PROTOTHEMA

Stories

Το μεγαλείο και η δύναμη της ανθρώπινης θέλησης

Τανταλίδης: Ο Φαναριώτης ποιητής - Περεσιάδης: Τα απίστευτα ατυχήματα που τύφλωσαν τον συγγραφέα της «Γκόλφως»

Τανταλίδης: Ο Φαναριώτης ποιητής - Περεσιάδης: Τα απίστευτα ατυχήματα που τύφλωσαν τον συγγραφέα της «Γκόλφως»

Εκτός από το ότι ήταν και οι δύο σημαντικοί λογοτέχνες είχαν ένα ακόμα κοινό σημείο

Με δυο ξεχωριστές περιπτώσεις Ελλήνων λογοτεχνών θα ασχοληθούμε σήμερα. Πρόκειται για τον Ηλία Τανταλίδη και τον Σπυρίδωνα Περεσιάδη. Εκτός από το ότι ήταν και οι δύο σημαντικοί λογοτέχνες είχαν ένα ακόμα κοινό σημείο. Έχασαν την όρασή τους σε σχετικά νεαρή ηλικία, ωστόσο δεν εγκατέλειψαν τη μεγάλη τους αγάπη, τη λογοτεχνία και τις υπόλοιπες δραστηριότητές τους. Μάλιστα, το μεγαλύτερο μέρος της λογοτεχνικής τους παραγωγής, γράφτηκε στο χρονικό διάστημα που είχαν χάσει το φως τους.


Ηλίας Τανταλίδης: «Μια Ωραία Πεταλούδα» και άλλα έργα

Ο Ηλίας Τανταλίδης γεννήθηκε στο Φανάρι της Κωνσταντινούπολης το 1818 ήταν όμως κρητικής καταγωγής. Φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή (1834-1835) και στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης όπου ολοκλήρωσε τη γυμνασιακή του εκπαίδευση.



Έπειτα προσλήφθηκε ως οικοδιδάσκαλος των παιδιών του Στεφάνου Καραθεοδωρή (προσωπικού γιατρού του σουλτάνου Μαχμούτ Β’, λόγιου και μεταφραστή, καθώς γνώριζε πολλές ευρωπαϊκές, ασιατικές και αφρικανικές γλώσσες). Στη συνέχεια, ο Τανταλίδης ήρθε στην Αθήνα (1840) και παρακολούθησε για 4 χρόνια στο Πανεπιστήμιο φιλολογία, ιστορία, αρχαιολογία, θεολογία, μαθηματικά και φυσική. Στην Αθήνα, ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στους καθηγητές του, κυρίως του Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων.




Όταν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, άρχισε να προετοιμάζει την έκδοση ενός εκκλησιαστικού περιοδικού, η οποία δεν έγινε. Το Νοέμβριο του 1845 έχασε ξαφνικά το φως του από αμαύρωση (amaurosis fugax). Ωστόσο, δεν πτοήθηκε. Τον Οκτώβριο του 1846, εξ ολοκλήρου τυφλός πλέον, με σύσταση του Κων/νου Οικονόμου, τοποθετήθηκε καθηγητής στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Εκεί δίδαξε για 30 χρόνια, ως τον θάνατό του, τα μαθήματα των ελληνικών και της ρητορικής. Οδηγούμενος από τον υπηρέτη του πήγαινε σχεδόν ανελλιπώς στην αίθουσα παραδόσεων και δίδασκε. Ανάμεσα στους μαθητές του ήταν κι ο Γ. Βιζυηνός.
Ο Τανταλίδης, απαράμιλλος ρήτορας, ονομάστηκε «Μέγας Ρήτωρ της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας» από τον Πατριάρχη Γερμανό Δ’ και τιμήθηκε από την ελληνική πολιτεία για την προσφορά του στην εκπαίδευση με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος.


Ως ποιητής, θεωρείται συνεχιστής της φαναριώτικης ποιητικής παράδοσης και ένας από τους εκπροσώπους του ρομαντισμού της Πρώτης Αθηναϊκής Σχολής. Ο Κ.Θ. Δημαράς γράφει ότι ο Τανταλίδης ήταν για την εποχή του «ο πραγματικός εκπρόσωπος του Φαναριού στην Πόλη. Εκείνο που ξεχωρίζει μέσα στο έργο του, είναι η ικανότητα να κατεβάζει τον τόνο και να ξαναδίνει την ξεχασμένη φαναριώτικη χάρη και ευτραπελία».


Το πρώτο του ποιητικό έργο «Ωδή εις τον Μάιον» γράφηκε και εκδόθηκε στη Σμύρνη όταν ο Τανταλίδης ήταν 10 ετών και μαθητής. Με την ποιητική συλλογή «Παίγνια ή Ποιήματα Διάφορα» (Σμύρνη, 1839) κατέλαβε εξέχουσα θέση ανάμεσα στους Έλληνες ποιητές.
Ακολούθησαν τα «Ιδιωτικά Στιχουργήματα» (Τεργέστη, 1860), τα «Άσματα εις Ευρωπαϊκήν Μελωδίαν» (1876) και δύο έργα που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του: «Άσματα άνω Ευρωπαϊκής Μελωδίας» (1878) και «Άσματα προς Χρήσιν της Ελληνοπαίδων» (1880).
Στη συλλογή «Άσματα εις Ευρωπαϊκήν Μελωδίαν» περιλαμβάνεται το πασίγνωστο παιδικό τραγούδι «Μια Ωραία Πεταλούδα», σε ελεύθερη απόδοση και μουσική ενός ρωσικού τραγουδιού.

Αρχικά, έγραψε στη δημοτική αλλά αργότερα, ακολουθώντας την τάση της εποχής χρησιμοποίησε καθαρεύουσα και, κάποτε, και αρχαΐζουσα γλώσσα. Εκτός από την ποίηση, ασχολήθηκε και με τη συγγραφή φιλολογικών και ιστορικών εργασιών, επιμελήθηκε την έκδοση έργων, κυρίως του Στέφανου Καραθεοδωρή και παρουσίασε για πρώτη φορά έργα Βυζαντινών και μεταβυζαντινών λογίων, όπως «Την Επιστολή περί Φιλίας» του Ευγένιου Βούλγαρη.

Συγκεντρωτική έκδοση των έργων του έγινε το 1916. Ο Τανταλίδης που θεωρείται ως σήμερα ένας από τους πρωτοπόρους της παιδικής ποίησης πέθανε από οξεία περιτονίτιδα το 1876.
Σπυρίδων Περεσίαδης: Η «Γκόλφω» και η «Εσμέ»

Μια άλλη τραγική περίπτωση που θυμίζει πολύ την περίπτωση του Ηλία Τανταλίδη είναι αυτή του Σπυρίδωνα Περεσιάδη, γνωστού, κυρίως από το δραματικό ειδύλλιο «Γκόλφω». Ο Περεσιάδης γεννήθηκε στο Μεσορούγγι Αχαΐας το 1854. Τελείωσε το «Ελληνικό Σχολείο» της Ακράτας. Υπηρέτησε αρχικά ως Γραμματέας του Δήμου Νεωνάκριδος (που «λειτούργησε» από το 1835 ως το 1912) και στη συνέχεια ως γραμματοδιδάσκαλος στο γειτονικό χωριό Περιστέρα. Από την παιδική του ηλικία είχε χάσει, εν μέρει, την όρασή του, από το ένα μάτι, καθώς στη διάρκεια ενός παιχνιδιού, ένα μυτερό ξύλο τον τραυμάτισε. Το 1879, σε μια ερασιτεχνική θεατρική παράσταση στην Ακράτα όπου συμμετείχε κι ο ίδιος, ένα θραύσμα καψουλιού από εκπυρσοκρότηση όπλου που χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες μιας δραματικής σκηνής, σφηνώθηκε στο άλλο του μάτι, τραυματίζοντάς τον σοβαρά.


Στην Ακράτα, εξέδωσε την εβδομαδιαία εφημερίδα «Αστραπή» (1891) και πρωτοστάτησε στη θεατρική ζωή της περιοχής, εμφανιζόμενος, όπως αναφέραμε και ο ίδιος σε ερασιτεχνικές παραστάσεις.

Το 1892, έγραψε το πρώτο του δράμα, τη «Μαργαρίτα» σε πεζό λόγο και τον επόμενο, το αριστούργημα του, τη «Γκόλφω» που παρουσιάστηκε το 1894 και στην Αθήνα.



Ο Περεσιάδης κατάφερε να μετατεθεί στην πρωτεύουσα (1897) όπου παρά τις προσπάθειές του, οι γιατροί δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν τον καταρράκτη αρχικά και την ολική τύφλωση στη συνέχεια. Μετά την «Γκόλφω», συνέχισε η συγγραφή έργων υπαγορεύοντάς τα. Το 1894, έγραψε τη «Σκλάβα» και το 1896, το δεύτερο δημοφιλέστερο έργο του με τίτλο «Εσμέ η Τουρκοπούλα». Ακολούθησαν η «Μόρφω» (1898), το πατριωτικό δράμα «Χορός του Ζαλόγγου» (1904), ο «Μαγεμένος Βοσκός» (1909), η «Πάργα» (1911), η κωμωδία «Ο Προεστός του Χωριού», η ποιητική συλλογή «Καινούριες Δάφνες» (1914), με ποιήματα εμπνευσμένα από τους ελληνικούς θριάμβους στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913) κ.ά.
Ο Περεσιάδης ακολούθησε τον δρόμο που άνοιξε ο Δημήτριος Κορομηλάς με τον «Αγαπητικό της Βοσκοπούλας». Στα έργα του, υπάρχουν πιο έντονα αισθηματικά και μελοδραματικά στοιχεία. Τα πατριωτικά του δράματα γνώρισαν επίσης μεγάλη επιτυχία καθώς γράφτηκαν στα χρόνια της έξαρσης των εθνικών αγώνων.



Η «Γκόλφω» μεταφέρθηκε δύο φορές στη μεγάλη οθόνη. Το 1914 και το 1955.


Η «Γκόλφω» του 1914 ήταν η πρώτη ελληνική ταινία μεγάλου μήκους. Βωβή και ασπρόμαυρη, φυσικά, κόστισε στους παραγωγούς Νίκο Μπαχατόρη και Κώστα Κουκούλα 100.000 χρυσές δραχμές. Το σενάριο και η σκηνοθεσία της ταινίας ήταν του Κώστα Μπαχατόρη. Η Α’ προβολή της ταινίας έγινε στις 22 Ιανουαρίου 1915 στον κινηματογράφο «Πάνθεον». Τα γυρίσματα έγιναν στα στούντιο του Μπαχατόρη στην οδό Χαλκοκονδύλη και στην ύπαιθρο. Δυστυχώς, η ταινία στην οποία πρωταγωνιστούσαν οι Βιργινία Διαμάντη, Ολυμπία Δαμάσκου, Διονύσης Βενιέρης, Γιώργος Πλούτης, Θάνος Ζάχος, Παντελής Λαζαρίδης, Γιώργος Πλούτης, Θάνος Ζάχος, Παντελής Λαζαρίδης, Χρυσάνθη Χατζηχρήστου και Θόδωρος Λίτος, σημείωσε παταγώδη εισπρακτική αποτυχία και οι επιχειρηματίες διέλυσαν την εταιρεία τους.
Η δεύτερη όμως «Γκόλφω» (1955), σε σενάριο και σκηνοθεσία του αξέχαστου Ορέστη Λάσκου, με βασική πρωταγωνίστρια την Αντιγόνη Βαλάκου, προβλήθηκε για 7 συνεχόμενες εβδομάδες και έκοψε 115.285 εισιτήρια (3η εμπορικότερη τη σεζόν 1954-1955).


Το ομώνυμο τραγούδι ερμηνεύει εδώ μια μεγάλη κυρία του δημοτικού τραγουδιού, η Τασία Βέρρα.

Και η «Εσμέ η Τουρκοπούλα» μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Γιάννη Κοντούλη, σε σενάριο του Ηλία Περγαντή, το 1974. Σύμφωνα με την υπόθεση του έργου του Περεσιάδη (και της ταινίας βέβαια), ο έρωτας του γιου ενός καπετάνιου και μιας Τουρκοπούλας αναστατώνει τη μικρή κοινωνία ενός χωριού στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Βασικοί πρωταγωνιστές της ταινίας ήταν ο Πάνος Τουλιάτος και η Ελένη Θεοφίλου.



 

Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε όλη την έκτακτη επικαιρότητα πρώτοι!
Ακολουθήστε μας στα

F16/09/201716:38

Ειναι όμορφα να διαβάζει κανεις για ανθρωπους των γραμμάτων, ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα.

Απάντηση
Παναγιώτης Ξεκούκης16/09/201713:45

Εύγε, κύρ Μιχάλη. Είστε μέγας ιστοριοδίφης. Σάς αποκαλώ Σάθα του 21ου Αιώνος. Τον 19ο αιώνα υπήρχε πάθος για τον Ελληνισμό, την αρχαία γλώσσα κλπ. Τον 20ό ήρθαν οι μπολσεβίκοι και τα διέλυσαν όλα. Κάντε κι ένα αφιέρωμα στον Μέγα Κωνσταντίνο Σάθα, γιατί οι Ρωμιοί τον αγνούν. Ήταν ο μεγάλος αντίπαλος του Παπαρρηγόπουλου, συκοφαντήθηκε ως δωδεκαθεϊστής και πέθανε πάμφτωχος

Απάντηση

Προσθέστε το δικό σας σχόλιο

2500  χαρακτήρες απομένουν

* Υποχρεωτικά πεδία