LIVE

Κορωνοϊός

Ο Δημήτρης του... Οίκου των Γιορκ

Ο Δημήτρης του... Οίκου των Γιορκ

Ο Δημήτρης Λιγνάδης κινείται από το φως και την αισιοδοξία του “Billy Elliot” στο σκοτάδι του «Ριχάρδου Γ’»

Ο Δημήτρης Λιγνάδης έχει μόλις τελειώσει την καθημερινή του πρόβα στο Εθνικό Θέατρο. Τον συναντώ στο μικρό καφέ δίπλα στο κτίριο Τσίλλερ και αντικρίζω απέναντι μου έναν μαθητή. Με σακίδιο στην πλάτη και όρεξη μικρού παιδιού ο ηθοποιός και σκηνοθέτης παραγγέλνει και μου μιλάει για όλα. Για τον Μπίλι Ελιοτ, τον Ριχάρδο, τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα, την Ιθάκη, το Παρίσι, την Αγγλία, την Αθήνα.

Η κουβέντα περνάει από το ένα θέμα στο άλλο με τρομερή ταχύτητα και με την οικειότητα που μου επιτρέπει η γνωριμία μας τον ρωτάω από πού αντλεί τόση ενέργεια. Αν και κουρασμένος από τις συνεχόμενες πρόβες και την προετοιμασία ουσιαστικά τριών παραστάσεων, ο Δημήτρης είναι χαμογελαστός και λαμπερός. Είναι έτοιμος να κινηθεί από το φως στο σκοτάδι -από το φως του μικρού χορευτή Μπίλι, στο σκοτάδι του Ριχάρδου- και μέσα σε όλα αυτά να βρει χρόνο για τον έρωτα: αυτόν του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας -έργο που θα παρουσιάσει στο Πάνθεον τον Απρίλιο- αλλά και αυτόν που βιώνει ο ίδιος. «Είμαι κουρασμένος, αλλά είμαι πολύ καλά», λέει επιβεβαιώνοντας τους ισχυρισμούς μου και όταν τον ρωτάω αν οφείλεται για αυτό η επιτυχία στα προσωπικά του απαντάει γελώντας: «Δεν είναι κακά τα προσωπικά μου και αυτό είναι καλό στην ηλικία μου. Μου έκανε πολύ καλό που πήγα φέτος διακοπές μετά από χρόνια. Το Πάσχα με την Ελένη Κούρκουλα στο Παρίσι και το καλοκαίρι στην Ιθάκη. Διακοπές κανονικές κάτω από τον έναστρο ουρανό. Φυσικά, μου έδωσε τρομερή ώθηση ψυχολογικά και η ενασχόληση μου με τα παιδιά». Δεν παραλείπω φυσικά να ρωτήσω αν είναι ερωτευμένος. «Ναι, αλλά ανεπίδοτος», διευκρινίζει. «Οχι ενθουσιασμένος, αλλά ερωτευμένος με τη βαθιά αρχαιοελληνική έννοια του όρου».


Παρακολουθήστε το αφιέρωμα του Citylifε στο «Billy Elliot» (4:50)!

Λίγες μέρες πριν τον συναντήσω είχε κάνει πρεμιέρα στο Παλλάς η παράσταση “Billy Elliot” που ο ίδιος σκηνοθέτησε. Η ιστορία του 11χρονου αγοριού που προσπαθεί να γίνει χορευτής στη συντηρητική Αγγλία της δεκαετίας του 1980 συγκινεί το κοινό σε κάθε της παρουσίαση. Από το 2000 που προβλήθηκε για πρώτη φορά η ταινία και ειδικά από το 2005 που ανέβηκε στο θέατρο, τόσο ο μικρός ήρωας όσο και ο ανθρακωρύχος πατέρας του είναι σύμβολα ελευθερίας και ύμνος στην κάθε είδος διαφορετικότητα. Εν μέσω των μεγάλων απεργιακών κινητοποιήσεων ο χήρος Τζάκι γράφει τον Μπίλι σε μαθήματα μποξ, αλλά εκείνος σιχαίνεται το άθλημα και βρίσκει καταφύγιο σε μια ομάδα μπαλέτου που χρησιμοποιεί τον χώρο του γυμναστηρίου για πρόβες. Αγνοεί τις απαγορεύσεις της οικογένειας και συνεχίζει κρυφά τα μαθήματα όταν η σύλληψη του πατέρα του τον αναγκάζει να χάσει την οντισιόν για την Βασιλική Σχολή Μπαλέτου στο Λονδίνο. Αν και φοβάται ότι θα στιγματιστεί κοινωνικά, ο Τζάκι του πείθεται να βοηθήσει τον μικρό να πραγματοποιήσει το όνειρό του όταν τον βλέπει για πρώτη φορά να χορεύει. Σε αντίθεση με τις αρχικές τους φοβίες, συνάδελφοι του Τζάκι και φίλοι συγκεντρώνουν χρήματα, ο μικρός συνεχίζει τα μαθήματά του και λίγο αργότερα γίνεται δεκτός από την Ακαδημία.

Πρόκειται για μια παράσταση πολύ απαιτητική κυρίως γιατί τα παιδιά πρέπει να είναι εκτός από πειθαρχημένα και άρτια καταρτισμένα. «Δεν σε κούρασε η συνεργασία μαζί τους;» ρωτάω τον Δημήτρη προσπαθώντας να φανταστώ πώς είναι να πρέπει να προετοιμάσεις μικρά παιδιά για μια τόσο μεγάλη παραγωγή. «Μου έδωσαν τρομερή ενέργεια παρ’ όλες τις τιτάνιες δυσκολίες. Και δεν είναι μόνο τα μικρά παιδιά, αλλά και τα μεγάλα», λέει γελώντας και απευθύνεται στον Αιμίλιο Χειλάκη, που κάνει τον πατέρα του Μπίλι, αλλά και στον Απόστολο Τότσικα που ενσαρκώνει τον ήρωα με μεγάλη ηλικία.

Αλλωστε ο Δημήτρης έχει μεγάλη πείρα στη διδασκαλία, καθώς από το 1990 μέχρι το 2000 δίδασκε θέατρο σε παιδιά στο Αρσάκειο. «Αγαπώ πολύ τη δημιουργικότητα των παιδιών», αναφέρει και μου δίνει την ευκαιρία να τον ρωτήσω για τον τρόπο που προσέγγισε ένα τόσο αγαπημένο έργο. «Το υπέδαφος της Ελλάδας είναι πολύ δύσκολο να δεχθεί ένα τέτοιο έργο. Εμείς βασιστήκαμε στην αγγλική παράσταση και δεν μπήκα στην παγίδα να προσπαθήσω να ανακαλύψω τον ήρωα από την αρχή. Κάναμε δύο οντισιόν, είδαμε πάνω από εκατό παιδιά και αυτά που επιλέξαμε δεν ήταν στη βαθμίδα ετοιμότητας που είναι τα παιδιά στην Αγγλία, αλλά έγινε τρομερή δουλειά. Στο εξωτερικό έχει γίνει φάμπρικα, υπάρχει ειδική σχολή που ετοιμάζει Μπίλι Ελιοτ. Εδώ διδάξαμε τα παιδιά κλασικό χορό, κλακέτες, υποκριτική, τραγούδι και κάναμε μια παράσταση-άθλο για τα ελληνικά δεδομένα. Και δεν μιλάω μόνο για το υπερθέαμα˙ εμένα αυτό μόνο του δεν μου λέει και πολλά. Δεν μπήκαν απλώς λεφτά, αλλά μπήκε και πολύς κόπος και πολλή τέχνη σε όλο αυτό. Και αυτό με κάνει πάρα πολύ χαρούμενο, όπως με κάνει χαρούμενο η ευγνωμοσύνη που βλέπω στα παιδιά, παρόλο που τους φώναζα και ήμουν σκληρός. Αλλά και αυτά, όπως και εγώ, το χάρηκαν πολύ».



Και από το φως και την αισιοδοξία του “Billy Elliot”, στο σκοτάδι του «Ριχάρδου Γ’». Εναν ρόλο που ο Δημήτρης ήθελε πολύ και πρότεινε στον Γιάννη Χουβαρδά σε μια νυχτερινή τους έξοδο. Σκηνοθέτης στο ένα, ηθοποιός στο άλλο. Και στα δύο οι πρόβες ήταν απαιτητικές και ξεπερνούσαν το δωδεκάωρο σε καθημερινή βάση. Δύσκολο έργο ο «Ριχάρδος» και του επισημαίνω αστειευόμενη ότι του ταιριάζει πολύ αυτός ο ρόλος. «Ολοι αυτό μου λένε, αλλά δεν εξακολουθώ να απαντάω: ‘Δεν καταλαβαίνω γιατί το λέτε αυτό’. Δεν είμαι τόσο άγριος και κακός», λέει παίρνοντας την πάσα από το χιούμορ μου και σοβαρεύει αμέσως για να μου διευκρινίσει ότι ο Χουβαρδάς δεν θα έκανε ποτέ μια παράσταση απλώς επειδή στον Δημήτρη ταιριάζει ο ρόλος. Φυσικά ο καθένας θέλει να παίζει ρόλους που νομίζει ότι του πάνε, αλλά αυτό έχει να κάνει περισσότερο με μια κατάσταση αισθητικής φύσεως.

Ο Ριχάρδος είναι αδελφός του βασιλιά Εδουάρδου, της δυναστείας των Γιορκ και αν και πολύ πίσω στη σειρά διαδοχής του στέμματος επιθυμεί όσο τίποτα την εξουσία. Ενας άνδρας αδικημένος από τη φύση, καθώς είναι κουτσός και με σκολίωση, που διεκδικεί τον θρόνο όχι για να κερδίσει χρήματα, γυναίκες ή κάτι άλλο για αυτήν καθεαυτή την κατάκτηση. Δεν έχει ηθική και δεν διστάζει να εξαπατήσει και να σκοτώσει συγγενείς, γυναίκα και συνεργάτες για να απομείνει στο τέλος μόνος, να προσπαθεί να κυβερνήσει. «Ο Χουβαρδάς δεν αντιμετωπίζει καθόλου τραγικά και καθόλου δραματικά και τραγωδιακά το έργο. Το βλέπει σαν παιδικά ζοφερό ή ζοφερά παιδικό. Η τραγικότητα δεν βγαίνει από δεξιά, αλλά από αριστερά. Δηλαδή ο ήρωας είναι ένας ενήλικας σε έναν πολύ κακομαθημένο και αποτυχημένο παιδικό ψυχισμό», μου εξηγεί ο Δημήτρης και συνεχίζει: «Η φύση τον πρόδωσε, ηθική δεν έχει - και αυτές είναι οι δύο δυνάμεις στον κόσμο. Τον Ριχάρδο τον πρόδωσαν και τα δύο, για αυτό και δεν πιστεύει σε τίποτα και δρα σαν ζώο. Μια στάση στην οποία μένει πιστός μέχρι το τέλος».

Από τους περισσότερους ήρωες του Σαίξπηρ, ο Ριχάρδος είναι ίσως ο πιο πραγματικός. Ενας αιμοδιψής άντρας που από τον πρόλογο του έργου συστήνεται στο κοινό και ξεκαθαρίζει τις προθέσεις του. «Είναι ένα direct έργο και εγώ το θεωρώ αριστούργημα. Από την αρχή λέει ‘εγώ θα πάρω την εξουσία ο κόσμος να χαλάσει’ και τελικά τα καταφέρνει. Αλλά επιθυμεί την εξουσία σαν ιδέα, όχι σαν υλικές απολαβές. Οπως ένα παιδί θέλει να αγοράσει όλο το μαγαζί με τα παιχνίδια, όχι για να παίξει με όλα, αλλά για να τα έχει δικά του. Για αυτό και όταν τελικά παίρνει την εξουσία δεν ξέρει να εξουσιάσει και ούτε το θέλει. Ο Ριχάρδος -και αυτό είναι μια ταυτοσημία με εμένα- έχει μάθει να ζει και να επιβιώνει μέσα στο 'δυσ-': στη δυστυχία, στη δυσμορφία, στο δύσκαμπτο, στο δυσεπίλυτο. Αν του δώσεις κάτι εύκολο, δεν μπορεί να το αντιμετωπίσει, πρέπει να το κάνει δύσκολο, να το ακρωτηριάσει για να το διαχειριστεί».


 
Τον ακούω να μιλάει με τόσο ενθουσιασμό για το έργο και αναρωτιέμαι αν δυσκολεύτηκε να γίνει ξανά μαθητής και να υπακούσει στις σκηνοθετικές οδηγίες του Χουβαρδά. «Δεν είμαι απλώς μαθητής, είμαι φύτουλας», απαντάει με ευτυχία. «Από την αρχή βέβαια και ο Χουβαρδάς ήξερε ποιον ηθοποιό επέλεξε, αλλά στις πρόβες είμαι τρομερά υπάκουος και μάλιστα με μεγάλη ευκολία. Περίμενα ότι ασυνείδητα θα αντιδρούσα μέσα σε όλο αυτό, θα μου έβγαινε η σκηνοθετική ματιά, όμως αυτό δεν συνέβη. Εμπιστευόμαι τον Γιάννη [Χουβαρδά], αλλά και τον ηθοποιό Λιγνάδη για αυτό και το έκανα».

Από τις 10 Δεκεμβρίου λοιπόν ο «Ριχάρδος Γ'» θα παρουσιάζεται στο Εθνικό Θέατρο, ενώ ο Δημήτρης θα ετοιμάσει μια ακόμα παράσταση στη σκηνή του Πάνθεον. Σαίξπηρ και εκεί - και μάλιστα δική του επιλογή και αυτό. Το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» σε ποιητική προσέγγιση. «Η ποίηση δεν είναι η ζωή και το έργο αυτό είναι πολύ ποιητικό. Μιλάει για ένα δίπολο, για έναν κόσμο ανήλικο, απόλυτο, ρομαντικό και έναν κόσμο μεσότητας που είναι η ενηλικίωση. Ρομαντισμός και ρεαλισμός, αλλά αυτό δια της ποιήσεως. Θα κάνω διακειμενικότητα, θα μπούνε στίχοι από άλλα ποιήματα, αλλά σε κάθε περίπτωση θα είναι ένα μεγάλο σόου. Δεν μου αρέσει ο όρος υπερθέαμα, αλλά μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για το Πάνθεον, έναν χώρο 2.000 θέσεων. Το μεγάλο μου στοίχημα είναι να μη θυσιάσω το βάθος για χάρη του εύρους».

Η κουβέντα περνάει από το ένα έργο στο άλλο, βρίσκουμε ομοιότητες και διαφορές και προσπαθούμε όλα αυτά να τα χωρέσουμε στην Αθήνα του 2015. Το “Billy Elliot” είναι ένα έργο με άμεσες αναφορές στην κρίση και την οικονομική δυσχέρεια και ο «Ριχάρδος» ένα έργο που υμνεί την εξουσία, αλλά με έναν αξιοπρεπή τρόπο. «Ο ήρωας του Σαίξπηρ είναι ένας εγκληματίας με πολύ αίμα στα χέρια του, αλλά ιδωμένος από τη δική μας ηθική, την αμιγώς χριστιανική. Γιατί για έναν αμοράλ τύπο η εξουσία είναι η μέγιστη ηθική αρετή. Αυτό που βλέπουμε όμως είναι ότι όλοι γύρω του γλείφουν, έρπουν, αναρριχώνται, προσπαθούν να ανέβουν στην εξουσία πολύ συνειδητά για να καρπωθούν τα οφέλη της, είτε αυτά λέγονται λεφτά είτε γυναίκες είτε οτιδήποτε. Εκείνος είναι ένας ευγενής, αιμοδιψής άνθρωπος και φυσικά πανέξυπνος. Για αυτό και μέσα στο χάος του γίνεται με κάποιο τρόπο ελκυστικός, αν όχι γοητευτικός. Στο τέλος του έργου λέει ότι θα αποδεχθεί ό,τι φέρει η τύχη και το αποδέχεται. Γίνεται ηρωικός».

Ενα ακόμα κοινό σημείο του Δημήτρη με τον Ριχάρδο είναι όπως λέει ο ίδιος η αγάπη για το κάλλος. «Η ομορφιά με την κλασική έννοια είναι ωραίο πράγμα και εγώ είμαι σκλάβος της, δεν λέω ότι την κατακτώ, αλλά ούτε και ότι τη διαθέτω, αλλά μπορώ να την εκτιμήσω. Φαντάσου η ψυχή του Ριχάρδου που ξέρει να τη διακρίνει, αλλά ο θεός τον προίκισε με το άσχημο. Αναγκαστικά για αυτόν τον άνθρωπο ήταν όλα ένας μονόδρομος». Ο ίδιος δηλώνει ερωτευμένος αλλά προσδιορίζει με μεγάλη σαφήνεια την κατάσταση: «Δεν είμαι τόσο μικρός για να μην έχω συνείδηση του τι γίνεται γύρω μου, γιατί γύρω μου υπάρχει χάος, ούτε τόσο νέος για να μην ξέρω ότι ο κάθε έρωτας που μας συμβαίνει είναι ένας Ικαρος που πάει προς τον ήλιο, έχει μια φωτοτροπία, αλλά μπορεί να καεί. Αλλά δεν είμαι και τόσο μεγάλος για να μην το ζήσω».
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

Ρoή Ειδήσεων

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα

ΣΧΟΛΙΑ

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
Απομένουν χαρακτήρες
* Υποχρεωτικά πεδία

Δείτε Επίσης