Η Λένα Κιτσοπούλου ως άλλη Κοκκινοσκουφίτσα

Η Λένα Κιτσοπούλου ως άλλη Κοκκινοσκουφίτσα

Η Λένα Κιτσοπούλου ανεβάζει για πρώτη φορά έργο στη Στέγη Γραμμάτων  και Τεχνών αποφασίζοντας να τα κάνει όλα  -για άλλη μία φορά- γυαλιά καρφιά: αυτή τη φορά εμπνέεται από τον Ράμπο και τινάζει στον αέρα το γνωστό παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας σε μια διαστροφική βερσιόν όλο εκπλήξεις

Η Λένα Κιτσοπούλου ως άλλη Κοκκινοσκουφίτσα
Ρεμπέτισσα, αλανιάρα, ασυμβίβαστη, από αυτές που μπήκαν στο ελληνικό θέατρο για να σαρώσουν τα πάντα: η Λένα Κιτσοπούλου γράφει πάντα έξω από τις συμβάσεις αναλαμβάνοντας να καταργήσει τα ιερά και τα όσια, αλλά και να ταράξει όλες τις μικροαστικές συνειδήσεις. Τα καλοκαίρια φοράει τους κοθόρνους της και τραβάει για τη Σαντορίνη τραγουδώντας ρεμπέτικα σε γνωστό κέντρο -«Ημουνα στη γη βελόνι, που πατάς και σ' αγκυλώνει», «Ησουνα τι ήσουνα μια παξιμαδοκλέφτρα»-, αλλά τον χειμώνα δουλεύει στο θέατρο σαν τρελή: γράφει έργα όπως ο «Μουνής» -και πάλι εντοπισμένο στην ελληνική επαρχία-, σκηνοθετεί και ταυτόχρονα παίζει, όπως στην περσινή παράσταση του Φεστιβάλ Αθηνών «Ludus Lucta Illusio». Επίσης, κάνει τις πιο πετυχημένες διασκευές που συναντάει κανείς στο θέατρο, όπως στο πρόσφατο «Δεκαήμερο» του Νίκου Καραθάνου. Κυρίως όμως αυτό που αποδεικνύει με το έργο του το αλλόκοτο αυτό πλάσμα, που σαρώνει στο πέρασμά του οτιδήποτε ξέραμε ως τώρα, είναι ότι γεννήθηκε για να προκαλεί. Και όχι χωρίς λόγο: η πρώτη της συλλογή διηγημάτων, που είχε κυκλοφορήσει από τον Κέδρο αποσπώντας βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα με τίτλο «Νυχτερίδες», έδινε το στίγμα ενός ανθρώπου που γοητεύεται από τα όρια και τα πιο ακραία σενάρια τα οποία προκύπτουν από τους πιο φιλήσυχους καθημερινούς τύπους. «Η επαρχία είναι ένας χώρος που με εμπνέει πολύ και βυθίζομαι μέσα της. Είμαι ικανή να καθίσω σε μια ταβέρνα για ώρες, να πιάσω κουβέντα με τον ταβερνιάρη, να ακούσω ιστορίες από τους ντόπιους, κουτσομπολιά για συμπεριφορές, αιμομιξίες. Τρελαίνομαι να ακούω, να βλέπω και να μπαίνω στις ζωές των άλλων. Φεύγω από την Αθήνα για μήνες», έλεγε σε συνέντευξή της εξηγώντας την εμμονή της για τις ιστορίες που εντοπίζονται στην ελληνική επαρχία. Ακόμη και οι αυτοκτονίες δεν ξεφεύγουν από το ελληνικό σύμπαν της μικροαστικής ορθότητας. «Αυτοκτόνησε με πολύ ήρεμο τρόπο. Φόρεσε μια ρόμπα, ένα ζευγάρι παντόφλες, έφτιαξε ελληνικό καφέ μέτριο, τον ακούμπησε στο κομοδίνο δίπλα από το μαξιλάρι του, ακριβώς κάτω απ’ το πορτατίφ, και κατέβασε όλα τα χάπια, ένα ένα, με μικρές γουλιές ελληνικού καφέ», γράφει στις «Νυχτερίδες».



Η Εμιλυ Κολιανδρή


Κλείσιμο
Ο θάνατος, πάντως, ανέκαθεν έθελγε την Κιτσοπούλου - ειδικά οι εικόνες με τους ιδανικούς αυτόχειρες που είχε συγκρατήσει από τα χρόνια της στο Βερολίνο όπου έμαθε ότι το αίμα μπορεί να είναι πρώτο υλικό για μια ποπ παράσταση, μια τρελή μοντερνιά με ανεκδιήγητες προεκτάσεις. Το νέο βερολινέζικο αίμα που κυλούσε στο θέατρο το έφερε αυτούσιο επιστρέφοντας στην Αθήνα στην καρδιά του «Αμόρε», το πιο πρωτοποριακό θέατρο της εποχής, αφήνοντας το δικό της στίγμα που θα τραβήξει συγκεκριμένο «αιμοβόρο» φανατικό κοινό. Στην πρώτη της ταινία το 1997 στο «Καμιά συμπάθεια για τον διάβολο» του Δημήτρη Αθανίτη παίρνει βραβείο ερμηνείας με το καλημέρα. Αλλά πάντα το μετερίζι της ήταν το θέατρο: έχει σκηνοθετήσει τη ζωή μιας ιερόδουλης -«Η γυναίκα της Πάτρας»- του Γιώργου Χρονά, ενώ τόλμησε να ερμηνεύσει την αυτοκαταστροφική πρωταγωνίστρια του «Χαίρε Νύμφη» από το κλασικό έργο του Γρηγόρη Ξενόπουλου ως Εϊμι Γουαϊνχάουζ. Ακόμη και η ρομαντική Ρωξάνη την οποία ερμήνευσε στον «Συρανό» ήταν από αλλού φερμένη. Τρελή και αδέσποτη όπως η ίδια.



Ο Γιάννης Κότσιφας 

Αυτή τη φορά η Λένα Κιτσοπούλου αποφάσισε να αποδομήσει ένα πασίγνωστο παραμύθι και να το φέρει στην καρδιά των πιο αλλόκοτων διαστροφών. «Είναι ένα έργο αυτοκτονικό και αστείο», εξηγεί σχετικά, το οποίο στόχο έχει να «ακυρώσει τη ροή των πραγμάτων όπως έχουμε συνηθίσει να τα ακολουθούμε στην καθημερινότητα και να δει πώς μπορούμε να αλλάξουμε τη ζωή μας - και κατά πόσο πιστεύουμε ακόμη στα θαύματα». Φυσικά, η ίδια αντιστρέφοντας τους όρους του παραμυθιού αποφάσισε να μετατρέψει την Κοκκινοσκουφίτσα στην αλληγορική, σαδομαζοχιστική εκπρόσωπο της πιο σκοτεινής πλευράς του εαυτού μας. Η Κοκκινοσκουφίτσα δεν είναι πια το σύμβολο της καλοσύνης που ξέραμε έως τώρα, αλλά μάλλον το αντίθετο. Ο τίτλος της παράστασης «Κοκκινοσκουφίτσα - Το πρώτο αίμα» μιλάει από μόνος του, αφού αποκαλύπτει όλο το κυνικό σκηνικό που θα ξεδιπλώσει η γνωστή δημιουργός στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, έχοντας πηγή έμπνευσής της τη γνωστή ταινία «Ράμπο» («Rambo - First Blood»). «Ο λύκος θα μας φάει όλους, έτσι κι αλλιώς» είναι το μότο της παράστασης, γι’ αυτό, όπως λέει η ίδια η Κιτσοπούλου, καλά θα κάνουμε «να μιλάμε με αγνώστους γιατί τους γνωστούς τούς είδαμε και τους βαρεθήκαμε», προκαλώντας τους θεατές να αποδεχτούν το «κακό» μέσα τους.



Ο Γιάννος Περλέγκας 

Η Κοκκινοσκουφίτσα μεγαλώνει στα μάτια της Κιτσοπούλου, ενηλικιώνεται, αποκτά βίτσια, βλέπει την άλλη όψη των πραγμάτων ανοίγοντας τον δρόμο για το τέλος της αθωότητας. Το τέλος της πίστης στο θαύμα. Η περίοδος όπου αναζητούμε μάταια αυτό που θα μας εκπλήσσει και αντ’ αυτού αντικρίζουμε την άβυσσο. «Τι μένει πια στη θέση του;» αναρωτιέται η ίδια δίνοντας ταυτόχρονα την απάντηση, αφού την ξέρει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον: η φαντασία και ο αυτοσαρκασμός. Αυτό, επομένως, καλούνται να κάνουν και οι πρωταγωνιστές της παράστασης δείχνοντας τι σημαίνει να παραιτείται κανείς από τις προσδοκίες του. «Υπερβολικά αστεία και υπερβολική ματαιότητα χαρακτηρίζουν όλους τους ήρωες, ένα ψεύτικο δάσος εισβάλλει στο σπίτι και όλοι οι χαρακτήρες αποδομημένοι λένε ό,τι ακριβώς σκέφτονται, προσπαθώντας ταυτόχρονα να διηγηθούν αυτή την τόσο γνωστή ιστορία της Κοκκινοσκουφίτσας», μας εξηγεί το σχετικό σημείωμα της παράστασης. Το εξαιρετικό καστ αποτελείται από την Εμιλυ Κολιανδρή, τη γνωστή πρωταγωνίστρια του Εθνικού Θεάτρου και σύντροφο του Χρήστου Λούλη, τον Γιάννη Κότσιφα, που τον απολαύσαμε πριν από λίγες ημέρες στο υπέροχο «Δεκαήμερο» του Βοκάκιου, την Ιωάννα Μαυρέα, στενή συνεργάτις της Κιτσοπούλου την οποία είχαμε απολαύσει και στο «Χαίρε Νύμφη», αλλά και η εγγυημένη θεατρική δύναμη που λέγεται Γιάννος Περλέγκας, γνωστός από τις παραστάσεις του Λευτέρη Βογιατζή και του Γιάννη Χουβαρδά και γιος του Τίμου Περλέγκα. Ολοι αυτοί θα κάνουν το παν για να δούμε την Κοκκινοσκουφίτσα αλλιώς και να καταλάβουμε ότι κάτι άλλο συμβαίνει όταν χάνεται η Κοκκινοσκουφίτσα στα ασυνείδητα δάση των απαγορεύσεων. Κάτι αντίστοιχο ενδέχεται να κάνει η γνωστή δημιουργός και σκηνοθέτις αντιστρέφοντας τους κανόνες και στον «Ματωμένο γάμο» του Λόρκα, το καλοκαίρι στο Φεστιβάλ Αθηνών, μαζί με τον καλό της φίλο ηθοποιό και σκηνοθέτη Νίκο Καραθάνο, επιστρέφοντας σε μια ιστορία ποτισμένη από έρωτα και αίμα. Αλλωστε ξέρει ότι και τα δύο καθοδηγούνται ιδανικά από την απελπισία, αφού ο έρωτας στα έργα της Λένας Κιτσοπούλου δεν έχει ποτέ χάπι εντ και μοιάζει να είναι ποτισμένος στο αίμα. Οπως τονίζει και το τέλος της «Κοκκινοσκουφίτσας»: «Κανείς δεν έζησε καλά και κανείς δεν θα ζήσει καλύτερα». Νυν και αεί.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Δείτε Επίσης