Στα πρώτα βήματα της στο μόντελινγκ ανέτρεξε η
Ζιζέλ Μπούντχεν, θυμούμενη τις αλλεπάλληλες απορρίψεις που βίωνε. Το μοντέλο από τη Βραζιλία, όταν εγκαταστάθηκε στην Αμερική, πριν από τριάντα χρόνια, δεν έβρισκε εύκολα δουλειές, καθώς δεν είχε την ίδια εμφάνιση με τα μεγάλα ονόματα που είχαν προηγηθεί εκείνης, όπως η Σίντι Κρόφορντ και η Κέιτ Μος.
Σε ηλικία μόλις 15 ετών, όταν πήγαινε μόνη της σε συναντήσεις στη Νέα Υόρκη, άκουγε διαρκώς «όχι».
«Η απόρριψη με δίδαξε ανθεκτικότητα και να μη βασίζω την αξία μου στις απόψεις των άλλων», δήλωσε στο W magazine.
Στη συνέχεια, όμως, όλα άλλαξαν ξαφνικά, όταν ένα περιοδικό την αποκάλεσε The Sexy Model, επαινώντας τα κυματιστά μαλλιά της, τη φλερτ διάθεσή της και τη λαμπερή, υγιή εικόνα της, η οποία αποτελούσε μεγάλη αλλαγή σε σχέση με το πρότυπο του «heroin chic» που κυριαρχούσε στη βιομηχανία της μόδας.
Τότε η Μπούντχεν πέρασε από τη θέση της ανεπιθύμητης νεοφερμένης σε εκείνη του «it girl» της στιγμής.
«Τη μία μέρα έκανα συνεχώς casting και άκουγα “όχι” ξανά και ξανά, και μετά ξαφνικά δούλευα ασταμάτητα», εξήγησε.
Πριν καλά καλά το καταλάβει, την επέλεγαν οίκοι όπως οι Valentino, Chanel και Versace, ενώ εμφανιζόταν στα εξώφυλλα περιοδικών όπως τα Vogue, Elle και Harper’s Bazaar. Όταν άρχισε να συνεργάζεται συστηματικά με το brand εσωρούχων Victoria’s Secret, από το 1999, η εικόνα της ως The Sexy Model εδραιώθηκε.
Στη συνέχεια ήρθε και το ενδιαφέρον του Χόλιγουντ, με την Μπούντχεν να παίρνει ρόλους σε ταινίες όπως η κωμωδία δράσης «Taxi» το 2004 και το δράμα «The Devil Wears Prada» το 2006. Η Μπούντχεν ήταν ευχαριστημένη με όλη αυτή την επιτυχία και πλέον καταλαβαίνει τι ήταν αυτό που είχε προκαλέσει τόσο ενδιαφέρον γύρω από το πρόσωπό της.
«Τώρα συνειδητοποιώ ότι αυτό στο οποίο ανταποκρίθηκε ο κόσμος δεν ήταν μόνο η εμφάνισή μου, αλλά και η προσωπικότητά μου. Ήμουν πολύ ζωντανή και χαρούμενη που βρισκόμουν εκεί. Η μόδα εκείνη τη στιγμή άλλαζε και ίσως εγώ εκπροσωπούσα ένα πιο υγιές, πιο ενεργητικό πνεύμα», κατέληξε η Ζιζέλ.