Γιώργος Κοτσιφάκης: «Ο χορός είναι η ψυχοθεραπεία μου»
Σε ένα διάλειμμα από τις τρεις διεθνείς παραγωγές στις οποίες συμμετέχει, ο ταλαντούχος χορευτής μιλάει στο «Gala» για το μπαλέτο, το bullying και την αξιοζήλευτη καριέρα του
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Λευτέρης Τρίγκας
Φωτογραφίες: Πάνος Γιαννακόπουλος
Γιαν Φαμπρ, Δημήτρης Παπαϊωάννου, Κωνσταντίνος Ρήγος, Εθνική Λυρική Σκηνή, Βασιλικά Μπαλέτα Φλάνδρας και DV8 είναι μόνο κάποιες από τις συνεργασίες στο τεράστιο βιογραφικό του. Ο Γιώργος Κοτσιφάκης είναι ένας αεικίνητος χορευτής, ένας σπουδαίος performance artist, ένας Ζυγός που ισορροπεί αριστοτεχνικά ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα επάνω στη σκηνή και πατάει γερά με τα δυο του πόδια στη γη.
Ο Γιώργος Κοτσιφάκης ντρέπεται να χορεύει εκτός σκηνής, εξακολουθεί όμως να το κάνει μόνος του στο σαλόνι του σπιτιού του, σαν εκείνο το πεντάχρονο αγόρι που το έστειλαν στο μπαλέτο για να μη σπάσει με τις άναρχες φιγούρες του όλα τα γυαλικά της μητέρας του. Τα πρωινά παρακολουθούσε τα βιντεοκλίπ της Μαντόνα και του Τζάστιν Τίμπερλεϊκ ξεσηκώνοντας όλες τις κινήσεις, ενώ τα απογεύματα δημιουργούσε δικές του χορογραφίες για τις «Τέσσερις Εποχές» του Βιβάλντι.
Είναι 33 ετών και ακόμα έχει να μάθει πολλά. Οχι πώς να εκτελεί άριστα ένα πλιέ, ούτε πώς να σταυρώνει τα πόδια του στην υπόκλιση. Αυτά τα ξέρει. Θέλει να μάθει μια νέα ξένη γλώσσα, να μαγειρεύει, να βρίσκει χρόνο για τους φίλους του και για τον εαυτό του. Αγαπά τη γειτονιά του στην πλατεία Βικτωρίας, αλλά ίσως γυρίσει μόνιμα στην Κρήτη.
Παραδέχεται πως ο χορός είναι η ψυχοθεραπεία του, αλλά η πραγματική ψυχοθεραπεία που κάνει τα τελευταία χρόνια τον δίδαξε πώς να είναι ευγνώμων. Μια ζωή εξαιρετικών αντιθέσεων, που συνθέτουν τη μοναδική προσωπικότητα ενός από τους καλύτερους χορευτές της γενιάς του, ενός καλλιτέχνη με έντονη προσωπικότητα, πλούσια καριέρα και τεράστια ευγένεια.
Πουκάμισο Manawa και παντελόνι Dandelion, Dante. Σανδάλια, Asos
Η «μπαλαρίνα»
Ο Γιώργος Κοτσιφάκης είναι ο real-life Μπίλι Ελιοτ. Αυτό το μοναχικό αγόρι, που βρήκε τη μοίρα του μέσα στις πουέντ, μια μοίρα που έψαχνε διακαώς. Μπήκε στην αίθουσα χορού στην Κρήτη, όταν ήταν μόλις πέντε ετών, σαν ένα αγρίμι που έτσι θα μάθαινε τρόπους. Τελικά έμαθε να χορεύει καλύτερα απ’ όλα τα κορίτσια εκεί μέσα. «Από πέντε ετών, το σαλόνι του πατρικού μου ήταν η σκηνή μου. Με θυμάμαι να βάζω δίσκους κλασικής μουσικής από τη συλλογή της μητέρας μου και να χορεύω ασταμάτητα, να δημιουργώ δικούς μου κόσμους μαζί με τον Βιβάλντι. Μια μέρα στην τηλεόραση είχε τη σειρά “Το δις εξαμαρτείν”. Το τραγούδι των τίτλων με είχε ξεσηκώσει και είχα πάθει φρενίτιδα. Οι γονείς μου σάστισαν και αποφάσισαν να με εντάξουν στο Λύκειο Ελληνίδων, στο Ηράκλειο της Κρήτης. Η κυρία Ντίνα Βασιλάκη είναι αυτή που με είδε εκεί και σχεδόν με απήγαγε στη σχολή της. Εκεί ανοίχτηκε ο θαυμαστός κόσμος του μπαλέτου, εκεί έκανα τα πρώτα μου χορευτικά βήματα», θυμάται ο Γιώργος.
«Στην αίθουσα ήμουν το μοναδικό αγόρι. Μπήκα μέσα σαν ένα μικροκαμωμένο αγρίμι και κοιτούσα με απορία. Τα κορίτσια είχαν μαλλιά σε κότσο σινιόν και φορούσαν ροζ κορμάκια. Ηταν σαν να είχα μπει σε ζαχαροπλαστείο. Ενιωθα μόνος μου μεγαλώνοντας μέσα σε αυτή την αίθουσα. Οταν έγινε δε αντιληπτό από τους συμμαθητές μου στο σχολείο ότι πήγαινα μπαλέτο, η ζωή έγινε δύσκολη. Στην Κρήτη ήμουν το μαύρο πρόβατο και ο τίτλος της “μπαλαρίνας” ήταν η ρετσινιά μου. Αργότερα, ωρίμασα και αποφάσισα πως ο χορός μού αρέσει πολύ και δεν πρόκειται να κάνω πίσω για τα κακόβουλα σχόλια. Τα πράγματα όμως αλλάζουν και αυτό με γεμίζει αισιοδοξία και χαρά. Στη σχολή μου πια φοιτούν αρκετά αγόρια και αυτό είναι υπέροχο. Δεν ξέρω ποια θα είναι η πορεία τους και αν θα γίνουν επαγγελματίες, αλλά δεν με ενδιαφέρει. Με ενδιαφέρει μόνο που φέρουν υπερήφανα την επιλογή τους. Ούτε εγώ ήξερα ότι αυτό θα γινόταν το επάγγελμά μου», καταλήγει.
Κλείσιμο
Παντελόνι Wra και ζώνη Czas, Dante
Δεν ξέχασε ποτέ την υπόσχεση που είχε δώσει με το δαχτυλίδι της μητέρας του στην πανσέληνο. Κοίταξε τα αστέρια και είπε: «Αυτό θέλω να κάνω και θέλω να το κάνω συνέχεια». Βρήκε πεπρωμένο, έκανε για πρώτη φορά όνειρα και κανένα εμπόδιο δεν τον λύγισε.
«Οι γονείς μου με στήριξαν και με γέμιζαν καθημερινά με αυτοπεποίθηση», τονίζει. «Δεν είχα να φοβηθώ τίποτα. Τα εμπόδια από την αρχή ήταν, έτσι κι αλλιώς, πάρα πολλά. Σε έναν διαγωνισμό, μάλιστα, ένας κριτής με έπιασε και μου είπε πως δεν κάνω για αυτό τον χώρο. “Παράτησέ τα, δεν θα πας πουθενά. Ισως είναι καλύτερο να κάνεις κάτι άλλο”, έτσι μου είπε. Ενας άνθρωπος που τον είχα είδωλο. Ηταν η πιο δύσκολη νύχτα της ζωής μου. Το ίδιο βράδυ ξεκίνησα ξανά γυμναστική και έκανα όλη τη νύχτα ασκήσεις. Στις εξετάσεις μου μετά από δύο μήνες πέρασα στην Κρατική Σχολή Αθηνών και στη Σχολή “Ραλλού Μάνου” με τρία χρόνια υποτροφία. Αυτή ήταν η απάντηση που ήθελα να δώσω στον εαυτό μου. Εκτοτε δεν αμφισβήτησα τις δυνατότητές μου ποτέ ξανά», λέει κι ένα μικρό χαμόγελο τρυπώνει στην έκφρασή του.
Στον πυρετό της δόξας
Τα μαθήματα στη σχολή ξεκίνησαν και ήταν εκστασιασμένος. Η νέα του ζωή όμως έμελλε ξανά να αλλάξει με τον καλύτερο τρόπο. Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου έστηνε το 2006 την παράσταση «2», τη σπουδαιότερη ίσως παραγωγή της χρονιάς εκείνης, και έψαχνε 22 άντρες ερμηνευτές. Ενα κυριολεκτικό καλλιτεχνικό βάπτισμα του πυρός.
Σετ Battuta, Dante. Sneakers, Zara Man
«Στη μικρή τηλεόραση της γιαγιάς μου στην Κρήτη έβλεπα, παιδί ακόμα, την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων. Το θέαμα με είχε καθηλώσει. Τότε σκέφτηκα πως αυτό θέλω να κάνω. Εκεί θέλω να βρεθώ. Στα δεκαοκτώ μου, ένα βράδυ με πήρε τηλέφωνο ο Δημήτρης Παπαϊωάννου να περάσω από οντισιόν για την παράσταση “2” στο Παλλάς. Mου έπεσε απ’ τα χέρια το τηλέφωνο. Ημουν μόλις στο πρώτο έτος της σχολής και εκείνη ήταν η πρώτη μου επαγγελματική οντισιόν. Μια παράσταση φοβερά απαιτητική. Επρεπε να ξυρίσω το κεφάλι μου και να υποκρίνομαι πως κάνω σεξ ολόγυμνος σε ένα κρεβάτι. Πήρα τηλέφωνο τη δασκάλα μου στην Κρήτη, η οποία πήρε το αεροπλάνο και ήρθε στην Αθήνα σε λίγες ώρες για να είναι δίπλα μου. Με τη δική της καθοδήγηση και παρότρυνση, αποφάσισα πως θέλω να το κάνω. Με το που πάτησα το πόδι μου στη σκηνή, ήταν οργανικό. Σε εννέα ώρες έμαθα όλο τον ρόλο μου. Δεν είχα δει καν την παράσταση ως θεατής και τελικά έγινα μέρος της. Φαντάσου, είχα κλείσει εισιτήρια, μήνες πριν, για να δω την παράσταση εκείνη την ίδια μέρα που τελικά έπαιξα. Περίεργο, ε; Επεσα στα βαθιά και όχι μόνο σώθηκα, αλλά το ευχαριστήθηκα. Ηταν η πιο δυνατή στιγμή της ζωής μου και ας ήταν η πρώτη μου εμφάνιση», μου διηγείται με ενθουσιασμό.
Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου υπήρξε ο καταλύτης της επαγγελματικής και καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας. Τον όρισε, τον έκανε να δει αλλιώς την τέχνη, να αντιληφθεί διαφορετικά τη σκηνή, τον άλλαξε ως καλλιτέχνη. Η καριέρα του είχε μόλις ξεκινήσει. Το νεαρό αγόρι που αποθεώθηκε στην παράσταση του Παπαϊωάννου, είχε γίνει talk of the town στα καλλιτεχνικά πηγαδάκια. Ασφαλώς τον ήθελαν όλοι και όχι άδικα.
Ο Κωνσταντίνος Ρήγος, ο Αντώνης Φονιαδάκης, ο Γιαν Φαμπρ έδωσαν μάχη για να τον έχουν στις ομάδες τους. Και τα κατάφεραν όλοι. Η τρίτη δεκαετία της ζωής του τον βρήκε να δουλεύει ασταμάτητα και να έχει υπογράψει συμβόλαιο με τον βρετανικό θεατρικό θίασο-θρύλο DV8. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Παρίσι, Σουηδία, Βασιλεία, Μπακού, Λονδίνο, Ταϊβάν και αμέτρητοι ακόμα συναρπαστικοί σταθμοί. Μια δεκαετία γεμάτη χορό, απαιτητικές παραστάσεις και εξαντλητικά ωράρια. Για πόσο ακόμα;
Πουκάμισο, Parthenis
«Ο χορός σε κρατάει πάντα νέο, ακμαίο και σφριγηλό», μου απαντάει. «Αυτό άλλωστε απαιτεί η τέχνη του. Ασφαλώς και είναι αγχωτικό καθώς μεγαλώνω, αλλά ταυτόχρονα είναι η ψυχοθεραπεία μου. Είναι σκληρό, αλλά έτσι είναι, γι’ αυτό αλίμονο αν δεν ωριμάσεις, αν δεν σκέφτεσαι καθαρά. Η ενηλικίωσή μου ήρθε με τον θάνατο του πατέρα μου. Τη στιγμή που έφυγε η πατρική φιγούρα από τη ζωή μου, ένιωσα πως μαζί με το πένθος έγινα και άνδρας, απότομα. Δεν το είχα σκεφτεί καθόλου μέχρι τότε. Εκεί αποχαιρέτησα το παιδί μέσα μου. Αργότερα, με την ψυχοθεραπεία κατάλαβα πως πια πρέπει να κάνω μόνο ό,τι μου αρέσει. Δεν είχα ζωή για δέκα χρόνια, μόνο εργαζόμουν. Δεν έχω κάνει νεανικές τρέλες, δεν έζησα φοιτητική ζωή, δεν έχω μεθύσει ποτέ, έκανα μόνο πρωταθλητισμό. Ημουν σε ένα τρένο που έτρεχε με φρενήρεις ρυθμούς».
Φέτος το καλοκαίρι συμμετέχει σε τρεις παραγωγές: το «Larsen C» του Χρήστου Παπαδόπουλου, το «Salema Revisited» του Αντώνη Φωνιαδάκη και τη ζωντανή χορογραφία «MOS» της Ιωάννας Παρασκευοπούλου. Πρόσφατα, πάντως, τον θαυμάσαμε στο πρώτο του δικαστικό δράμα, το οποίο εξελίσσεται στο νέο βιντεοκλίπ για το τραγούδι «The Truth Is» της Σtella. Τον ρωτάω για τα μελλοντικά του σχέδια. «Θα ήθελα να ανοίξω μια επαγγελματική σχολή χορού στην Κρήτη. Κάτι γίνεται με αυτό το μέρος. Παρ’ όλες τις δυσκολίες, αυτός είναι ο τόπος μου. Ισως τελικά να ασχοληθώ με τις ελιές μου και να τα αφήσω όλα. Μου λείπει το μέρος που μεγάλωσα, το λησμονώ και το αγαπώ ταυτόχρονα. Θάλασσα, βουτιές, η ομελέτα της μάνας μου».
Τελικά, αυτό το τρένο τρέχει ακόμα. Ισως ο ίδιος να μην το έχει καταλάβει, αλλά μπορεί να τρέχει πιο γρήγορα από ποτέ. Το σίγουρο, όμως, είναι ότι τρέχει προς την κορυφή. Σαν εκείνη του Ψηλορείτη, που τόσο λατρεύει και στον οποίο θέλει να επιστρέψει.