Η
Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σήμερα σε μια διαδικασία συζήτησης και αναθεώρησης του Ευρωπαϊκού Συστήματος
Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (EU ETS).
Η επίτευξη των κλιματικών στόχων και της απανθρακοποίησης παραμένει κυρίαρχη προτεραιότητα, ωστόσο οι σημερινές
γεωπολιτικές και
οικονομικές εξελίξεις καθιστούν εξίσου επιτακτική την ανάγκη ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας, της βιομηχανικής παραγωγής και της ενεργειακής ασφάλειας.
Η νέα ευρωπαϊκή στρατηγική για την ανταγωνιστικότητα και την καθαρή βιομηχανία αναγνωρίζει ότι η βιώσιμη μετάβαση μπορεί να είναι επιτυχής μόνο εφόσον συνοδεύεται από ισχυρή παραγωγική βάση, προσιτό
ενεργειακό κόστος,
επενδύσεις και κοινωνική συνοχή.
Στο πλαίσιο αυτό, η επικείμενη αναθεώρηση του ETS αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις της επόμενης περιόδου.
Η Ελλάδα, μαζί με την Ιταλία, την Πολωνία, τηΒουλγαρία, την Κύπρο, την Τσεχία, την Εσθονία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία και τη Σλοβακία, συνυπογράφει κοινή πρωτοβουλία ενόψει της αναθεώρησης του ETS, συμβάλλοντας ενεργά στη διαμόρφωση μιας πιο ισορροπημένης και αποτελεσματικής ευρωπαϊκής προσέγγισης.
Με την πλειοψηφία αυτών των κρατών πετύχαμε ήδη, στο Έκτακτο Συμβούλιο Υπουργών Περιβάλλοντος στις 4 Νοεμβρίου 2025, την αναβολή του ETS2 για έναν χρόνο.
Η πρωτοβουλία δεν αμφισβητεί τον ρόλο του ETS ως του βασικού ευρωπαϊκού εργαλείου για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
Αντιθέτως, επιδιώκει να διασφαλίσει ότι το σύστημα θα συνεχίσει να υπηρετεί αποτελεσματικά τους περιβαλλοντικούς στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις νέες ευρωπαϊκές προτεραιότητες για ανταγωνιστικότητα, ενεργειακή ασφάλεια, κοινωνική συνοχή, στρατηγική αυτονομία και διατήρηση της βιομηχανικής παραγωγής εντός Ευρώπης.
Για την Ελλάδα, η αναθεώρηση του ETS έχει ιδιαίτερη σημασία. Η χώρα μας υλοποιεί με συνέπεια την ενεργειακή μετάβαση, επενδύοντας στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις, στις ενεργειακές υποδομές και στην ασφάλεια εφοδιασμού.
Παράλληλα, διαθέτει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά -όπως η νησιωτικότητα, η στρατηγική σημασία της ναυτιλίας, η εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα, αλλά και η ανάγκη διατήρησης μιας ανταγωνιστικής βιομηχανικής βάσης- τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον σχεδιασμό των ευρωπαϊκών πολιτικών.
Στο πλαίσιο αυτό,
η ελληνική θέση στηρίζεται στις ακόλουθες επτά βασικές προτεραιότητες, οι οποίες περιλαμβάνονται στην κοινή θέση των κρατών-μελών:
1.
Ρεαλιστική πορεία μείωσης των εκπομπών. Η μετάβαση πρέπει να παραμείνει φιλόδοξη αλλά και ρεαλιστική, παρέχοντας τον αναγκαίο χρόνο προσαρμογήςκαι στήριξης στη βιομηχανία και στο ενεργειακό σύστημα, ώστε να αποφευχθεί η απώλεια παραγωγικής δραστηριότητας και θέσεων εργασίας από την Ευρώπη.