Βασίλης Αδαμόπουλος

Ιστορίες καλοκαιρινής τρέλας

Βασίλης Αδαμόπουλος

Να λοιπόν που ο Έκο διαψεύδεται για άλλη μια φορά.
Και αυτός ο Αύγουστος ήταν γεμάτος ειδήσεις. Όπως και ο Ιούλιος.
Και τι ειδήσεις…

Τόσο σημαντικές και τόσο απρόσμενες, ώστε να στείλουν σε… άδεια και τη δική μας πατροπαράδοτη επαγγελματική καλοκαιρινή ραστώνη.
Γεγονότα με τόσο έντονη φόρτιση και τόσο έντονες συναισθηματικές εναλλαγές, ώστε να πιστέψει κανείς ότι μια παράξενη μοίρα έχει βαλθεί να μας κάνει να κλαίμε συνεχώς, το φετινό καλοκαίρι.

Πότε από πόνο και οδύνη. Πότε από συγκίνηση και υπερηφάνεια. Και πότε από ανακούφιση και χαρά.
Από την τραγωδία στο Μάτι, την μεγαλύτερη μεταπολιτευτική συμφορά που βρήκε τον τόπο, στις επιτυχίες των χρυσών παιδιών του αθλητισμού και την απελευθέρωση των παλικαριών μας από τις τουρκικές φυλακές.
Σε τέτοια γεγονότα, θα έλεγε κανείς, πως οτιδήποτε τολμήσει να συγκριθεί είναι επιεικώς ασήμαντο. Και ανάξιο σχολιασμού.

Δυστυχώς, όμως, η ζωή εξακολουθεί να γράφει ασταμάτητα μικρές ιστορίες καθημερινής τρέλας, που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επηρεάζουν ή και καθορίζουν την συνολική μας πορεία.

Έτσι, το ελληνικό καλοκαίρι, είναι για άλλη μια χρονιά ταυτισμένο και με τις ιστορίες αυτές, που γράφονται στα νησιά και γενικώς στα θέρετρα, σε δόξα των κάθε λογής αρπακτικών και μονίμως εις υγείαν των κορόιδων.

Τα τελευταία επτά καλοκαίρια, περνώ πάντα ένα μέρος των διακοπών μου, στη Νάξο. Την ερωτεύτηκα, από την πρώτη στιγμή, που την επισκέφθηκα.
Το έπαθε ο μακαρίτης ο Μπουρντέν. Και χιλιάδες διάσημοι και μη επισκέπτες του νησιού. Πώς εγώ να αποτελέσω εξαίρεση;
Βέβαια ο Μπουρντέν, όπως και οι περισσότεροι από τους φετινούς επισκέπτες της, γνώρισαν την Νάξο στην κορύφωση της τουριστικής της «ανάπτυξης».
Αυτή την «ανάπτυξη», προσωπικά έτυχε να την ζήσω από την πρώτη στιγμή την τελευταία δεκαετία. Ίσως γι’ αυτό φέτος η έκπληξη και η απογοήτευσή μου ήταν παταγώδης.

Το συγκεκριμένο Κυκλαδονήσι, ζούσε πάντα στη σκιά της Πάρου και της Μυκόνου. Για να λέμε όλη την αλήθεια, τουριστικά, έπαιρνε τα περισσεύματα των δύο αυτών καυχημάτων της ελληνικής τουριστικής βιομηχανίας. Τους Ναξιώτες, δεν φαίνεται να τους πολυπείραζε.
Ουδέποτε φάνηκε να επιδιώκουν ιδιαίτερα την τουριστική ανάπτυξη μέχρι το 2010. Ίσως επειδή το νησί τους έχει τη σημαντικότερη πρωτογενή παραγωγή των Κυκλάδων. Ίσως επειδή είχε μάθει για χρόνια να επιβιώνει βασιζόμενο σε αυτή την παραγωγή και στα έσοδα που έφερναν ναυτικοί και καραβοκύρηδες.
Κάπου εκεί, όμως, στις αρχές της δεκαετίας που διανύουμε, κάποιοι Ναξιώτες που αγαπούν τον τόπο τους και τον βοηθάνε όπως και όσο μπορούν χωρίς να περιμένουν ανταλλάγματα, αποφάσισαν να κάνουν το νησί τους αυτόνομο και δημοφιλή τουριστικό προορισμό.

Με σκληρή προσπάθεια, πολλή δουλειά και επιμονή οι κόποι τους ανταμείφθηκαν. Δεν ήταν εύκολο. Το νησί δεν είχε τις υποδομές. Και το κόστος της ακτοπλοϊκής μετάβασης ήταν και παραμένει κρίσιμος παράγων.

Η Νάξος, όμως, έχει την ικανότητα να σε γοητεύει αθεράπευτα. Οι μοναδικές παραλίες της. Τα πανέμορφα ορεινά χωριά της. Η απλότητα των ανθρώπων της. Η ασύγκριτα απολαυστική γαστρονομία της, απότοκος και αυτή των τοπικών της προϊόντων είναι μαγνήτες για όσους επισκέπτονται το νησί. Νυχτερινή ζωή δεν «παίζει», αλλά έτσι κι αλλιώς η Νάξος δεν απευθύνεται σε τουρίστες που την αποζητούν.

Τα τελευταία χρόνια το νησί, κέρδιζε όλο και περισσότερους επισκέπτες, όλο και περισσότερους θαυμαστές και καταξίωσε τη φήμη του μέσα από τις δημοφιλέστερες τουριστικές και μη ιστοσελίδες και διεθνή τηλεοπτικά δίκτυα, με αποκορύφωμα την ανάδειξή του από το CNN, ως τον κορυφαίο τουριστικό προορισμό στην Ελλάδα.

Δυστυχώς, ενώ συνέβαιναν όλα αυτά, ουσιαστικά τίποτα δεν άλλαζε στις υποδομές του νησιού. Πολύ περισσότερο, μάλιστα τίποτα δεν άλλαζε στη διάθεση των τοπικών και μη παραγόντων να βάλουν μπροστά ένα φιλόδοξο σχέδιο αναβάθμισης του τόπου.
Ακόμα και οι επενδύσεις που έγιναν βασίστηκαν στον φθηνό εντυπωσιασμό και στο εύκολο κέρδος.

Τα αρπακτικά του χώρου, αν και αρχικά συμμαζεύτηκαν, σταδιακά βρήκαν ζωτικό χώρο να ευδοκιμήσουν και φέτος κυριολεκτικά αποθρασύνθηκαν.
Θα αναφέρω, ενδεικτικά, τρία μόνο περιστατικά για να γίνω κατανοητός.

Στον Άγιο Προκόπιο, όπου βρίσκεται η δημοφιλέστερη και η πιο διάσημη παραλία του νησιού, με νερά που δεν υπάρχουν αλλού στις Κυκλάδες και χιλιάδες καθημερινούς επισκέπτες και παραθεριστές είναι πιο πιθανό να βρεις στο δρόμο το χρυσό δελτίο του τζόκερ, παρά κάδο απορριμμάτων. Όχι μόνο στην παραλία, αλλά σε ολόκληρο τον οικισμό. Επιχείρησα να επικοινωνήσω με τον Δήμο για να παραπονεθώ. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, αλλά όσες φορές τηλεφώνησα, όχι μόνο δεν εντόπισα έναν, έστω έναν, αρμόδιο να μου απαντήσει (η αντιδήμαρχος καθαριότητας ήταν μονίμως απούσα) αλλά έλαβα και την απαξιωτική παρατήρηση «τι θέλω κι ασχολούμαι».

Στην παραλία, οι επαγγελματίες της… ομπρελοξαπλώστρας, έπαθαν Ψαρρού. Άλλη τιμή μπροστά στο κύμα. Άλλη τρία μέτρα πίσω και άλλη τρία μέτρα πιο πίσω. Φυσικά χωρίς απόδειξη (οι περισσότεροι) και στις τρεις περιπτώσεις.
Αντιπαρέρχομαι το κόστος του καφέ και των κάθε λογής σνακς (επίσης χωρίς απόδειξη τις περισσότερες φορές). Πάντως με οικογένεια δεν καθαρίζεις με λιγότερα από 30-35 ευρώ την ημέρα.

Κι έρχομαι στο κερασάκι στην τούρτα. Τα δύο μεγαλύτερα εμπορικά καταστήματα της περιοχής (κάτι μεταξύ σούπερ μάρκετ με τουριστικό κατάστημα και καπνοπωλείο μαζί) δεν διαθέτουν POS. Ούτε φυσικά κόβουν (και αυτά) πάντα απόδειξη.
«Μα αυτό είναι παράνομο», προσπάθησα να διαμαρτυρηθώ σε έναν από τους ιδιοκτήτες.
«Ο καθένας κάνει τις επιλογές του», με αποστόμωσε.

Ξέρετε ποιο είναι το μεγαλύτερο καλαμπούρι;
Όταν τηλεφώνησα για να διαμαρτυρηθώ στην λεγόμενη «Οικονομική Αστυνομία» δήλωσαν αναρμόδιοι και με κάλεσαν να αναζητήσω στο Ίντερνετ την αρμόδια υπηρεσία!

Τη Νάξο, ασφαλώς εξακολουθώ να την αγαπώ. Και προφανώς θα συνεχίσω να την επισκέπτομαι, γυρίζοντας την πλάτη στα λαμόγια και τα κάθε λογής αρπακτικά του καλοκαιριού.

Όμως, αναρωτιέμαι. Θα κάνουν το ίδιο όλοι οι επισκέπτες της; Και κυρίως οι αλλοδαποί -κατά κύριο λόγο Ιταλοί και Γάλλοι- που ανακάλυψαν πρόσφατα το νησί;
Δεν είμαι σε θέση να απαντήσω.

Πάντως, η Νάξος ήταν διάσημη από την αρχαιότητα για τις προδοσίες της.
Στην Πορτάρα, το πιο εμβληματικό μνημείο του νησιού, ο Θησέας παράτησε την Αριάδνη, κόρη του βασιλιά Μίνωα, παρά τις υποσχέσεις που της είχε δώσει ότι θα την παντρευτεί και παρά το γεγονός ότι τον βοήθησε ώστε να σκοτώσει τον Μινώταυρο. Βέβαια ο Διόνυσος ερωτεύτηκε την Αριάδνη κι έσωσε την παρτίδα.
Από τότε, όμως, πέρασαν πολλά πολλά χρόνια.
Και οι από μηχανής θεοί, έμειναν μόνο στη μυθολογία…

ΣΧΟΛΙΑ (1)

Ασύδοτος

Τη Παναγιά πρέπει να φωνάξουν να κάνει το θαύμα της χε χε χε

Prospero

Όχι "μεταπολιτευτική" αλλά ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ συμφορά. Γενικά όλες οι συμφορές που μας βρήκαν είναι μεταπολεμικές. Όσο για εσας αλλά και για κάθε άλλο νεοέλληνα που πιστεύει ότι ο όρος "μεταπολιτευτικά" (τι όρος και αυτός ) σηματοδοτεί κάτι, απλά διαιωνίζουν τον εθνικό διχασμό. Πουθενά στον κόσμο σε χώρες που βίωσαν χούντα δεν υπάρχει τέτοιος όρος, παρά μόνο εδώ. Δημοκρατία ΔΕΝ σημαίνει ασυδοσία. Να τους χαίρεσαι λοιπόν τους νεοέλληνες με την νοοτροπία του ραγιά και τις συνήθειες των οθωμανών.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
Απομένουν χαρακτήρες
* Υποχρεωτικά πεδία