«…Σάμπως το σώμα, με την εξωτερική του όψη, να είναι παρθενία που ανά πάσα στιγμή και αφή διακορεύεται» γράφει ο Κωστής Παπαγιώργης και η Νάνα Σαχίνη «πατάει» επάνω σε αυτή τη φράση πολλές φορές όταν δημιουργεί. Στην έκθεση παρουσιάζονται γλυπτά και γλυπτικές εγκαταστάσεις.
Με τα διαφορετικά και εετερόκλητα υλικά, που χρησιμοποιεί εδώ και χρόνια η Σαχίνη, υλικά που συλλέγει, βρίσκει και μεταμορφώνει.
Υλικά όπως χαλκός, σαπούνια, σατέν υφάσματα, φιλμ από ταινίες, καλάμια, μονωτικά υλικά και άλλα, συντίθενται και αναπτύσσονται μέσα από χειρονομίες τελετουργικές και αυτοσχεδιαστικές με ποικίλους συσχετισμούς κι αναφορές.
Η καλλιτέχνης τα αξιολογεί, τα διαπραγματεύεται και απεικονίζει έτσι την πάλη του εγώ με το σώμα.
Ο τίτλος της έκθεσης, από το έργο του Σαίξπηρ «Μάκβεθ» και κατόπιν τίτλος-δάνειο ποιήματος της Αν Σέξτον, αν και στις δύο περιπτώσεις έχει να κάνει με την απώλεια αγαπημένων προσώπων (παιδιών του αντιπάλου του Μάκβεθ και του πατέρα της ποιήτριας αντιστοίχως) άρα και καταστάσεων, εδώ υιοθετείται με μια λοξή ματιά. Η ομορφιά και η οικειότητα, κατά την καλλιτέχνη, προϋποθέτουν ένα κοίταγμα προς τα μέσα.
Λέει η καλλιτέχνης:
«Mέσα από τα έργα αναδύονται ερωτήματα για το αν υπάρχει κάποιο έμφυτο κουσούρι να φτιάχνουμε σφαίρες, για τη στιγμή που σπρώχνουμε μακριά τη σκάλα και αιωρούμαστε στο κενό. Για το πως είναι να κατοικούμε σε σάκους, να μπλεκόμαστε σε κόμπους, να βρισκόμαστε μπροστά σε σωλήνες και περάσματα, σε τοίχους διαπερατούς. Προσπαθεί να ανασύρει στοιχεία από τις πρώτες μας αισθήσεις, τα πρώτα μας παιχνίδια. Και να αντιληφθεί το γλυπτό-σώμα με όρους όπως φυσική επαφή, άγγιγμα, σύνδεση, περίδεση, αποκόλληση, διαστολή, συστολή, επιφάνεια, μόνωση.
Υπόθεση εργασίας παραμένει η οικειότητα της στρογγυλάδας»