Αλέκος Συσσοβίτης: Κάποια στιγμή χάρισα την τηλεόραση, αγόρασα 300 βιβλία και βούτηξα στη γνώση
Αυτοσυντήρηση, αυτοσαρκασμός, σταθερή διάθεση για αυτογνωσία, υψηλοί δείκτες τόλμης. Ισως ο μεγαλύτερος ρόλος που έχει παίξει ο δημοφιλής -και αυτοδίδακτος ηθοποιός να είναι ο ίδιος του ο εαυτός
Συνέντευξη στον Γιάννη Παναγόπουλο
Φωτογράφος Πάνος Γιαννακόπουλος
Επιμέλεια Styling Λίζη Παπάζογλου
Αυτό το καλοκαίρι βρίσκει τον Αλέκο Συσσοβίτη στην Ταράτσα του Θεάτρου Λαμπέτη με την παράσταση «Τακούνια στον βάλτο». Λίγες μέρες πίσω, μιλώντας μαζί του, όταν του πρότεινα «το παρόν είναι στη θέση του. Θα ήθελα να περνούσαμε και από το χθες σου», εκείνος είπε: «Καλύτερα όχι, ας μη γίνει αυτό». Υπέροχα. Η αποφυγή του, το ψωμί μου! Το «όχι» δεν στρογγυλεύει τα πράγματα, τους δίνει σχήμα, μέγεθος, γωνίες. Και όταν έρχεται ως πρόλογος σε διάλογο, το χαίρεσαι στα κρυφά. Μέσα σου γνωρίζεις ότι η απάντηση σε κάθε «όχι» είναι το «γιατί όχι;». Αυτός είναι ένας διάλογος βασισμένος στα «γιατί;» ενός αυτοδίδακτου ηθοποιού.
GALA: Γιατί είπες πως θα ήθελες να αποφύγουμε ερωτήσεις για το παρελθόν σου;
ΑΛΕΚΟΣ ΣΥΣΣΟΒΙΤΗΣ: Επειδή έχω πει την ίδια ιστορία άπειρες φορές. Δεν λέω, είναι ιντριγκαδόρικο το ότι ένας άνθρωπος ήταν εργάτης στην οικοδομή, μετά έγινε μοντέλο και μετά πήγε στο θέατρο, αλλά όλο αυτό έχει γίνει για μένα λίγο κασέτα. Υπάρχει λόγος να το επαναλάβω;
G.: Ας μη σταθούμε στην πρώτη ανάγνωση. Δεν είναι μόνο τα χιλιοειπωμένα λόγια ή το ποπ παραμύθι γύρω από το λαϊκό παιδί που πήγε κόντρα στη μοίρα του. Το 1995 σε θυμάμαι με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στο κλαμπ «Ρόδον» σε live των James Taylor Quartet. Σε θυμάμαι στα πάρτυ των Magna σε Αθήνα και Μύκονο. Διαμορφώθηκες μέσα σε μια εποχή που έχει ενδιαφέρον και ίσως δεν έχει αναλυθεί επαρκώς. Τότε και σήμερα, η εικόνα που έχω για σένα είναι: διαλέγω εγώ, δεν με διαλέγουν οι άλλοι.
ΑΛ.Σ.: Αν το δω αναδρομικά, όλα αυτά προέκυψαν από την ποιότητα των γονιών μου. Από το μεγάλωμα στο σπίτι. Ηταν φτωχοί άνθρωποι. Ο πατέρας μου οικοδόμος, η μάνα μου καθάριζε πολυκατοικίες, έκανε πλεκτά, ήταν πλέκτρα. Δούλευαν πάρα πολύ. Αλλά η ποιότητα του ήθους τους, η ηθική τους υπόσταση με χαρακτήρισαν. Ο πατέρας μου Ηπειρώτης, περήφανος. Η μάνα μου Πόντια, εργατική, οξυδερκής. Μου πέρασαν αυτές τις αξίες όχι με λόγια, αλλά με τη στάση της ζωής τους. Είναι φορές που μαθαίνεις πιο εύκολα βλέποντας το παράδειγμα του άλλου παρά ακούγοντας τις σοφίες του.
Πουκάμισο και παντελόνι Dolce & Gabbana, attica,
The Department Store
G.: Η πίστη στην εμπειρία ήταν έντονη στη γενιά σας.
ΑΛ.Σ.: Ναι. Στα 18, στα 20, αρχίζεις να πλάθεσαι. Και σ’ εκείνη την ηλικία, στη Θεσσαλονίκη, έκανα παρέα με μποέμ τύπους. Είχαν ασχοληθεί με τη ζωγραφική, την ποίηση, ψάχναμε πολύ το σινεμά. Εκείνο μας τοποθετούσε σε έναν κόσμο έξω από την πραγματικότητα της πόλης μας. Παράλληλα ακούγαμε και μουσική. Πολλή μουσική, διαφορετική μουσική.
G.: Ολα αυτά πού σε οδήγησαν;
ΑΛ.Σ.: Στα 16 μου πρωτοδούλεψα σε μπαρ στη Θεσσαλονίκη. Στα 17 μου, από το 1982 έως το 1985, ξεκίνησα να παίζω μουσική στο πιο εναλλακτικό μαγαζί της Μυκόνου, το «Mad Club». Πολύ μικρός βρέθηκα στα πικάπ με δίσκους βινυλίου. Επαιζα punk, new wave, dark πράγματα. Μετά ήρθε η διεύρυνση του μουσικού μου ορίζοντα. Πήγα στη world music, στο άφρο-λάτιν, στην τζαζ, στο funk, στη soul. Και επειδή ήθελα να ανακαλύψω τις ρίζες του ήχου που με μάγευε, άρχισα να ταξιδεύω στον κόσμο.
G.: Πόσο μακριά έφτασες για να το καταφέρεις;
ΑΛ.Σ.: Εχω πάει στην Αφρική δέκα φορές και το ερέθισμα ήταν μουσικό. Ακουγα μουσική από το Μάλι, πήγα στο Μάλι. Ακουγα μουσική από τη Σενεγάλη, πήγα στη Σενεγάλη. Οταν ακούς tribal, primitive, root music, πας εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν όλα. Και αυτό γίνεται κυτταρικό.
G.: Η ανάγνωση, τα βιβλία, πότε μπήκαν στη ζωή σου;
ΑΛ.Σ.: Κάποια στιγμή έκλεισα την τηλεόραση και την έδωσα στον κουμπάρο μου. Πήγα και αγόρασα 300 βιβλία, βούτηξα στη γνώση, σπούδασα μόνος μου. Θέατρο, Λογοτεχνία, Ιστορία. Από τα 20 μέχρι τα 30 έμαθα τον δρόμο. Από τα 30 μέχρι τα 40 ρίχτηκα με πάθος στην ανάγνωση, στην ανακάλυψη της γνώσης. Οι περίοδοι της ζωής σε μένα πήγαν ανάποδα.
G.: Είχες μια πορεία που πήγε κόντρα στο αναμενόμενο. Είσαι περήφανος γι’ αυτό;
ΑΛ.Σ.: Δεν θα έβαζα τη λέξη «υπερήφανος». Προτιμώ τη λέξη «ικανοποιημένος». Πλέον γνωρίζω ότι κατάφερα να δω ένα κομμάτι της ζωής πέρα από τα δικά μου στεγανά, ίσως πέρα από τον αρχικό μου προορισμό και πέρα από τα κοινωνικά πρότυπα μιας χώρας. Οταν βγαίνεις έξω, ανοίγει ο ορίζοντάς σου. Καταλαβαίνεις ότι ο εγκέφαλος έχει μεγάλο περιθώριο φαντασίας και αποδοχής. Είναι σφουγγάρι. Θέλει να ρουφήξει τα μη αναμενόμενα ερεθίσματα, το απολαμβάνει αυτό.
G.: Εχεις μείνει ποτέ με άδεια τσέπη για να στηρίξεις τις επιλογές σου;
ΑΛ.Σ.: Οχι μόνο με άδεια τσέπη, αλλά και φορτωμένος δανεικά. Μετά την «Ελεύθερη Κατάδυση» του Γιώργου Πανουσόπουλου, που βγήκε στις αρχές του ’95 και ήταν ουσιαστικά η πρώτη μου εμφάνιση, μέχρι περίπου το «Είσαι το ταίρι μου», στις αρχές της δεκαετίας του 2000, υπήρξε μια περίοδος που ήμουν πολύ ζορισμένος οικονομικά. Είχα προτάσεις, είχε γίνει ντόρος με την ταινία, αλλά έπρεπε να λέω πολλά «όχι» για να μπορώ να είμαι επιλεκτικός. Αντιλαμβανόμουν ότι έμπαινα σε έναν χώρο όπου ήμουν απαίδευτος. Επρεπε να αντιμετωπίσω τις ελλείψεις μου και η γνώση ερχόταν πρώτη ανάμεσά τους. Κλείστηκα στο σπίτι, πήρα δανεικά από κολλητούς, διάβαζα, προετοίμαζα τον εαυτό μου. Από τα 16 μου δεν είχα ζητήσει λεφτά από κανέναν. Μόνο τότε το έκανα. Και τα γύρισα πίσω.
G.: Οι φίλοι σου δάνεισαν στον Αλέκο το φιλαράκι ή στον Αλέκο που αναζήτησε την αυτοεκπαίδευση και γνώση;
ΑΛ.Σ.: Και τα δύο. Στο φιλαράκι που ήθελε να σπουδάσει με τον τρόπο του. Και όταν χρειάστηκαν αυτοί χρήματα, ήμουν εκεί για να τους δώσω δέκα φορές περισσότερα.
G.: Ποιο είναι το βιβλίο που άλλαξε τη ζωή σου;
ΑΛ.Σ.: Το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» του Νίτσε. Οταν έκανα την «Αίθουσα του Θρόνου», το 1998 με 2000, ήταν το βιβλίο που με στιγμάτισε, με στήριξε. Εκείνη η περίοδος ήταν τραυματική. Ψυχολογικά είχα ζοριστεί: η άνοια της μητέρας μου, οι γιατροί. Η ένταση ήταν πολύ μεγάλη. Ηρθε ένα βιβλίο στα χέρια μου που το να το διαβάσω ήταν αγώνας αντοχής. Με έπιαναν τα κλάματα και δεν το κατανοούσα πάντα απόλυτα. Με στιγμάτισε όμως. Μετέπειτα με επηρέασε πολύ και ο Κρισναμούρτι, κυρίως στην προσέγγισή του στα θέματα της ψυχής, της αγάπης, του εαυτού, της σκέψης και της μνήμης.
G.: Τώρα παίζεις στο έργο «Τακούνια στον βάλτο» στο Θέατρο Λαμπέτη. Πώς προέκυψε αυτή η παράσταση;
ΑΛ.Σ.: Με τον Αιμίλιο Χειλάκη έχουμε βαθιά εκτίμηση ο ένας στον άλλο. Με την Αθηνά Μαξίμου, τη γυναίκα του, έχω κάνει στον ALPHA το «Χορεύοντας στη σιωπή» και γίναμε πολύ φίλοι. Οταν ήρθε η πρόταση για το έργο του Ακη Δήμου, με τον οποίο έχω συνεργαστεί στο παρελθόν, δέχτηκα αμέσως.
Πουκάμισο και παντελόνι Dolce & Gabbana, attica,
The Department Store
G.: Τι πραγματεύεται το έργο;
ΑΛ.Σ.: Είναι μια σύγχρονη πολιτική ποπ κωμωδία, αλλά ουσιαστικά μιλάει για τον διχασμό της ύπαρξης. Τι συμβαίνει μέσα μας, ανάμεσα στον άνθρωπο που είναι αλαζόνας και στον άνθρωπο που είναι ανιδιοτελής. Για τον ίδιο άνθρωπο μιλάμε. Μέσα μας κατοικούν και οι δύο.
G.: Καταπιάνεται με την πολιτική εξουσία και τον τρόπο άσκησής της σήμερα;
ΑΛ.Σ.: Ναι. Το έργο μιλάει για την κατάρρευση των ιδεολογιών, την παγκοσμιοποίηση, την κυριαρχία του χρήματος, το ψέμα και την αλήθεια. Δεν μιλάει για κάτι μακρινό. Μιλάει για εμάς σε ενεστώτα χρόνο.
G.: Πολιτική εξουσία ίσον διαφθορά δηλαδή;
ΑΛ.Σ.: Αυτό είναι το εύκολο άλλοθι: να δείχνουμε συνέχεια τους πολιτικούς. Στην Ελλάδα συνήθως λέμε ότι φταίνε εκείνοι. Μόνο που εκείνοι είναι συνέχεια μιας επιλογής μας. Η πολιτική είναι κομμάτι του Ελληνα. Το θέμα δεν είναι να καταγγείλουμε απλώς τη διαφθορά. Το θέμα είναι να δούμε πόσο διπλοί, δισυπόστατοι και διεφθαρμένοι μπορούμε να γίνουμε κι εμείς όταν βρεθούμε στην κατάλληλη καρέκλα.
G.: Αν δεχτούμε ότι μας περισσεύει η υποκρισία, τι είναι αυτό που μας λείπει;
ΑΛ.Σ.: Η αυτογνωσία. Πρέπει να συστηθούμε μαζί της κάποια στιγμή. Να παραδεχτούμε ότι οι εποχές άλλαξαν, οι ιδεολογίες πέθαναν, οι βεβαιότητες τελείωσαν. Και μέσα σε όλα αυτά να βρούμε έναν τρόπο να παραμείνουμε άνθρωποι. Αυτό είναι το δύσκολο. Να παραμένεις καθαρός όταν έρθει η στιγμή που μπορείς να βάλεις το χέρι στο μέλι ◆