταν ο συντηρητισμός σου, αλλά ο απύθμενος, άφαντος πάτος του, όπως και η αδιάντροπη εκμετάλλευση από πλευράς σου των πολύ ιδιαίτερων θεμάτων του πολέμου, του αυτισμού, της κοινωνικής και στρατιωτικής καταπίεσης, του θανάτου, της αγάπης, της απώλειας. Ακριβώς πριν την ταινία σου, είχα μόλις δει τη σχεδόν τρίωρη, αργή και δύσκολη «Μοναξιά» (που κυκλοφόρησε την προηγούμενη εβδομάδα), η οποία όμως, σε πλήρη αντίθεση με τη δική σου, ήταν αληθινή και ανθρώπινη, και κύλησε σα νεράκι. Το «Αγαπημένε μου Τζον», αγαπημένε μου Λάσε, ήταν μια κακόγουστη, ατέλειωτη, βασανιστική υπόθεση.
Η πραγματική ανανέωση ξεκινά εκεί όπου σώμα και μυαλό κάνουν reset, φορτίζουν μπαταρίες και ξαναβρίσκουν τον ρυθμό τους. Και κάπως έτσι, οι χειμερινές εκπτώσεις της Dunlopillo αποκτούν ξαφνικά νόημα, πολύ πιο ουσιαστικό από μια απλή αγορά.