LIVE

Κορωνοϊός

Παραίτηση Φαμπρ: Από τα «παλλόμενα πέη» στο φιάσκο Μπαλτά

Παραίτηση Φαμπρ: Από τα «παλλόμενα πέη» στο φιάσκο Μπαλτά

Επιβεβαιώνεται ότι ο συγκεκριμένος υπουργός πορεύεται με μόνη πυξίδα τους δικούς του ευσεβείς πόθους -αλλά όλο και πιο μακριά από την πραγματικότητα

Ύστερα από 53 ημέρες «σταδιοδρομίας» ως καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών, ο Γιαν Φαμπρ αποτελεί κιόλας παρελθόν. Επισήμως προσελήφθη στις 10 Φεβρουαρίου και παραιτήθηκε στις 2 Απριλίου 2016, πιθανώς σημειώνοντας ένα ανεπίσημο ρεκόρ ταχύτητας στην κατηγορία «θητεία επικεφαλής ελληνικού πολιτιστικού φορέα». Κυρίως, όμως, το όνομα του Γιαν Φαμπρ συνδέθηκε με ένα κυβερνητικό φιάσκο πρώτου μεγέθους, καθώς άθελά του ανέδειξε την πλήρη έκταση της προχειρότητας, του αφελούς μεγαλοϊδεατισμού, των συμπλεγμάτων επαρχιωτισμού και, τελικά, της κραυγαλέας ανεπάρκειας του νυν υπουργού Πολιτισμού. Η παραίτηση του Γιαν Φαμπρ έγινε τάχιστα, μολονότι ο ίδιος υπήρξε μάλλον θύμα και όχι εμπνευστής μιας άφρονος πολιτικής από το ΥΠΠΟ σε σχέση με την καθολική «αναμόρφωση» του Φεστιβάλ Αθηνών. 

Απεναντίας, ο κ. Αριστείδης Μπαλτάς, ο οποίος με τις επιλογές του έχει τινάξει κυριολεκτικά στον αέρα έναν θεσμό εμβληματικό για τον σύγχονο ελληνικό πολιτισμό, παραμένει κανονικά στη θέση του. Το μόνο δείγμα ευθιξίας που θέλησε να δείξει ο κ. Μπαλτάς, δεν εκδηλώθηκε βέβαια με την υποβολή της δικής του παραίτησης ύστερα από το φιάσκο Γιαν Φαμπρ. Παρόλο που υπ' ευθύνη του συντελέστηκε η εκ βάθρων διάλυση του Φεστιβάλ, το μόνο που έχει να καταθέσει είναι η συνήθης παραπειστική και εν αμαρτίαις επιχειρηματολογία. 

Στη δήλωσή του επ' αφορμή της παραίτησης Φαμπρ o κ. Μπαλτάς επιδόθηκε στη συνωμοσιολογία και αναζήτησε οπουδήποτε αλλού εκτός από το υπουργείο του (ή το ίδιο του το γραφείο) τους ενόχους για την κωμικοτραγική κατάσταση που ο ίδιος δημιούργησε. Κατά τον υπουργό, φταίνε τα πολιτικά κόμματα, εννοείται τα επάρατα ΜΜΕ, ακόμη και οι καλλιτέχνες που ο ίδιος περιφρόνησε, αποκλείοντάς τους από το Φεστιβάλ. Όλοι αυτοί, σε μια σατανική συμπαιγνία κατά τον κ. Αριστείδη Μπαλτά, κατάφεραν να διώξουν τον Γιαν Φαμπρ, πριν καλά-καλά αρχίσει να υλοποιεί τα σχέδιά του. Τα οποία, ως γνωστόν, θα ξεκινούσαν σε πρώτη φάση από την βελγο-ποίηση του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου, με κορωνίδα της όλης προσπάθειας την 24ωρη παράσταση του ίδιου του Φαμπρ, «Mount Olympus», περιβόητη πλέον για τα στροβιλιζόμενα πέη που πρωταγωνιστούν και ενδεχομένως υπνωτίζουν το κοινό επιτυγχάνοντας την μέθεξη στο θέαμα. 



Συγκεκριμένα, η ανακοίνωση που εξέδωσε το ΥΠΠΟ ύστερα από την παραίτηση του Φαμπρ, υπογράμμιζε τον προβληματισμό και τη λύπη του υπουργού: «Η επιλογή της παραίτησης υπήρξε αποτέλεσμα της συντονισμένης επίθεσης που δέχτηκε ο Jan Fabre από πολιτικά κόμματα, Μ.Μ.Ε. και μέρους του καλλιτεχνικού κόσμου. Οι επιτιθέμενοι χαρακτήρισαν συλλήβδην ως ανθελληνικό ένα δομημένο τετραετές πρόγραμμα, το οποίο αποσκοπούσε όχι απλώς στη διεύρυνση του ούτως ή άλλως διεθνούς χαρακτήρα του Φεστιβάλ, αλλά και στη διεθνοποίηση της ίδιας της ελληνικής καλλιτεχνικής δημιουργίας. Θεώρησαν persona non grata έναν διεθνώς  καταξιωμένο δημιουργό και απαξίωσαν συνολικά και οργανωμένα το καλλιτεχνικό του έργο καταρρακώνοντας έτσι κάθε έννοια ελευθερίας στην καλλιτεχνική έκφραση. Σε απόλυτο συγχρονισμό, Μ.Μ.Ε., αποσπασματικά και στοχευμένα εστίασαν σε ένα ελάχιστο σημείο ενός έργου του, παράγοντας πλήρως παραπλανητικές εντυπώσεις και παίζοντας με το δημόσιο αίσθημα.

» Οι βεβιασμένες αντιδράσεις των καλλιτεχνών, πριν καν ανακοινωθεί το πλήρες πρόγραμμα του Φεστιβάλ, μέσα μάλιστα από την παραπειστική επιχειρηματολογία περί αφελληνισμού του θεσμού, οδηγούν σε θλιβερούς συνειρμούς σε σχέση τόσο με την ελευθερία του λόγου και της έκφρασης στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, όσο και με την επιδιωκόμενη θέση της στο σύγχρονο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.

» Η εξέλιξη αυτή αποτελεί ενδιαφέρουσα αντιστροφή αυτού που κατά κανόνα συμβαίνει στην ανθρώπινη ιστορία, όπου οι πνευματικές δυνάμεις διεκδικούν την ελευθερία του λόγου και υπεραμύνονται αυτής έναντι της πολιτικής εξουσίας. Στη δική μας ιστορία φαίνεται δυστυχώς να συνέβη το αντίστροφο».

Η δήλωση του κ. Μπαλτά δεν αντέχει σε ιδιαίτερη κριτική και, δυστυχώς για τον ελληνικό πολιτισμό που υποτίθεται πως διακονείται με δική του φροντίδα, το συγκεκριμένο δελτίο τύπου επιβεβαιώνει ότι ο συγκεκριμένος υπουργός πορεύεται με μόνη πυξίδα τους δικούς του ευσεβείς πόθους -αλλά όλο και πιο μακριά από την πραγματικότητα. Διότι, αν μη τι άλλο, αυτό που ο κ. Μπαλτάς θεωρεί σαν «δομημένο τετραετές πρόγραμμα» είναι στην καλύτερη περίπτωση ένα προσχέδιο αρχών, ένα αφηρημένο κείμενο που συνετάχθη με κάθε επιφύλαξη από τον Γιαν Φαμπρ και τους (αλλοδαπούς) συνεργάτες του. Δομημένο πρόγραμμα δεν υπάρχει ούτε καν για το φετεινό καλοκαίρι, κάτι που φρόντισε να καταστήσει σαφές ο ίδιος ο Φαμπρ επικαλούμενος την πλήρη άγνοιά του για το ελληνικό γίγνεσθαι. 


Η εκδίωξη Λούκου

Ωστόσο, η όλη υπόθεση Γιαν Φαμπρ ήταν ένα φιάσκο που απλώς περίμενε να συμβεί, η τραγελαφική του κατάληξη ήταν σχεδόν προγραμματισμένη: Το Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου έπρεπε να πάρει κι αυτό τη σειρά του για να ξαπλώσει στη χειρουργική κλίνη της «πρώτης/δεύτερης φοράς αριστερά», είτε χρειαζόταν θεραπεία, είτε όχι. Κατ' αρχήν υπήρξε μια συντονισμένη εκστρατεία απαξίωσης, υπονόμευσης -στα όρια της συκοφάντησης- του κ. Γιώργου Λούκου, του προηγούμενου Προέδρου και καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ. Εν περιλήψει, επί των ημερών του, ο θεσμός γνώρισε τη μέγιστη άνθησή του, αναπτύχθηκε καλλιτεχνικά και ανοίχτηκε κοινωνικά, τιμώντας με έναν σύγχρονο τρόπο, πάνω από όλα το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Θα αρκούσε μόνο η αναφορά στον «Ριχάρδο τον Γ'» που παίχτηκε στο θέατρο-μνημείο για να συνοψίσει το τι είχε καταφέρει ο Λούκος ως προς την διεθνοποίηση -την ουσιαστική, όμως, όχι την προσχηματική «αλα Μπαλτάς»- του Φεστιβάλ. Ας συγκρίνει με τα βέλγικα πέη ο κ. υπουργός την αίσθηση που απεκόμισαν και πιθανότατα θα διατηρούν για το υπόλοιπο του βίου τους όσοι τυχεροί παρακολούθησαν το 2011 τον Κέβιν Σπέισι, ένα τέρας της υποκριτικής τέχνης, να συγκλονίζει το κοινό της Επιδαύρου στην κορύφωση του σεξπιρικού έργου ερμηνεύοντας το ρόλο του κρεμασμένος ανάποδα. Ας συγκρίνει ο κ. Μπαλτάς τη συγκίνηση του κοινού για τον αριστουργηματικό «Αμφιτρύωνα», την τελευταία παράσταση του Λευτέρη Βογιατζή στην Επίδαυρο, με οποιονδήποτε βορειοευρωπαϊκό μεταμοντερνισμό τύπου «Mount Olympus».

Αλλά ο Λούκος δεν χρειαζόταν καν τον Κέβιν Σπέισι ή τον Σαμ Μέντες για να γεμίσει και να αυτο-διαφημίσει το Φεστιβάλ. Μια «Γκόλφω» δια χειρός Νίκου Καραθάνου, μια «Ελένη» και ένας «Ορέστης» από τον Καραντζά ή τον Κακάλα αρκούν -για να μείνουμε μόνο στα πολύ πρόσφατα. Ο Λούκος στήριξε -σχεδόν μέχρι παρεξηγήσεως- τους Έλληνες δημιουργούς, στην ουσία δημιούργησε έναν ολόκληρο κόσμο με νέους χώρους και νέους θιάσους -αλλά και ένα νέο κοινό: Χιλιάδες Έλληνες έμαθαν ότι το Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου δεν πάσχει (πλέον) από αρτηριοσκλήρυνση, ότι πχ το αρχαίο δράμα μπορεί να είναι κάτι άλλο από χλαμύδες, κωμικές περούκες, βαρύ μακιγιάζ και στομφώδεις ερμηνείες.

Ωστόσο, ο Γιώργος Λούκος εκδιώχθηκε στο τέλος του 2015, με «μπόνους» τη ρετσινιά της κακοδιαχείρισης του Φεστιβάλ. Το οποίο, σύμφωνα με τα καινούργια δεδομένα, υπό την καθοδήγηση του Jan Fabre και για την περίοδο 2016-2019, θα έκοβε κάθε δεσμό με το παρελθόν, θα άλλαζε ακόμη και ονομασία: Στο εξής θα λέγεται «Διεθνές Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου» αντί για «Ελληνικό Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου», «Ελληνικό Φεστιβάλ» κ.λπ. 


Άσχετος, πλην οραματιστής και curator
 
Η ιδέα που είχε ο Φαμπρ για τον εαυτό του ως καλλιτεχνικού διευθυντή, ήταν, όπως ο ίδιος τόνιζε με κάθε ευκαιρία, αντίστοιχη του επιμελητή εκθέσεων (curator). Αυτό σήμαινε αυτομάτως ότι δεν θα ασχολιόταν καθόλου με κρίσιμα ζητήματα διαχείρισης πχ με το εάν το πρώην εργοστάσιο Τσαούσογλου στην Πειραιώς μπορεί να λειτουργήσει χωρίς ηλεκτροδότηση από τη ΔΕΗ, αλλά όλες οι παραστάσεις που δίνονται εκεί να είναι sold-out όπως συνέβαινε επί Λούκου. Αντιθέτως, ο Φαμπρ θα εισέφερε την υψηλή καλλιτεχνική εποπτεία, την έμπνευση και βεβαίως την πρωτοτυπία της ανατρεπτικής του αισθητικής. Το πώς όλα αυτά θα υλοποιούνταν, ώστε ένα ελληνικό φεστιβάλ να γίνει παγκόσμιο, ήταν κάτι που, προφανώς, κρίθηκε ως επουσιώδες. Έτσι, όπως ήταν φυσικό για έναν καλλιτεχνικό νου που δεν έχει ιδέα από πολιτιστική διαχείριση και, κυρίως, ούτε καν φαντάζεται τις ελληνικές ιδιαιτερότητες, ο Γιαν Φαμπρ κατέληξε την προηγούμενη εβδομάδα να συναντά τους εκπροσώπους των ελληνικών ΜΜΕ σε μια συνέντευξη τύπου. Αυτή θα ήταν και η τελευταία. 

Οι καλλιτέχνες, σε μία από τις σπάνιες φορές που έδειξαν πνεύμα συσπείρωσης, δήλωσαν προσβεβλημένοι εξαιτίας του αποκλεισμού τους με βάση τον βελγο-κεντρικό χαρακτήρα που είχε οραματιστεί ο Fabre για το Φεστιβάλ. Δίπλα στο ηθικό, υπήρχε και το απολύτως υλικό ζήτημα της εργασίας: Δεκάδες άνθρωποι της τέχνης βασίζουν τον βιοπορισμό τους στις παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου. Αντί για δουλειά, όμως, ο κ. Μπαλτάς τους έταξε προνομιακή είσοδο στους χώρους όπου θα μπορούσαν να θαυμάζουν τους Βέλγους συναδέλφους τους να «διεθνοποιούν» τον ελληνικό θεσμό. 

Εάν η οργισμένη διαμαρτυρία των καλλιτεχνών δεν ήταν αρκετή για να πείσει τον υπουργό ότι οδηγούσε το Φεστιβάλ κατευθείαν στα βράχια, εάν η κατακραυγή στα ΜΜΕ χρεωνόταν σε υποβολιμαίες τακτικές εναντίον του κ.λπ, με την αντίδραση του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ ο κ. Μπαλτάς σίγουρα δεν θα ήξερε τι να κάνει. Σε ανακοίνωσή του, το τμήμα Πολιτισμού του κυβερνώντος κόμματος, επεσήμαινε στον υπουργό εν ολίγοις ότι, στερώντας την εργασία από τους Έλληνες δημιουργούς και καλλιτέχνες, το Φεστιβάλ Αθηνών δεν θα γίνει περισσότερο διεθνές. Εξάλλου, διεθνές είναι έτσι κι αλλιώς -και ήταν ανέκαθεν. 

Και τελικά, μετά και από τον σάλο γύρω από το Mount Olympus και την προοπτική να ανέβουν τα «Παλλόμενα Πέη» στην Επίδαυρο, ο Γιαν Φαμπρ άρχισε να γίνεται, μέσα σε ελάχιστες ώρες, persona non grata. Η συνάντησή του με τον πρωθυπουργό και η δήλωση του κ. Τσίπρα ότι «παρακολουθεί» τις επιλογές του Βέλγου, ήταν σημαδιακή: Θύμιζε λίγο τη «στήριξη» που παρέχουν οι πρόεδροι των ποδοσφαιρικών ομάδων στους υπό δυσμένεια προπονητές, λίγο πριν τους απολύσουν. 

«Δεν επιθυμώ να εργαστώ σε ένα εχθρικό καλλιτεχνικό περιβάλλον, στο οποίο προσήλθα με ανοιχτό μυαλό και ανοιχτή καρδιά» δήλωνε στην επιστολή παραίτησής του ο Γιαν Φαμπρ. Και συμπλήρωνε, πάντα με τη γνωστή ειρωνεία που χαρακτηρίζει το έργο του ως μετρ της ρηξικέλευθης σύγχρονης τέχνης, «εύχομαι στους Έλληνες καλλιτέχνες καλή τύχη στη δουλειά τους και στο Φεστιβάλ τους». Μιας και ο ίδιος παρουσίασε το όραμά του για ένα πολυπολιτισμικό ελληνικό Φεστιβάλ δείχνοντας μια φωτογραφία της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου του Βελγίου, θα έπρεπε να ξέρει ότι στην Ελλάδα πέτυχε ο Ρεχάγκελ και απέτυχε ο Ρανιέρι. Το γιατί είναι μια τεράστια συζήτηση, σίγουρα όμως έχει να κάνει με το πώς οι θεσμικοί προϊστάμενοί τους αντιλαμβάνονται το παιχνίδι. Και στην περίπτωση του Γιαν Φαμπρ, ο υπουργός, παρά το αξιοσέβαστο πανεπιστημιακό του στάτους, απέτυχε να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στη φυγόκεντρο και την κεντρομόλο. Δηλαδή, ανάμεσα σε ένα Φεστιβάλ που θα διαδώσει τον ελληνικό πολιτισμό στον κόσμο και σε έναν ερμαφρόδιτο θεσμό που μόνο χωρικά θα βασίζεται στην Ελλάδα, αλλά θα πρωταγωνιστούν Βέλγοι και λοιποί αλλοδαποί Ευρω-πέη.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

Ρoή Ειδήσεων

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα

Δείτε Επίσης