Έφυγε από τη ζωή η Νοτιοαφρικανική νομπελίστρια συγγραφέας Ναντίν Γκόρντιμερ, σε ηλικία 90 ετών. Ήταν μια από τις δυνατότερες λογοτεχνικές φωνές κατά του καθεστώτος του απαρτχάιντ, ενώ το 1991 είχε βραβευθεί το 1991 με το Νόμπελ Λογοτεχνίας και ήταν μέλος του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου, όταν το κόμμα ήταν απαγορευμένο. Στο πλευρό της μέχρι το τέλος στάθηκαν τα παιδιά της Χιούγκο και Οριάνε. Πέθανε το απόγευμα της Κυριακής στο σπίτι της στο Γιοχάνεσμπουργκ.
Κόρη Εβραίων μεταναστών ρωσικής καταγωγής, γεννήθηκε το 1923 στο Σπρινγκς, μια πολίχνη δίπλα στο Γιοχάνεσμπουργκ, στη Nότια Aφρική. Ήταν παντρεμένη με τον έμπορο έργων τέχνης Ράινχολντ Κάσιρερ και μητέρα τριών παιδιών.
Στα δεκαπέντε της χρόνια δημοσίευσε το πρώτο της διήγημα, ενώ είχε αρχίσει να γράφει ήδη από εννέα της χρόνια. H πρώτη της συλλογή διηγημάτων, με τίτλο Face to Face (Πρόσωπο με πρόσωπο), δημοσιεύτηκε το 1949 και ακολούθησαν άλλες οκτώ συλλογές διηγημάτων και έντεκα μυθιστορήματα. Το 1974 κέρδισε το Βραβείο Μπούκερ και το 1991 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου της.
Η ιστορία του γιου μου, Ένας τυχαίος εραστής, Οι άνθρωποι του Τζούλι, Λέγοντας ιστορίες, Μια ιδιοτροπία της φύσης, Ο Μπετόβεν ήταν κατά το 1/16 μαύρος, Ο συντηρητής, είναι μερικά από τα πιο γνωστά της βιβλία παγκοσμίως.
Η δυνατή «φωνή» κατά του απαρτχάιντ
Δεν δίστασε να τα βάλει με τους πιο δυνατούς τις σκοτεινές εποχές του καθεστώτος φυλετικού διαχωρισμού που εφαρμοζόταν στη Νότια Αφρική από το 1948 μέχρι το 1994, γνωστού ως απαρτχάιντ. Την ώρα που άλλοι εγκατέλειπαν τη χώρα, εκείνη όχι μόνο έμεινε στην πατρίδα της -που τόσο αγαπούσε- αλλά έγραψε δεκαπέντε μυθιστορήματα και σχεδόν διακόσια διηγήματα στα οποία καταγγέλλει τα κακώς κείμενα του καθεστώτος. Όμως και μετά την κατάργηση του απαρτχάιντ, το 1994, και την ανακήρυξη της δημοκρατίας, συνέχιζε να τα βλέπει όλα με μια κριτική ματιά κατά τη διάρκεια της εξουσίας των διαδόχων του Νέλσον Μαντέλα.