Ο Πάμπλο Νερούδα, η φωνή της Λατινικής Αμερικής και ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές όλων των εποχών, επανέρχεται στην επικαιρότητα με αφορμή μια δήλωση κυβερνητικού παράγοντα της Χιλής που άφησε υπόνοια ότι ο θάνατός του δεν οφείλεται σε καρκίνο, αλλά σκοτώθηκε από τις δυνάμεις του δικτάτορα Πινοσέτ.
Ο βραβευμένος με ποιητής (και ιδιαίτερα δημοφιλής στη χώρα μας ελέω Μίκη Θεοδωράκη και του «Κάντο Χενεράλ») πέθανε το 1973 σε νοσοκομείο υποφέροντας από καρκίνο. Αυτή ήταν η μέχρι τώρα κοινά αποδεκτή αιτία για τον θάνατό του, η οποία όμως πλέον αμφισβητείται έντονα.
Παράγοντας του υπουργείου Εσωτερικών της χώρας δήλωσε χθες ότι ο Νερούδα ίσως δεν πέθανε από φυσικά αίτια αλλά σκοτώθηκε από το καθεστώς του Πινοσέτ. Ο αριστερός ποιητής και διπλωμάτης (και φίλος του Αλιέντε), στα 69 του διαγνώσθηκε να έχει καρκίνο του προστάτη. Ο ίδιος μετά την σύλληψη των συντρόφων του, είχε αποφασίσει να φύγει αυτοεξόριστος στο εξωτερικό, απ' όπου θα πολεμούσε την χούντα του Πινοσέτ.
Όμως μία μέρα πριν την σχεδιασμένη αναχώρησή του, μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο Σάντα Μαρία στο Σαντιάγο, όπου ξεκίνησε την θεραπεία για καρκίνο και άλλες ασθένειες. Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, ο Νερούδα πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου εκείνης της χρονιάς, από φυσικά αίτια. Όμως οι υποψίες ότι η δικτατορία είχε βάλει το χέρι της σ' αυτό τον θάνατο δεν έπαψαν να ακούγονται στην Χιλή, ακόμα και όταν επέστρεψε στην δημοκρατία το 1990.
Ο θάνατος του Νερούδα έχει δημιουργήσει έναν τεράστιο αστικό μύθο στην χώρα, με αποτέλεσμα το 2013 να αποφασιστεί η εκταφή του για να εξεταστεί από ειδικούς. Τα τεστ δεν έδειξαν κάποια στοιχεία δηλητηριασμού, όμως η οικογένεια και ο οδηγός του δεν ήταν ικανοποιημένοι και ζήτησαν περισσότερη και πιο ενδελεχή έρευνα. Το δικαστήριο διέταξε να υπάρξουν έρευνες για διαφορετικές ουσίες οι οποίες δεν είχαν ανιχνευθεί την πρώτη φορά.
Τα νέα δημοσιεύματα που έρχονται στο φως αλλά και οι ανακοινώσεις της κυβέρνησης (που δεν διαψεύδουν τις φήμες) δείχνουν ότι είναι εξαιρετικά πιθανό η αιτία του θάνατου του Νερούδα να ήταν όντως αυτό που ήταν κοινή πεποίθηση στην κοινωνία της Χιλής εδώ και δεκαετίες.