Ανάλυση: Ο Ερντογάν εξάγει κρίση σε Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειο και Κύπρο για να παραμείνει Σουλτάνος
Ο πρόεδρος της Τουρκίας επιχειρεί να αποπροσανατολίσει την ώρα που η οικονομία του κλυδωνίζεται και οι ΗΠΑ του γυρνούν την πλάτη για τα F-35 - Η επιδίωξη για νέα θητεία, η προσπάθεια να συμμετάσχει στους νέους ενεργειακούς άξονες λειτουργώντας ανταγωνιστικά προς την Ελλάδα και το «αγκάθι» του Ισραήλ
Σε περίοδο έντονης δοκιμασίας, τόσο σε ό,τι αφορά το εσωτερικό όσο και για τη θέση που διεκδικεί στη νέα εποχή μετά τον πόλεμο του Ιράν, εισέρχεται η Τουρκία, με τον Ταγίπ Ερντογάνπλέον να διαμορφώνει το έδαφος για την ανανέωση της θητείας του και να θέτει τα θεμέλια για τη «Νέα Τουρκία», την οποία θέλει να κληροδοτήσει στο τουρκικό έθνος.
Σε τέτοιες περιόδους, η εξαγωγή της κρίσης είναι συνήθης πρακτική της Αγκυρας, όπου το Αιγαίο, η Ανατολική Μεσόγειος και η Κύπρος είναι «προσφιλής» στόχος για προβολή ισχύος, με μικρό, όπως εκτιμούν, κόστος. Πολύ περισσότερο όταν η κυβέρνηση Ερντογάν δέχεται κριτική από την αντιπολίτευση, αλλά και από εθνικιστικούς κύκλους, ότι «υποχωρεί» έναντι της Ελλάδας και παραχωρεί κυριαρχικά δικαιώματα της Τουρκίας. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να παρακολουθούνται και οι τελευταίες κινήσεις, όπως αυτή με την κατάρτιση του νομοσχεδίου για τη νομοθέτηση της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Ο Τούρκος πρόεδρος έχει να αντιμετωπίσει μια σειρά προκλήσεων, που στο εσωτερικό της χώρας του εστιάζονται στην εξασφάλιση μίας ακόμη προεδρικής θητείας, παρά την απαγορευτική πρόβλεψη του Συντάγματος, και συγχρόνως στην εξουδετέρωση μιας αντιπολίτευσης που, με αιχμή του δόρατος το κεμαλικό CHP, απειλεί ευθέως την πολιτική ηγεμονία 24 ετών του κόμματός του, ΑΚΡ.
Και στα εξωτερικά μέτωπα η Τουρκία παραμένει εδώ και μήνες σιωπηλός παρατηρητής των εξελίξεων, αναλαμβάνοντας μόνο να σηκώνει το «λάβαρο» εναντίον του Ισραήλ, καθώς ακόμη δεν έχει βρει σημείο πλήρους συνεννόησης με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, όπως ήλπιζε ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν, ενώ οι περιφερειακές εξελίξεις αναδιαμορφώνουν τις ισορροπίες και τις συμμαχίες και ανοίγουν νέες προοπτικές για τη δημιουργία διαδρόμων και δικτύων ενέργειας, εμπορίου και data, από τα οποία η Τουρκία δεν θέλει να είναι απούσα.
Η Τουρκική Δημοκρατία βιώνει μια από τις πιο δυσάρεστες στιγμές της, καθώς το τουρκικό καθεστώς συστηματικά συνεχίζει την επιχείρηση εξουδετέρωσης κάθε μορφής αντιπολίτευσης, που άρχισε μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016, σηματοδοτώντας μια αυταρχική στροφή του Ερντογάν, η οποία κλιμακώνεται μέχρι τώρα.
Ο ίδιος αισθάνεται πλέον ότι σε καθαρές εκλογές το κόμμα του κινδυνεύει να ηττηθεί, ενώ και για τις προεδρικές εκλογές οι δημοσκοπήσεις τον έδειχναν να χάνει αρχικά από τον φυλακισμένο τώρα δήμαρχο Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου, αλλά και από τους άλλους πιθανούς υποψηφίους του CHP, τον μέχρι πριν από λίγο πρόεδρο Οζγκιούρ Οζέλ και τον δήμαρχο Αγκυρας, Μανσούρ Γιαβάς.
Καθαίρεση
Με δραστικά μέτρα, τουρκικό δικαστήριο αποφάσισε την καθαίρεση από τη θέση του προέδρου του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης του Οζέλ και την αποκατάσταση του προηγούμενου προέδρου Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, ο οποίος είναι μετρίου βεληνεκούς και δεν συνιστά απειλή για τον Ερντογάν, ο οποίος τον έχει κερδίσει σε σχεδόν δέκα εκλογικές αναμετρήσεις.
Με την κίνηση αυτή έχει προκληθεί ένα βαθύ ρήγμα εντός του CHP και δεν αποκλείεται ο Οζέλ, εφόσον δεν δικαιωθεί, να αποχωρήσει και να προχωρήσει στην ίδρυση νέου κόμματος, κάτι που θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη πολυδιάσπαση την αντιπολίτευση. Ετσι, με τον Ιμάμογλου στη φυλακή, τον Οζέλ εκπαραθυρωμένο από την ηγεσία του CHP και την αντιπολίτευση σε κρίση εσωστρέφειας, διευκολύνονται οι πολιτικοί χειρισμοί του Ερντογάν.
Κλείσιμο
Στελέχη της Αντιπολίτευσης στα γραφεία του κεμαλικού CHP, το οποίο ο Ερντογάν διαλύει προκειμένου να εξασφαλίσει την πολιτική του επιβίωση
Για τον Τούρκο πρόεδρο η μεγάλη πρόκληση τώρα είναι αν θα δρομολογήσει έως το φθινόπωρο πρόωρες εκλογές, καθώς αυτός είναι ο μόνος δρόμος για να υπερπηδηθεί το εμπόδιο που θέτει το Σύνταγμα για τρίτη προεδρική θητεία. Η θητεία του λήγει το 2028, αλλά τώρα η συγκυρία, με την αποσύνθεση της αντιπολίτευσης, φαίνεται να είναι ευνοϊκή για την προκήρυξη πρόωρων βουλευτικών εκλογών, χωρίς τον άμεσο κίνδυνο να χάσει τον έλεγχο της διακυβέρνησης και να μπορέσει να παραμείνει στην ηγεσία της χώρας για ακόμη πέντε χρόνια.
Αυτές οι κινήσεις φυσικά έχουν πλήξει την εικόνα της Τουρκίας, κυρίως προς την Ευρώπη, όπου αυτή η αυταρχική στροφή και η παραβίαση των κρίσιμων αρχών του κράτους δικαίου δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητες, ούτε να υποβαθμιστούν. Και αυτό σε μια περίοδο που η Αγκυρα έχει θέσει σε υψηλή προτεραιότητα τη στενότερη συνεργασία με την Ε.Ε. σε όλους τους τομείς και φυσικά στο κεφάλαιο της άμυνας, της ασφάλειας και των εξοπλισμών.
Χώρες όπως η Ισπανία, η Ιταλία, η Ολλανδία, οι σκανδιναβικές χώρες, ακόμη και η Γερμανία, που υποστηρίζουν την ολοένα και μεγαλύτερη προσέγγιση της Τουρκίας με την Ε.Ε., θα πρέπει να εξηγήσουν και στην κοινή γνώμη και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τη στάση τους, που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη σε θέματα δημοκρατίας όταν αφορούν οποιαδήποτε άλλη χώρα του κόσμου, υιοθετούν, όμως, άλλα μέτρα και σταθμά όταν η συζήτηση έρχεται στην Τουρκία.
Καθώς η οικονομία της Τουρκίας έχει κλονιστεί ακόμη περισσότερο από την κρίση που έχει προκαλέσει και ο πόλεμος στο Ιράν, ο Ερντογάν έχει να αντιμετωπίσει βαρύ κλίμα στο εκλογικό σώμα και, έτσι, προσπαθεί να προβάλλει τόσο τα επιτεύγματα της αμυντικής βιομηχανίας όσο και τη σχέση του με τον πρόεδρο Τραμπ, που υποτίθεται ότι θα προσφέρουν μια προνομιακή θέση για την Τουρκία στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον που διαμορφώνεται.
Η Σύνοδος Κορυφής
Ο Ερντογάν αναμένει τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα (7-8 Ιουλίου) για να αποκομίσει πολιτικά και διπλωματικά οφέλη για τη χώρα του και τον ίδιο προσωπικά.
Η κατάθεση του Αμερικανού ΥΠΕΞ, Μάρκο Ρούμπιο, στο Κογκρέσο προκάλεσε ένα πάγωμα στην Αγκυρα, καθώς ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας, απαντώντας σε ερώτηση του μέλους της Βουλής των Αντιπροσώπων Ντίνα Τίτους, επανέλαβε ότι, με τα σημερινά δεδομένα, δεν μπορεί να δοθούν τα F-35 στην Τουρκία.
Στην Αγκυρα ήλπιζαν ότι οι πιέσεις που έχουν ασκηθεί στην Ουάσινγκτον και οι θετικές δηλώσεις του Αμερικανού πρεσβευτή Τομ Μπάρακ, ο οποίος συνδέεται προσωπικά με τον πρόεδρο Τραμπ, θα οδηγούσαν σε μια θετική εξέλιξη πριν ή και κατά τη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής για την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35. Κάτι που δεν έχει απλώς συμβολική σημασία, αλλά αφορά ευθέως την αξιοπιστία και το αξιόμαχο της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας, καθώς και την αποτρεπτική ισχύ της χώρας.
Σε ό,τι αφορά την κατάσταση στη Συρία και το Ιράκ, η Αγκυρα είναι ικανοποιημένη από την αμερικανική πολιτική που εκφράζεται επί του πεδίου από τον κ. Μπάρακ και η οποία οδήγησε στη σταδιακή άρση της υποστήριξης που προσέφερε η Ουάσινγκτον στους Κούρδους, αναγνωρίζοντας έναν πιο ουσιαστικό ρόλο στην Τουρκία.
Εμπόδιο το Ισραήλ
Το μεγάλο εμπόδιο για την προώθηση των περιφερειακών επιδιώξεών της παραμένει το Ισραήλ και, παρά το αρνητικό κλίμα στις ΗΠΑ για τις επιλογές του Μπένζαμιν Νετανιάχου, κάθε προσπάθεια του Ερντογάν να ανοίξει το ζήτημα του Ισραήλ στη Σύνοδο Κορυφής θα τον φέρει αντιμέτωπο με τον Τραμπ.
Από την άλλη πλευρά, το να σιωπήσει για το «γενοκτόνο» Ισραήλ σε ένα τόσο σημαντικό διεθνές φόρουμ θα τον εκθέσει ανεπανόρθωτα τόσο στο εσωτερικό ακροατήριο όσο και στην παγκόσμια μουσουλμανική κοινότητα, της οποίας επιδιώκει να προβάλλεται ως άτυπος ηγέτης.
Στην Αγκυρα κορυφώνεται και η αγωνία για το πώς θα μπορέσει, εν μέσω αυτού του ρευστού περιβάλλοντος στη Μέση Ανατολή, να κερδίσει πόντους και να βρεθεί ξανά στο επίκεντρο των νέων διαδρόμων και οδών μεταφοράς ενέργειας και δεδομένων (data), αποτελώντας κρίσιμο κόμβο τόσο προς την Ανατολή όσο και προς τη Μέση Ανατολή και τον Κόλπο.
Με δεδομένο τον προβληματισμό που υπάρχει διεθνώς, αλλά και στις χώρες του Κόλπου, ότι δεν μπορούν να παραμείνουν υπό την ομηρία του Ιράν, η Τουρκία έχει ήδη σπεύσει να επαναφέρει παλαιότερες προτάσεις στο τραπέζι.
Ο υπουργός Μεταφορών και Υποδομών, Αμπντουκαντίρ Ουραλόγλου, επανήλθε αυτή την εβδομάδα στο σχέδιο για τη νέα σιδηροδρομική σύνδεση Hejaz, η οποία θα συνδέει τα λιμάνια του Ομάν, μόλις έξω από τον Περσικό Κόλπο, με τη Σαουδική Αραβία, την Ιορδανία, τη Συρία και την Τουρκία, απ’ όπου ο διάδρομος αυτός θα συνεχίζει πλέον προς την Ευρώπη.
Το σχέδιο είναι να αποτελέσει αυτός ο σιδηροδρομικός άξονας, μέρος του οποίου προϋπήρχε, τη βάση και για άλλες συνδέσεις με αγωγούς που θα μεταφέρουν φυσικό αέριο και πετρέλαιο στη Μεσόγειο μέσω Τουρκίας ή Συρίας, παρακάμπτοντας το Ισραήλ.
Τα σχέδια αυτά, όπως και το αντίστοιχο που έχει παρουσιάσει η Τουρκία και προβλέπει την παράκαμψη των Στενών του Ορμούζμε αγωγό που από το Ιράκ θα φτάνει στη Συρία και στην Τουρκία, εξάγοντας όχι μόνο ιρακινό αλλά και πετρέλαιο από τις άλλες χώρες του Κόλπου, απαιτούν τεράστια κονδύλια και χρηματοδοτήσεις, που προς το παρόν η Αγκυρα δεν μπορεί να εξασφαλίσει. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η προοπτική παγίωσης μιας μη ομαλής κατάστασης στα Στενά του Ορμούζ δεν θα οδηγήσει στην αναζήτηση εναλλακτικών, έστω και ακριβών, νέων οδών.
Εξάλλου, τέτοια σχέδια, τα οποία έχουν ως βασικό στόχο να παρακάμψουν και να απομονώσουν το Ισραήλ και, αντιθέτως, να αναβαθμίσουν την Τουρκία, δύσκολα θα γίνουν αποδεκτά από τις ΗΠΑ, οι οποίες πιθανότατα θα ασκήσουν την επιρροή που διαθέτουν σε όποιες χώρες του Κόλπου επιθυμούσαν να εμπλακούν σε αυτά.
Ομως η Τουρκία επιχειρεί να ανοίξει ένα νέο μεγάλο παιχνίδι, αυτό των ηλεκτρικών διασυνδέσεων για τη μεταφορά φθηνής πράσινης ενέργειας στην Ευρώπη. Ο υπουργός Ενέργειας, Αλπαρσλάν Μπαϊρακτάρ, στο περιθώριο του ενεργειακού συνεδρίου INRES 2026 στην Κωνσταντινούπολη, ανακοίνωσε την υπογραφή συμφωνίας για το έργο της γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ Τουρκίας, Γεωργίας, Αζερμπαϊτζάν και Βουλγαρίας, έναν «Νότιο Διάδρομο Ηλεκτρικής Ενέργειας», ο οποίος θα μεταφέρει ηλεκτρική ενέργεια στην Ευρώπη μέσω Τουρκίας και Βουλγαρίας, παρακάμπτοντας έτσι την Ελλάδα.
«Απάντηση» στην Ελλάδα
Η πρωτοβουλία αυτή της Τουρκίας έρχεται και ως απάντηση στις προσπάθειες της Ελλάδας να αποτελέσει τον κόμβο ηλεκτρικής διασύνδεσης της Ασίας με την Ευρώπη μέσω του GSI, έργο το οποίο παραμένει παγωμένο λόγω των τουρκικών αντιδράσεων, που οδήγησαν και στο επεισόδιο της Κάσου το 2024. Πάντως, το άλλο μεγάλο έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης της Ελλάδας με την Αίγυπτο, το GREGY, προχωρά κανονικά και θα προσφέρει φθηνή καθαρή ενέργεια στην ελληνική βιομηχανία και τις επιχειρήσεις, ενώ μελλοντικά θα μπορεί να τροφοδοτεί και την Ευρώπη με καθαρή ενέργεια από την Αίγυπτο, αλλά ακόμη και από τον Κόλπο.
Η ανταγωνιστική αυτή αντίληψη της Τουρκίας εκδηλώνεται και στο θέμα της μεταφοράς LNG προς την Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια, καθώς ο Κάθετος Διάδρομος, ο οποίος έχει και την ισχυρή στήριξη των Αμερικανών, αντιμετωπίζεται επιφυλακτικά από την Αγκυρα, η οποία δεν επιθυμεί την αναβάθμιση και τη θωράκιση της Αλεξανδρούπολης μέσω αυτών των ενεργειακών πρωτοβουλιών.
Διαθέτοντας ήδη ενισχυμένες υποδομές LNG η Τουρκία, φαίνεται να αρκείται προ το παρόν σε ρόλο συμπληρωματικό με εκείνον της Ελλάδας για μεταφορά φυσικού αερίου στη Νοτιοανατολική και Ανατολική Ευρώπη μέσω της Βουλγαρίας, θέλοντας να αποφύγει και μια ευθεία αμφισβήτηση της αμερικανικής στήριξης στον Κάθετο Διάδρομο.