Στην ηλικία των 22 ετών η Μπάρμπρα Στρέιζαντ ήταν η πιο πετυχημένη γυναίκα τραγουδίστρια στην Αμερική, πρώτη στις πωλήσεις δίσκων και η καλύτερη στο Broadway. Είχε ήδη αγοράσει το πρώτο της διαμέρισμα, ένα art-deco ρετιρέ με θέα στο Central Park, με μια τεράστια κρεβατοκάμαρα με ένα κρεβάτι με οροφή, τυλιγμένο όλο σε δαντέλα . Η τραγουδίστρια ανήκει σε έναν κόσμο που πια έχει εξαφανιστεί… σε ένα κόσμο όπου οι παλιομοδίτικες αξίες είχαν ισχύ. Το ταλέντο το τιμούσαν όταν πραγματικά ήταν ιδιαίτερο..
Το νέο βιβλίο του William Mann με τίτλο «Hello, Gorgeous: Becoming Barbra Streisand» είναι μια ενδελεχής μελέτη του «φαινομένου» Barbra. Γεννημένη το 1942 ως Barbara Joan Streisand (το Barbra προέκυψε αργότερα) φαίνεται ότι η νεαρή ήξερε από την αρχή τι ήθελε να κάνει και που ήθελε να πάει. Ο πατέρας της πέθανε όταν ήταν ενός έτους, όποτε δεν υπήρχε πατρική φιγούρα. Η μητέρα της –που είχε κάνει τραγούδι και κάποτε είχε πιθανότητες να μπει στην Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης- ήταν μια παραδοσιακή νοικοκυρά. Δεν παίνεψε ποτέ την κόρη της, δεν της έδωσε ποτέ κουράγιο καθώς θεωρούσε ότι ήταν ανώφελο να προσπαθεί για το τραγούδι.
Η νεαρή Μπάρμπρα, σύμφωνα με τον βιογράφο της, ήταν σνόμπ και διεκδικητική, και εντυπωσιακά αχάριστη με όσους την βοηθούσαν, θεωρώντας ότι είναι δεδομένο ότι όλοι θα την βοηθάνε.
Ακόμα και όταν θρύλοι της μουσικής, όπως οι Phyllis Diller, Judy Garland, Groucho Marx, Liberace και Ethel Merman την καλωσόρισαν ως νέο ταλέντο, δεν εντυπωσιάστηκε. Το όνομα της έπρεπε να μπαίνει πάντα πρώτο ή δεν δεχόταν καμία συμφωνία.
Από τα 16 έμενε μόνη και τραγουδούσε σε μικρα κλαμπάκια στο Greenwich Village, εντυπωσιάζοντας με την δύναμη που διέθετε στη φωνή της, τις έντονες χειρονομίες της και την «ζωντανή» όλο χαμόγελα παρουσία της.
Από τις πρώτες της τουρνέ όπου έπαιρνε 175 δολάρια την εβδομάδα, χρήματα που ξόδευε στις μετακινήσεις κυρίως, σύντομα βρέθηκε να κερδίζει 1250 και λίγο αργότερα 7500 δολάρια καθώς το κοινό την ζητούσε όλο και περισσότερο. Λίγο καιρό αργότερα θα έβγαζε πια εκατομμύρια.
Αλλά και η ηθοποιία δεν την άφηνε αδιάφορη. Ζητούσε μεγαλύτερους ρόλους αν και οι σκηνοθέτες της έλεγαν ότι ήταν υπερβολική κωμική. Μεγάλο μέρος της βιογραφίας της αυτής αφιερώνεται στα παρασκήνια του funny girl που ανέβηκε το 1964 στο Broadway και καθιέρωσε την Στρέιζαντ και στο σινεμά.